Ελλάδα 2030: Η Wood βλέπει το «σχέδιο Μητσοτάκη» να δουλεύει – Το μεγάλο στοίχημα μετά τα πλεονάσματα

Published on September 11, 2026 at 2:12 PM

Η Wood βλέπει ανάπτυξη 2%, ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους και επενδύσεις που κρατούν την οικονομία πάνω από την Ευρωζώνη. Το δύσκολο στοίχημα είναι άλλο: να μετατραπεί η δημοσιονομική υπεραπόδοση σε παραγωγικότητα και πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, χωρίς η Ελλάδα να επιστρέψει στη λογική της κατανάλωσης με κρατικό χρήμα.

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Υπάρχουν δύο διαφορετικές εικόνες της ελληνικής οικονομίας το φθινόπωρο του 2026. Η πρώτη είναι η εικόνα που βλέπουν οι αγορές, οι διεθνείς οίκοι και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί: ανάπτυξη ταχύτερη από την Ευρωζώνη, επενδύσεις, δημοσιονομικά πλεονάσματα και μια από τις ταχύτερες μειώσεις δημόσιου χρέους στην Ευρώπη. Η δεύτερη είναι αυτή που βλέπει το ελληνικό νοικοκυριό: ακρίβεια 3,8%, κόστος στέγασης σχεδόν 10% υψηλότερο από πέρυσι, ακριβότερες μεταφορές και υπηρεσίες και εισοδήματα που εξακολουθούν να δυσκολεύονται να καλύψουν την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Και οι δύο εικόνες είναι αληθινές. Αυτό ακριβώς κάνει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τη νέα αποτίμηση της Wood για την Ελλάδα, με τον χαρακτηριστικό τίτλο "Macroeconomic backdrop in Greece: All going according to the Mitsotakis plan". Η βασική της θέση είναι ότι το οικονομικό σχέδιο της κυβέρνησης δεν αποτελεί πλέον απλώς μια προσπάθεια ανάκαμψης από την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Αρχίζει να αποκτά χαρακτηριστικά ενός σχεδίου με ορίζοντα το 2030: χαμηλότερο χρέος, περισσότερες επενδύσεις, μεγαλύτερες επιχειρήσεις, περισσότερη μεταποίηση και υψηλότερη παραγωγικότητα.

Το ερώτημα είναι εάν η μετάβαση μπορεί να ολοκληρωθεί.

Η ανάπτυξη συνεχίζεται - αλλά με διαφορετικό κινητήρα

Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2026 κατά 0,3% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 1,9% σε ετήσια βάσηΟι αριθμοί είναι σημαντικοί όχι επειδή υποδηλώνουν κάποια οικονομική έκρηξη - δεν την υποδηλώνουν - αλλά επειδή η Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται αισθητά ταχύτερα από την Ευρωζώνη.

Η Wood εκτιμά ανάπτυξη 2% το 2026 και 2,2% το 2027. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι περισσότερο συγκρατημένη. Στην εαρινή πρόβλεψή της τοποθετούσε την ανάπτυξη στο 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027, επισημαίνοντας όμως ότι οι επενδύσεις παραμένουν ισχυρές λόγω και της αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων. Η σύγκριση με την Ευρωζώνη παραμένει εντυπωσιακή. Η ΕΚΤ, στις τελευταίες προβλέψεις της, εκτιμά ανάπτυξη μόλις 0,9% για το σύνολο της Ευρωζώνης το 2026 και 1,4% το 2027.

Με απλά λόγια: Ελλάδα ≈ 2% - Ευρωζώνη < 1% το 2026 = συνέχιση της πραγματικής σύγκλισης

Αλλά υπάρχει μια σημαντική ποιοτική αλλαγή. Η επενδυτική δραστηριότητα έχει πλέον πολύ μεγαλύτερη σημασία για την ανάπτυξη απ' ό,τι στο παλαιό ελληνικό μοντέλο, ενώ οι καθαρές εξαγωγές εξακολουθούν να λειτουργούν ως περιοριστικός παράγοντας.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της έκθεσης της Wood.

Από την κατανάλωση στο κεφάλαιο

Για δεκαετίες, η ελληνική οικονομία μπορούσε να περιγραφεί περίπου ως εξής: ισχυρή κατανάλωση που τροφοδοτούσε τις εισαγωγές, μεγένθυνε τα ελλείμματα, αύξανε τις ανάγκες δανεισμού ο οποίος οδηγούσε σε...νέα κατανάλωση.

Το μοντέλο κατέρρευσε το 2010. Η σημερινή προσπάθεια είναι πολύ διαφορετική: μέσω δημοσιονομικής σταθερότητας, η χώρα αποκτά χαμηλότερο country risk, ευκολότερα προσελκύει επενδύσεις, διαμορφώνει ισχυρό κεφαλαιακό απόθεμα που αυξάνει την παραγωγικότητα, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε υψηλότερους πραγματικούς μισθούς και σύγκλιση με την Ευρώπη.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της θετικής αποτίμησης της Wood. Δεν αρκεί η Ελλάδα να αναπτύσσεται κατά 2%. Πρέπει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο παράγει αυτό το 2%.

Το ελληνικό πρόβλημα είναι τελικά η παραγωγικότητα

Στο σημείο αυτό η Wood ουσιαστικά συναντά τον ΟΟΣΑ. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο μέσω επενδύσεων, αύξησης της απασχόλησης και μεταρρυθμίσεων, αλλά η σύγκλιση εξακολουθεί να περιορίζεται από τις ασθενείς αυξήσεις παραγωγικότητας, το επενδυτικό κενό και τη δυσκολία πολλών μικρών επιχειρήσεων να υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες και να καινοτομήσουν. Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας. Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικά κατακερματισμένη επιχειρηματική βάση.

Πολύ μικρές επιχειρήσεις σημαίνουν συχνά μικρότερη δυνατότητα για επενδύσεις σε τεχνολογία, περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, δυσκολότερη εξαγωγική επέκταση, χαμηλότερες οικονομίες κλίμακας και τελικά χαμηλότερη παραγωγικότητα. Γι' αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η παρατήρηση της Wood ότι το νέο δημοσιονομικό πακέτο στρέφεται περισσότερο προς τις ΜΜΕ και τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων. Το ζητούμενο δεν είναι να επιδοτηθεί απλώς η μικρή επιχείρηση.

Είναι να βοηθηθεί να πάψει να είναι μόνιμα μικρή.

Η ΔΕΘ δεν ήταν απλώς ένα «πακέτο παροχών»

Αυτό είναι ίσως το σημείο όπου η ανάγνωση της Wood διαφέρει περισσότερο από την καθημερινή πολιτική συζήτηση. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πολυετές πρόγραμμα που περιλαμβάνει φορολογικές ελαφρύνσεις, εισοδηματικές ενισχύσεις, παρεμβάσεις για επιχειρήσεις, επενδύσεις, στεγαστική πολιτική και ενέργεια. Το κόστος των νέων, ακόμη μη θεσμοθετημένων μέτρων υπολογίζεται επισήμως σε:

  • €605 εκατ. το 2026
  • €2,2 δισ. το 2027
  • €3,6 δισ. ετησίως έως το 2030.

Αν προστεθούν τα ήδη θεσμοθετημένα μέτρα που δεν έχουν ακόμη αποδοθεί πλήρως, το συνολικό ετήσιο δημοσιονομικό αποτύπωμα φθάνει σύμφωνα με την κυβέρνηση τα €5 δισ. το 2027 και €9 δισ. έως το 2030Η Wood χωρίζει ουσιαστικά τις νέες παρεμβάσεις σε τρεις ομάδες:

  1. άμεση ενίσχυση εισοδημάτων,
  2. φορολογικές μειώσεις,
  3. κίνητρα για επενδύσεις, παραγωγικότητα και συγκέντρωση των μικρών επιχειρήσεων.

Η διάκριση είναι κρίσιμη. Διότι δεν έχουν όλα τα δημοσιονομικά μέτρα την ίδια οικονομική επίδραση.

Το €1 του κράτους δεν έχει πάντα το ίδιο αποτέλεσμα

Μια εισοδηματική ενίσχυση €1.000 μπορεί σε μεγάλο βαθμό να καταλήξει γρήγορα στην κατανάλωση. Αυτό στηρίζει το διαθέσιμο εισόδημα, αλλά ένα μέρος της πρόσθετης ζήτησης μπορεί να μετατραπεί σε εισαγωγές. Αντίθετα, €1.000 φορολογικού κινήτρου που προκαλεί μια νέα παραγωγική επένδυση μπορεί να δημιουργήσει κεφαλαιακό απόθεμα το οποίο παράγει εισόδημα για χρόνια. Άρα η πραγματική δοκιμασία του πακέτου δεν είναι το μέγεθός του.

Είναι η σύνθεσή του. 

Η Wood θεωρεί ότι η ισορροπία αυτή είναι σχετικά καλά σχεδιασμένη.

Το μεγάλο ελληνικό success story: το χρέος

Εάν υπάρχει ένας δείκτης στον οποίο η μεταβολή της Ελλάδας είναι αδιαμφισβήτητη, αυτός είναι το δημόσιο χρέος. Το χρέος είχε υποχωρήσει ήδη στο 146,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, έναντι πολύ υψηλότερων επιπέδων τα προηγούμενα χρόνια. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει 140,7% το 2026 και 134,4% το 2027Η Wood είναι ακόμη πιο αισιόδοξη:

  • 2026: 134,5%
  • 2027: 126%

Και ο πολιτικός στόχος που έχει θέσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ακόμη πιο φιλόδοξος: κάτω από 110% του ΑΕΠ έως το 2030.

Η σημασία αυτού του αριθμού υπερβαίνει την Ελλάδα.

Το Reuters σημείωνε αυτή την εβδομάδα τη θεαματική μεταβολή των άλλοτε λεγόμενων "PIIGS", με την Ελλάδα και την Πορτογαλία να έχουν επιτύχει μεγάλες μειώσεις του χρέους, την ώρα που δημοσιονομικές πιέσεις εμφανίζονται πλέον σε παραδοσιακά ισχυρότερες ευρωπαϊκές οικονομίες. Είναι μια εντυπωσιακή αντιστροφή των ρόλων.

  • Η Ελλάδα του 2010 αποτελούσε τον αδύναμο κρίκο της Ευρωζώνης.
  • Η Ελλάδα του 2026 μειώνει το χρέος της ταχύτερα από πολλές χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα.

Πώς πέφτει τόσο γρήγορα το χρέος;

Υπάρχει εδώ μια οικονομική λεπτομέρεια που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση. Ο λόγος Δημόσιο χρέος / ΑΕΠ μπορεί να μειώνεται όχι μόνο επειδή μειώνεται το χρέος σε ευρώ, αλλά επειδή αυξάνεται γρήγορα ο παρονομαστής - το ονομαστικό ΑΕΠ. Και εδώ ο πληθωρισμός δημιουργεί μια παράδοξη κατάσταση. Για το νοικοκυριό: πληθωρισμός = απώλεια αγοραστικής δύναμηςΓια τον λόγο χρέους/ΑΕΠ: υψηλότερο ονομαστικό ΑΕΠ = ταχύτερη αποκλιμάκωση του δείκτη, εφόσον παράλληλα διατηρείται δημοσιονομική πειθαρχία.

Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή διαθέτει και τα δύο: ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη και πλεονάσματα. Γι' αυτό το χρέος μπορεί να μειώνεται εντυπωσιακά ακόμη και όταν η πραγματική οικονομία αναπτύσσεται "μόνο" κατά περίπου 2%.

Και εδώ εμφανίζεται το μεγάλο παράδοξο: η ακρίβεια

Η ίδια μεταβλητή που βοηθά την ονομαστική οικονομία αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα για το νοικοκυριό. Τον Αύγουστο ο ελληνικός πληθωρισμός ανέβηκε ξανά στο 3,8%, από 3,4% τον Ιούλιο. Το πραγματικό πρόβλημα όμως βρίσκεται κάτω από τον γενικό δείκτη. Τα τρόφιμα αυξήθηκαν μόλις 0,9% σε ετήσια βάση. Αλλά: 

  • Στέγαση, νερό, ηλεκτρισμός, φυσικό αέριο και καύσιμα: +9,7%
  • Μεταφορές: +7,7%
  • Εστιατόρια και ξενοδοχεία: +6,6%.

Αυτές ακριβώς είναι κατηγορίες τις οποίες ο καταναλωτής αντιμετωπίζει συνεχώς. Γι' αυτό υπάρχει τόσο μεγάλη απόσταση ανάμεσα στον πληθωρισμό που καταγράφεται στα στατιστικά στοιχεία και στον "αντιληπτό πληθωρισμό" του νοικοκυριού.

Γιατί ο πολίτης δεν «νιώθει» το 2% της ανάπτυξης

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πολιτική εξίσωση για το 2027. Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει ΑΕΠ +2%, μειωμένο χρέος, αύξηση των επενδύσων και δημοσιονομικό πλεόνασμα και ταυτόχρονα ο μέσος πολίτης να απαντά: "Εγώ γιατί δεν το βλέπω;". Δεν υπάρχει αντίφαση. Αν το ονομαστικό εισόδημα ενός εργαζομένου αυξηθεί 4%, αλλά το κόστος των αγαθών και υπηρεσιών που καταναλώνει αυξηθεί 4%, το πραγματικό όφελος είναι περίπου μηδενικό. Και εάν το ενοίκιο, η ενέργεια ή οι μεταφορές αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τον μέσο δείκτη, η προσωπική εμπειρία μπορεί να είναι ακόμη χειρότερη. 

Αυτό εξηγεί γιατί η ακρίβεια παραμένει τόσο ισχυρό πολιτικό ζήτημα παρά τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες. Το AP σημειώνει ότι η κυβέρνηση παρουσίασε το νέο πακέτο ακριβώς σε ένα περιβάλλον έντονης πίεσης από το κόστος ζωής, ενώ χιλιάδες διαδηλωτές βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη την ημέρα των ανακοινώσεων.

Δεν είναι όμως μόνο ελληνικό πρόβλημα

Αυτό είναι απαραίτητο να σημειωθεί. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ανέβηκε τον Αύγουστο στο 3,3%, με την ενεργειακή συνιστώσα να εκτινάσσεται στο 14,3%, καθώς οι γεωπολιτικές αναταράξεις και η ενεργειακή κρίση επανέφεραν πληθωριστικές πιέσεις. Η ΕΚΤ αναθεώρησε πλέον προς τα πάνω και την πρόβλεψή της για τον πληθωρισμό του 2027 στο 2,5%Άρα η Ελλάδα δεν λειτουργεί σε κενό.

Το πρόβλημα είναι ότι εισέρχεται σε αυτή τη νέα ευρωπαϊκή πληθωριστική περίοδο με ήδη υψηλό κόστος στέγασης, σχετικά χαμηλά εισοδήματα και μικρές επιχειρήσεις που δυσκολεύονται περισσότερο να απορροφήσουν ενεργειακές και μεταφορικές αυξήσεις.

Ο πραγματικός στόχος του 2030

Από την ομιλία της ΔΕΘ και την αποτίμηση της Wood προκύπτει πλέον ένα αρκετά σαφές οικονομικό "ταμπλό" για το τέλος της δεκαετίας. Η κυβέρνηση θέλει μια Ελλάδα με:

  • ανάπτυξη ≈ 2%
  • ανεργία < 6%
  • δημόσιο χρέος < 110% του ΑΕΠ
  • μεταποίηση ≈ 12% του ΑΕΠ
  • πιστοληπτική αξιολόγηση Α

και οικονομία λιγότερο εξαρτημένη από τον τουρισμό.

Ο πρωθυπουργός έχει επίσης θέσει στόχο μέσου μισθού €1.800, κατώτατου μισθού €1.000 έως το 2028 και σημαντικής μείωσης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας έως το τέλος της δεκαετίας. Εάν όλα αυτά επιτευχθούν ταυτόχρονα, δεν θα πρόκειται απλώς για έναν ακόμη οικονομικό κύκλο. Θα σημαίνουν αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.

Το δυσκολότερο σημείο: μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Εδώ χρειάζεται περισσότερη προσοχή από όση συνήθως υπάρχει στις αισιόδοξες αναλύσεις. Ένα σημαντικό μέρος της σημερινής επενδυτικής ώθησης συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με ευρωπαϊκούς πόρους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήδη προειδοποιεί ότι η ανάπτυξη μπορεί να επιβραδυνθεί το 2027 καθώς ολοκληρώνεται η εφαρμογή του Recovery and Resilience Facility.  Αυτό δημιουργεί το πραγματικό τεστ. Μετά πρέπει να δημιουργηθεί ένας αυτοτροφοδοτούμενος μηχανισμός: οι ιδιωτικές επενδύσεις να αυξάνουν την παραγωγικότητα, τα εταιρικά κέρδη, τις νέες επενδύσεις, τις εξαγωγές, και όλα αυτά να οδηγούν σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις

Εάν δεν συμβεί αυτό, η Ελλάδα κινδυνεύει μετά την εξάντληση των ευρωπαϊκών πόρων να επιστρέψει σε χαμηλότερη δυνητική ανάπτυξη. Αυτό είναι πιθανότατα το μεγαλύτερο οικονομικό στοίχημα της επόμενης κυβέρνησης - όποια κι αν είναι αυτή.

Το δεύτερο τεστ: περισσότερη μεταποίηση

Ο στόχος για μεταποίηση στο 12% του ΑΕΠ έχει μεγαλύτερη σημασία απ' όσο δείχνει. Ο τουρισμός είναι εξαιρετικά πολύτιμος για την Ελλάδα. Αλλά μια οικονομία δεν μπορεί να βασίσει ολόκληρη τη διαδικασία σύγκλισης αποκλειστικά σε ξενοδοχεία, εστίαση και ακίνητα. Χρειάζεται περισσότερο:

  • βιομηχανικό κεφάλαιο,
  • τεχνολογία,
  • logistics,
  • φαρμακοβιομηχανία,
  • ενέργεια,
  • εξαγώγιμα προϊόντα,
  • υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Διαφορετικά δημιουργείται ένα όριο στην παραγωγικότητα και στους μισθούς.

Και μετά έρχονται οι εκλογές

Η οικονομική στρατηγική δεν μπορεί φυσικά να αποσυνδεθεί από την πολιτική. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πλέον ξεκαθαρίσει ότι δεν σχεδιάζει πρόωρες εκλογές και ότι οι κάλπες θα στηθούν την άνοιξη του 2027Το Reuters επισημαίνει ταυτόχρονα μια σημαντική πολιτική πραγματικότητα: η Νέα Δημοκρατία είχε λάβει 40,5% το 2023, αλλά σήμερα οι δημοσκοπήσεις την εμφανίζουν γύρω από το 30%. Εδώ η Wood εντοπίζει μια ενδιαφέρουσα στρατηγική.

Ο στόχος του πρωθυπουργού φαίνεται να παραμένει η ενίσχυση των ποσοστών της ΝΔ μέχρι τις εκλογές και η επιδίωξη αυτοδυναμίας, αντί της εκ των προτέρων αποδοχής μιας κυβέρνησης συνεργασίας. Το οικονομικό πρόγραμμα του 2030 συνεπώς έχει και μια προφανή εκλογική διάσταση. Ουσιαστικά το μήνυμα προς τον ψηφοφόρο είναι: "Η οικονομική πορεία έχει αρχίσει να αποδίδει — δώστε μας τον χρόνο να την ολοκληρώσουμε".  Η αντιπολίτευση θα επιχειρήσει να μεταφέρει τη συζήτηση σε ένα εντελώς διαφορετικό ερώτημα: "Αν όλα πηγαίνουν τόσο καλά, γιατί το νοικοκυριό εξακολουθεί να πιέζεται;"

Αυτή ίσως είναι τελικά η βασική οικονομική σύγκρουση των εκλογών του 2027.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα παράξενο σημείο της ιστορίας της

Για πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες το βασικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι άμεσα η δημοσιονομική επιβίωση. Δεν είναι το εάν θα πληρωθούν οι ομολογιούχοι. Δεν είναι το εάν υπάρχει χρηματοδότηση. Δεν είναι το εάν η χώρα θα παραμείνει στο ευρώ. Αυτά ήταν τα ερωτήματα της προηγούμενης δεκαετίας. Το ερώτημα σήμερα είναι πολύ πιο "κανονικό", αλλά και πολύ δυσκολότερο: Πώς μετατρέπεις τη δημοσιονομική σταθερότητα σε μια πραγματικά παραγωγική, πλουσιότερη οικονομία;

Το Greece2Day συμπέρασμα

Η θετική αποτίμηση της Wood δεν είναι αδικαιολόγητη. Οι αριθμοί πράγματι δείχνουν μια οικονομία που αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, επενδύει περισσότερο, παράγει δημοσιονομικά πλεονάσματα και μειώνει εντυπωσιακά το δημόσιο χρέος. Αλλά εδώ ακριβώς αρχίζει - και δεν τελειώνει - η πραγματική συζήτηση. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται πλέον απλώς ανάπτυξηΧρειάζεται ανάπτυξη παραγωγικότητας. Δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες μικρές επιχειρήσεις. Χρειάζεται μικρές επιχειρήσεις που θα γίνουν μεσαίες και μεσαίες που θα αποκτήσουν διεθνή κλίμακα.

Δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες επενδύσεις. Χρειάζεται επενδύσεις που θα συνεχιστούν και όταν τελειώσουν τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης. Και κυρίως, δεν αρκεί το δημόσιο χρέος να πέσει στο 126%, στο 120% ή στο 110%. Η οικονομική επιτυχία θα κριθεί όταν η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών περάσει στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα του πολίτη. Αυτό είναι το τελευταίο - και δυσκολότερο - κομμάτι του "σχεδίου Μητσοτάκη".

Και εκεί θα κριθεί πιθανότατα και η πολιτική μάχη του 2027. Γιατί μια οικονομία μπορεί να πηγαίνει σύμφωνα με το σχέδιο στα spreadsheets των αναλυτών. Το τελικό τεστ, όμως, γίνεται πάντα στο πορτοφόλι του πολίτη.

Add comment

Comments

There are no comments yet.