Η συζήτηση για την ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της Ελλάδας είναι σχεδόν τόσο παλιά όσο και η ίδια η οικονομική κρίση. Περισσότερη βιομηχανία. Λιγότερη εξάρτηση από τον τουρισμό. Περισσότερες επενδύσεις. Περισσότερη τεχνολογία. Μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Περισσότερες εξαγωγές. Όλα σωστά.

Από τους Γ.Δ. και Ε.Μ. | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: σπάνια επιχειρούμε να μεταφράσουμε αυτές τις γενικές διαπιστώσεις σε αριθμούς.
- Τι θα σήμαινε πραγματικά αλλαγή παραγωγικού μοντέλου;
- Πόσο μεγαλύτερη θα μπορούσε να γίνει η ελληνική οικονομία;
- Σε ποιους κλάδους θα έπρεπε να παράγεται η πρόσθετη αξία;
- Πόσους περισσότερους εργαζομένους θα χρειαζόμασταν;
Και κυρίως: μπορεί μια χώρα με έντονο δημογραφικό πρόβλημα να αναπτυχθεί πολύ ταχύτερα χωρίς να διαθέτει πολύ περισσότερους εργαζομένους;
Η απάντηση που προκύπτει από την ανάλυση είναι ενδιαφέρουσα: Ναι - αλλά μόνο αν αλλάξει δραστικά η παραγωγικότητα.
Το πρόβλημα δεν είναι πόσο δουλεύουμε. Η Ελλάδα δεν είναι χώρα στην οποία οι άνθρωποι εργάζονται λίγο. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην αξία που παράγεται ανά ώρα εργασίας.
Στα συγκριτικά στοιχεία του ΟΟΣΑ, η ελληνική παραγωγικότητα ανά ώρα βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από εκείνη των ισχυρότερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ διευκρινίζει ότι αυτό δεν αποτελεί μέτρο της προσπάθειας του εργαζομένου. Αντανακλά τον συνδυασμό εργασίας με κεφάλαιο, τεχνολογία, δεξιότητες, management και παραγωγική οργάνωση.
Με απλά λόγια: ένας εργαζόμενος με καλύτερο μηχάνημα, καλύτερο software, περισσότερη εκπαίδευση και καλύτερα οργανωμένη επιχείρηση μπορεί στην ίδια ώρα να παράγει πολλαπλάσια αξία.
Και εδώ βρίσκεται η ελληνική αδυναμία.
Η ανατομία του ελληνικού ΑΕΠ
Η σημερινή οικονομία έχει ορισμένα εντυπωσιακά ισχυρά σημεία. Ο τουρισμός είναι ένας εξαιρετικά επιτυχημένος εξαγωγικός κλάδος. Η ναυτιλία αποτελεί παγκόσμια ελληνική δύναμη. Το εμπόριο είναι μεγάλο. Η γεωργία εξακολουθεί να έχει σημαντικό βάρος.
Όμως η άλλη πλευρά του ισολογισμού είναι εξίσου σημαντική. Η μεταποίηση αντιπροσωπεύει περίπου το 10% της ελληνικής ΑΠΑ (Ακαθάριστη προστιθέμενη αξία), έναντι περίπου 13% στην Πορτογαλία, 16% στην Ιταλία και σχεδόν 20% στη Γερμανία.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η διαφορά στις επαγγελματικές, επιστημονικές και επιχειρηματικές υπηρεσίες.
Η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 6%-7% της ΑΠΑ, όταν το αντίστοιχο βάρος είναι αισθητά μεγαλύτερο στην Πορτογαλία, στην Ιταλία και ιδιαίτερα στη Γερμανία.
Και στην πληροφορική και τις επικοινωνίες υπάρχει σημαντικό περιθώριο μεγέθυνσης.
Η εικόνα είναι σαφής: Η Ελλάδα διαθέτει σχετικά μεγάλο τμήμα της οικονομίας της σε εμπόριο, τουρισμό, ακίνητα και παραδοσιακές δραστηριότητες και μικρότερο σε μεταποίηση, τεχνολογία και knowledge-intensive business services.
Δεν πρόκειται για καταδίκη των πρώτων. Πρόκειται για την απουσία αρκετών από τους δεύτερους.
Ο τουρισμός δεν είναι το πρόβλημα
Αυτό αξίζει ιδιαίτερη έμφαση. Η συζήτηση για την αλλαγή παραγωγικού μοντέλου καταλήγει συχνά σε ένα ψευδές δίλημμα: τουρισμός ή βιομηχανία;
Δεν υπάρχει κανένας οικονομικός λόγος να επιλέξουμε.
Το 2024 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ξεπέρασαν τα €21,5 δισ., ενώ ο ευρύτερος τουριστικός τομέας δημιουργεί σημαντικό τμήμα της ελληνικής παραγωγής και απασχόλησης.
Το ζητούμενο δεν είναι να μειωθεί. Το ζητούμενο είναι να γίνει παραγωγικότερος και παράλληλα να μεγαλώσουν πολύ περισσότερο άλλοι κλάδοι.
Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ μιας τουριστικής στρατηγικής που επιδιώκει απλώς: περισσότερες αφίξεις
και μιας στρατηγικής που επιδιώκει: μεγαλύτερη δαπάνη ανά επισκέπτη, μεγαλύτερη περίοδο λειτουργίας, περισσότερες υπηρεσίες υψηλής αξίας και μεγαλύτερη ΑΠΑ ανά εργαζόμενο.
Η Ελλάδα μπορεί το 2035 να έχει μεγαλύτερο τουριστικό τομέα και ταυτόχρονα μικρότερη εξάρτηση από τον τουρισμό. Αρκεί η υπόλοιπη οικονομία να μεγαλώσει ταχύτερα.
Η ακτινογραφία της ελληνικής οικονομίας 2024
Η ελληνική οικονομία δεν είναι μικρή μόνο σε μέγεθος – είναι αδύναμη και στη σύνθεσή της
Η ακτινογραφία της ελληνικής οικονομίας αποκαλύπτει ένα πρόβλημα βαθύτερο από εκείνο που συνήθως περιγράφεται με τη φράση "εξάρτηση από τον τουρισμό".
Το 2024 οι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας δημιούργησαν συνολική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία περίπου €205,9 δισ. Πίσω όμως από αυτό το ποσό κρύβεται μια ιδιαίτερα άνιση παραγωγική δομή.
Το μεγάλο σύμπλεγμα εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης αντιπροσωπεύει μόνο του περίπου 25,1% της συνολικής ΑΠΑ. Τα ακίνητα προσθέτουν άλλο 15,8%.
Μαζί, οι δύο αυτές μεγάλες κατηγορίες αντιστοιχούν σε περίπου: €84,2 δισ. ή 40,9% της συνολικής ΑΠΑ.
Στην άλλη πλευρά βρίσκονται τρεις από τους κλάδους που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη μελλοντική παραγωγικότητα μιας σύγχρονης οικονομίας.
Η μεταποίηση αντιπροσωπεύει περίπου 10,1%, η πληροφορική και οι επικοινωνίες 3,5% και οι επαγγελματικές, επιστημονικές και διοικητικές υπηρεσίες 6,3%.
Και οι τρεις μαζί: μόλις €40,8 δισ. ή 19,8% της ελληνικής ΑΠΑ.
Η διαφορά είναι εντυπωσιακή.
Το πρώτο σύμπλεγμα έχει πάνω από διπλάσιο οικονομικό βάρος από το δεύτερο. Και κάπου εδώ βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της εξήγησης για το ελληνικό πρόβλημα παραγωγικότητας.
Δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» κλάδοι
Θα ήταν λάθος να συμπεράνει κανείς ότι τα ακίνητα, το εμπόριο ή ο τουρισμός αποτελούν πρόβλημα για την ελληνική οικονομία.
Το αντίθετο.
Ο τουρισμός αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εξαγωγικές επιτυχίες της χώρας. Οι μεταφορές περιλαμβάνουν δραστηριότητες στις οποίες η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Το εμπόριο είναι απαραίτητο σε κάθε σύγχρονη οικονομία. Και η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας δημιουργεί πραγματική οικονομική αξία.
Το πρόβλημα είναι η αναλογία.
Μια οικονομία γίνεται περισσότερο ανθεκτική και παραγωγική όταν δίπλα στους παραδοσιακούς της κλάδους διαθέτει μεγάλη μεταποιητική βάση, ισχυρές τεχνολογικές επιχειρήσεις, έρευνα, engineering και ένα εκτεταμένο οικοσύστημα επιχειρηματικών και επιστημονικών υπηρεσιών που μπορούν να πουληθούν σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η Ελλάδα διαθέτει τέτοιες επιχειρήσεις. Δεν διαθέτει ακόμη αρκετές.
Και κυρίως δεν έχουν αποκτήσει αρκετό μέγεθος ώστε να αλλάξουν τη συνολική σύνθεση της οικονομίας.
Το πραγματικό ζήτημα είναι πού κατευθύνεται το επόμενο ευρώ
Αυτό μεταφέρει τη συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο σε ένα πολύ πιο ουσιαστικό επίπεδο. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε αν θέλουμε ξενοδοχεία ή εργοστάσια.
Ούτε αν θέλουμε τουρισμό ή τεχνολογία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: Πού θα κατευθυνθεί το επόμενο μεγάλο κύμα επενδύσεων της ελληνικής οικονομίας;
Αν το μεγαλύτερο μέρος του νέου κεφαλαίου συνεχίσει να κατευθύνεται σε κατοικίες, τουριστικά ακίνητα, εμπορικά καταστήματα και δραστηριότητες που αναπαράγουν τη σημερινή δομή, το ελληνικό ΑΕΠ μπορεί ασφαλώς να συνεχίσει να αυξάνεται.
Η σύνθεσή του, όμως, θα αλλάξει ελάχιστα.
Αν αντίθετα ένα αυξανόμενο μέρος των επενδύσεων κατευθυνθεί σε μεταποίηση, automation, software, AI, R&D, logistics, φαρμακοβιομηχανία, ενεργειακό εξοπλισμό, engineering και εξαγώγιμες επιχειρηματικές υπηρεσίες, τότε συμβαίνει κάτι πολύ σημαντικότερο: αλλάζει η παραγωγική ικανότητα της χώρας.
Και μαζί της αλλάζει η παραγωγικότητα της εργασίας.
Γιατί αυτό επηρεάζει τελικά τους μισθούς
Η παραγωγικότητα μπορεί να ακούγεται σαν ένας τεχνικός οικονομικός όρος. Στην πραγματικότητα βρίσκεται στον πυρήνα του βιοτικού επιπέδου.
Μια οικονομία δεν μπορεί μακροχρόνια να πληρώνει ευρωπαϊκούς μισθούς όταν παράγει πολύ μικρότερη αξία ανά εργαζόμενο από τις ευρωπαϊκές οικονομίες με τις οποίες συγκρίνεται.
Οι μισθοί μπορούν προσωρινά να αυξηθούν ταχύτερα. Το κράτος μπορεί να αυξήσει τον κατώτατο μισθό. Οι επιχειρήσεις μπορεί να αντιμετωπίσουν ελλείψεις εργαζομένων και να προσφέρουν υψηλότερες αποδοχές.
Αλλά σε βάθος χρόνου υπάρχει ένας αδυσώπητος περιορισμός: Για να αυξηθούν διατηρήσιμα οι πραγματικοί μισθοί, πρέπει να αυξηθεί η πραγματική αξία που παράγει ο εργαζόμενος.
Και αυτό δεν επιτυγχάνεται ζητώντας από έναν άνθρωπο να δουλεύει περισσότερες ώρες.
Επιτυγχάνεται όταν εργάζεται με περισσότερο κεφάλαιο, καλύτερη τεχνολογία, μεγαλύτερες επιχειρήσεις, καλύτερη οργάνωση και περισσότερες δεξιότητες.
Το ελληνικό παράδοξο
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της ελληνικής οικονομίας.
Η χώρα διαθέτει ανθρώπινο κεφάλαιο ευρωπαϊκού επιπέδου.
- Διαθέτει μηχανικούς, γιατρούς, οικονομολόγους, προγραμματιστές και επιστήμονες που μπορούν να ανταγωνιστούν διεθνώς.
- Διαθέτει γεωγραφική θέση εξαιρετικής σημασίας.
- Διαθέτει έναν από τους ισχυρότερους ναυτιλιακούς στόλους του κόσμου.
- Διαθέτει παγκόσμιο τουριστικό brand.
- Διαθέτει πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και στο ευρώ.
Και παρ’ όλα αυτά, ένα πολύ μεγάλο μέρος της εργασίας και του κεφαλαίου εξακολουθεί να βρίσκεται σε δραστηριότητες σχετικά χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως η έλλειψη δυνατοτήτων. Είναι η κατανομή των παραγωγικών πόρων.
Και γι’ αυτό η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου δεν σημαίνει ότι το κράτος πρέπει να αποφασίσει ποιο εργοστάσιο θα κατασκευαστεί και ποια εταιρεία θα αναπτυχθεί.
Σημαίνει ότι πρέπει να δημιουργήσει το περιβάλλον μέσα στο οποίο κεφάλαιο και άνθρωποι θα έχουν κίνητρο να μετακινηθούν προς τις δραστηριότητες που δημιουργούν περισσότερη αξία.
Και εδώ η Πορτογαλία γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα
Μέχρι εδώ εξετάσαμε την Ελλάδα απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό. Αλλά υπάρχει ένας εύλογος αντίλογος: Μήπως αυτή είναι απλώς η φυσιολογική παραγωγική δομή μιας μικρής οικονομίας του ευρωπαϊκού Νότου με ισχυρό τουρισμό;
Για να απαντήσουμε, δεν χρειάζεται να συγκρίνουμε αρχικά την Ελλάδα με τη βιομηχανική υπερδύναμη της Γερμανίας.
Υπάρχει μια χώρα πολύ πιο κοντά στα ελληνικά χαρακτηριστικά.
- Παρόμοιος πληθυσμός.
- Νότια Ευρώπη.
- Ισχυρός τουρισμός.
- Μικρή ανοικτή οικονομία.
- Μέλος της Ευρωζώνης.
Η Πορτογαλία.
Και εκεί η σύγκριση αρχίζει να γίνεται πραγματικά αποκαλυπτική.
Γιατί αν η ελληνική παραγωγική δομή ήταν απλώς το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του μεγέθους, της γεωγραφίας και του τουριστικού χαρακτήρα της χώρας, η Πορτογαλία θα έπρεπε να μοιάζει πολύ περισσότερο με την Ελλάδα.
Δεν μοιάζει.
Και όταν δίπλα στην Πορτογαλία προσθέσουμε την Ιταλία και τη Γερμανία, γίνεται πλέον ορατό πού ακριβώς βρίσκεται το παραγωγικό κενό που πρέπει να καλύψει η Ελλάδα μέχρι το 2035.
Τι μας δείχνει η σύγκριση με Πορτογαλία, Ιταλία και Γερμανία
Η σύγκριση αποκαλύπτει ότι το ελληνικό παραγωγικό πρόβλημα δεν εξηγείται απλώς από το μικρό μέγεθος της χώρας ή από την ισχυρή παρουσία του τουρισμού.
Η Ελλάδα εμφανίζει σαφώς μικρότερο βάρος στη μεταποίηση και στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνολογικές υπηρεσίες, ακόμη και σε σχέση με την Πορτογαλία, μια οικονομία με αρκετά παρόμοια χαρακτηριστικά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταποίηση, ICT και επαγγελματικές/επιστημονικές υπηρεσίες αντιστοιχούν μαζί μόλις στο 19,8% της ελληνικής ΑΠΑ, έναντι 27,7% στην Πορτογαλία, 30,7% στην Ιταλία και 36,6% στη Γερμανία.
Στον αντίποδα, η Ελλάδα εμφανίζει μεγαλύτερο σχετικό βάρος στο σύμπλεγμα εμπορίου, μεταφορών και φιλοξενίας, αλλά και στα ακίνητα.
Το συμπέρασμα επομένως δεν είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να περιορίσει τους κλάδους στους οποίους ήδη είναι ισχυρή. Είναι ότι πρέπει να προσθέσει έναν πολύ μεγαλύτερο δεύτερο παραγωγικό πυλώνα: μεταποίηση, τεχνολογία και εξαγώγιμες υπηρεσίες γνώσης.
Και ίσως το σημαντικότερο εύρημα είναι η Πορτογαλία: η απόσταση από ένα πιο ισορροπημένο παραγωγικό μοντέλο δεν χρειάζεται να μετρηθεί μόνο απέναντι στη Γερμανία. Είναι ήδη εμφανής απέναντι σε μια μικρή οικονομία του ευρωπαϊκού Νότου με ισχυρό τουρισμό.
Τα τρία σενάρια
Ας επιχειρήσουμε λοιπόν ένα οικονομικό πείραμα. Αφετηρία είναι το ελληνικό ΑΕΠ του 2024, περίπου €236,7 δισ.
Οι υπολογισμοί γίνονται σε σταθερές τιμές 2024 ώστε να αφαιρέσουμε την επίδραση του πληθωρισμού.
Δημιουργούμε τρία σενάρια.
Σενάριο 1: Η Ελλάδα συνεχίζει περίπου όπως σήμερα
Στο Business as Usual θεωρούμε μακροχρόνια πραγματική ανάπτυξη περίπου 1,5% ετησίως. Δεν είναι σενάριο καταστροφής. Αντιθέτως.
Το πραγματικό ΑΕΠ ανεβαίνει από €236,7 δισ. σε περίπου: €279 δισ. το 2035. Δηλαδή η οικονομία γίνεται περίπου 18% μεγαλύτερη.
Αλλά παραμένει ουσιαστικά μια μεγαλύτερη εκδοχή της σημερινής οικονομίας.
- Η μεταποίηση μεγαλώνει.
- Ο τουρισμός μεγαλώνει.
- Το εμπόριο μεγαλώνει.
- Οι υπηρεσίες μεγαλώνουν.
- Η σχετική δομή όμως αλλάζει λίγο.
Και αυτό βρίσκεται κοντά στην ουσία της μεσοπρόθεσμης προειδοποίησης του ΔΝΤ : καθώς οι επιδράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης εξασθενούν και ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας μειώνεται, χωρίς ισχυρότερη παραγωγικότητα ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης περιορίζεται.
Σενάριο 2: Μια ρεαλιστική παραγωγική μετατόπιση
Στο Moderate Transformation η πραγματική ανάπτυξη ανεβαίνει στο 2,25% ετησίως. Το πραγματικό ΑΕΠ φτάνει: περίπου €302 δισ.
Η διαφορά από το Business as Usual είναι ήδη: €23 δισ. πρόσθετης παραγωγής κάθε χρόνο.
Αλλά από πού προέρχονται;
- Η μεταποίηση ανεβαίνει περίπου στα €34 δισ. ΑΠΑ.
- Η πληροφορική και οι επικοινωνίες περίπου στα €13 δισ..
- Οι επαγγελματικές, επιστημονικές και συναφείς υπηρεσίες περίπου στα €24 δισ..
- Οι κατασκευές ανακάμπτουν από την εξαιρετικά χαμηλή σημερινή βάση τους.
- Και ο τουριστικός πυρήνας εξακολουθεί να μεγαλώνει.
Το κρίσιμο είναι ότι οι παραγωγικότεροι και περισσότερο εξαγώγιμοι κλάδοι μεγαλώνουν ταχύτερα από τον μέσο όρο της οικονομίας.
Και μετά υπάρχει το φιλόδοξο σενάριο
Στο Productivity Transformation βάζουμε τον πήχη στο: 3% πραγματική ανάπτυξη ετησίως.
Το αποτέλεσμα το 2035 είναι: €328 δισ. πραγματικό ΑΕΠ. Σχεδόν €91 δισ. περισσότερο από το 2024. Και περίπου: €49 δισ. περισσότερο κάθε χρόνο από ό,τι στο Business as Usual.
Εδώ όμως απαιτείται πραγματική μεταμόρφωση.
Μεταποίηση: από €21,5 δισ. σε περίπου €43 δισ.
Ο ελληνικός μεταποιητικός τομέας ουσιαστικά πρέπει να διπλασιάσει την πραγματική του παραγωγή. Δεν μπορεί να συμβεί μόνο με περισσότερες μικρές μονάδες της ίδιας παραγωγικότητας.
Χρειάζονται επενδύσεις σε δραστηριότητες όπως:
- φάρμακα και βιοτεχνολογία,
- τρόφιμα υψηλής προστιθέμενης αξίας,
- προηγμένα μέταλλα,
- ενεργειακός εξοπλισμός,
- αμυντική βιομηχανία,
- ηλεκτρονικά,
- ναυπηγοεπισκευή,
- μηχανήματα και νέες εξαγωγικές παραγωγές.
Η μεταποίηση πρέπει να μετατραπεί από περίπου 10% της ελληνικής ΑΠΑ σε περίπου 15%.
Δεν είναι Γερμανία. Είναι όμως μια πολύ διαφορετική Ελλάδα.
ICT: από €7,5 δισ. σε €18,5 δισ.
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ευκαιρία.
- Software.
- AI.
- Cybersecurity.
- Cloud.
- Fintech.
- Data centres.
- R&D centres.
- Digital corporate services.
Και, ακόμη σημαντικότερο, ψηφιακή τεχνολογία μέσα σε όλους τους υπόλοιπους κλάδους. Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο ότι έχει μικρό ICT sector. Είναι ότι μεγάλο μέρος των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων χρησιμοποιεί λιγότερο προηγμένη τεχνολογία από τους ευρωπαϊκούς ανταγωνιστές του - ένα από τα ζητήματα που ο Ο.Ο.Σ.Α συνδέει με το productivity gap της χώρας.
Η «βιομηχανία χωρίς εργοστάσια»
Υπάρχει όμως ένας τρίτος κλάδος που συχνά ξεχνάμε. Οι επαγγελματικές και επιστημονικές υπηρεσίες.
- Engineering.
- Consulting.
- Design.
- R&D.
- Accounting.
- Corporate services.
- Αρχιτεκτονική.
- Τεχνικές υπηρεσίες.
- Software-related services.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια άυλη εξαγωγική βιομηχανία. Ένας μηχανικός στην Αθήνα μπορεί να σχεδιάζει έργο στη Σαουδική Αραβία. Μια ομάδα developers στη Θεσσαλονίκη μπορεί να πουλά software στις ΗΠΑ.
Ένα ελληνικό engineering firm μπορεί να εκτελεί έργα στην Αφρική.
Ο πελάτης δεν χρειάζεται να έρθει στην Ελλάδα. Και αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης εξαγωγικής οικονομίας.
Από πού θα βρεθούν οι εργαζόμενοι;
Εδώ φτάνουμε ίσως στο δυσκολότερο σημείο. Η Ελλάδα γερνά. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι η μείωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας θα αποτελέσει σημαντικό περιορισμό στη μελλοντική ανάπτυξη.
Άρα δεν μπορούμε να βασίσουμε το μοντέλο μας σε εκατοντάδες χιλιάδες πρόσθετους εργαζομένους. Κάνουμε κάτι πολύ αυστηρότερο. Κρατάμε την απασχόληση περίπου στα: 4,3 εκατομμύρια άτομα.
Και στα τρία σενάρια.
Η ανάπτυξη πρέπει λοιπόν να προέλθει κυρίως από την παραγωγικότητα.
Δεν σημαίνει φυσικά ότι ένας σημερινός αγρότης πρέπει αύριο να γίνει software engineer. Η αναδιάρθρωση είναι κυρίως διαγενεακή.
Κάποιος συνταξιοδοτείται από μια χαμηλής παραγωγικότητας δραστηριότητα. Ένας νέος εισέρχεται σε μια διαφορετική. Μια επιχείρηση κλείνει. Μια άλλη δημιουργείται. Κεφάλαιο μετακινείται. Νέες επενδύσεις έρχονται. Και η εκπαίδευση προσαρμόζεται στη νέα ζήτηση εργασίας.
Η γεωργία δεν χρειάζεται λιγότερη παραγωγή - χρειάζεται περισσότερη παραγωγικότητα
Αυτό είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι απασχολούνται στον πρωτογενή τομέα με σχετικά χαμηλή προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο.
Ο στόχος δεν πρέπει να είναι: να παράγουμε λιγότερα αγροτικά προϊόντα.
Αλλά: να παράγουμε τουλάχιστον την ίδια αξία με πολύ λιγότερη εργασία.
- Μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις.
- Precision agriculture.
- Καλύτερη άρδευση.
- Automation.
- Νέα προϊόντα.
- Branding.
- Και κυρίως σύνδεση της πρωτογενούς παραγωγής με τη μεταποίηση τροφίμων.
Έτσι η αγροτική παραγωγικότητα μπορεί να αυξηθεί χωρίς να εγκαταλειφθεί η ελληνική περιφέρεια.
Το ίδιο ισχύει στον τουρισμό
Στο φιλόδοξο σενάριο: η ΑΠΑ καταλυμάτων και εστίασης ανεβαίνει από περίπου €15 δισ. σε πάνω από €21 δισ. ενώ η απασχόληση δεν χρειάζεται να αυξηθεί.
Αυτό σημαίνει δραστική αύξηση της παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο.
Πώς;
- Όχι μόνο ακριβότερα ξενοδοχεία.
- Μεγαλύτερη περίοδος λειτουργίας.
- Υψηλότερη δαπάνη ανά επισκέπτη.
- Γαστρονομία.
- Yachting.
- Wellness.
- Ιατρικός τουρισμός.
- Συνέδρια.
- Πολιτισμός.
- Premium experiences.
- Τεχνολογία.
- Καλύτερη διαχείριση.
Ο τουρισμός έτσι γίνεται πλουσιότερος χωρίς να γίνεται μαζικότερος.
Η πιο σημαντική εξίσωση
Και τελικά όλη η παρέμβαση μπορεί να συμπυκνωθεί σε δύο αριθμούς.
Σήμερα:
Στο Productivity Transformation του 2035:
Δηλαδή: σχεδόν 39% περισσότερη πραγματική αξία ανά εργαζόμενο.
Αυτό είναι το στοίχημα.
- Όχι περισσότεροι άνθρωποι.
- Όχι περισσότερες ώρες.
- Περισσότερη αξία ανά ώρα.
Δεν αρκεί η Τεχνητή Νοημοσύνη
Είναι δελεαστικό να θεωρήσουμε ότι η AI θα λύσει αυτόματα το πρόβλημα. Δεν θα το κάνει.
Η τεχνολογία αυξάνει την παραγωγικότητα όταν συνδυάζεται με κεφάλαιο, κατάλληλες δεξιότητες, management και επιχειρήσεις ικανές να την ενσωματώσουν.
Μια πολύ μικρή επιχείρηση που δεν επενδύει, δεν εξάγει και δεν διαθέτει οργανωτικές δυνατότητες δεν μεταμορφώνεται αυτομάτως επειδή απέκτησε πρόσβαση στο ChatGPT.
Το ελληνικό productivity challenge είναι επομένως ταυτόχρονα: επενδυτικό, τεχνολογικό, εκπαιδευτικό, επιχειρηματικό και θεσμικό.
Το δύσκολο θέμα των μικρών επιχειρήσεων
Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικά μεγάλο αριθμό πολύ μικρών επιχειρήσεων. Οι μικρές επιχειρήσεις δεν είναι από μόνες τους πρόβλημα. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν παραμένουν μικρές επειδή το οικονομικό περιβάλλον δεν επιβραβεύει την ανάπτυξη.
Μια μεγαλύτερη επιχείρηση μπορεί ευκολότερα να επενδύσει σε:
- R&D,
- automation,
- ERP,
- AI,
- εξαγωγικά δίκτυα,
- εξειδικευμένο προσωπικό,
- management,
- marketing.
Άρα η παραγωγική αναδιάρθρωση προϋποθέτει και κάτι πολιτικά δύσκολο: περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις που μεγαλώνουν.
Όχι προστασία του μικρού μεγέθους ως αυτοσκοπού.
Και μετά τελειώνει το Ταμείο Ανάκαμψης
Αυτό κάνει τη συζήτηση επείγουσα. Η σημερινή οικονομία υποστηρίζεται από μια εξαιρετικά μεγάλη εισροή ευρωπαϊκών επενδυτικών πόρων.
Αυτό δεν θα συνεχίζεται επ' άπειρον. Το ερώτημα της επόμενης ημέρας είναι: Ποιος θα είναι ο ιδιωτικός παραγωγικός μηχανισμός που θα πάρει τη σκυτάλη;
Αν η απάντηση είναι κυρίως:
- περισσότερα ακίνητα,
- περισσότερη κατανάλωση,
- περισσότερα καταστήματα,
- περισσότερα δωμάτια,
τότε η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται.
Αλλά δύσκολα θα κάνει το άλμα παραγωγικότητας που χρειάζεται.
Τα €328 δισ. δεν είναι πρόβλεψη
Αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά. Κανείς δεν γνωρίζει ποιο θα είναι το πραγματικό ελληνικό ΑΕΠ το 2035. Το σενάριο των €328 δισ. δεν είναι forecast.
Είναι ένα stress test παραγωγικών δυνατοτήτων.
Μας λέει ότι για να φτάσουμε εκεί χρειάζεται περίπου: 3% πραγματική ανάπτυξη κάθε χρόνο επί μία δεκαετία, με περίπου σταθερή συνολική απασχόληση, και επομένως περίπου: 39% μεγαλύτερη πραγματική παραγωγή ανά εργαζόμενο.
Και μας δείχνει πού θα πρέπει να συμβεί αυτή η αλλαγή.
Η πραγματική επιλογή
Το 2035 μπορεί να έχουμε μια οικονομία περίπου €279 δισ. που θα μοιάζει αρκετά με τη σημερινή.
Μπορούμε να έχουμε μια οικονομία περίπου: €302 δισ. με σημαντική παραγωγική αναδιάρθρωση.
Ή, σε ένα πολύ πιο φιλόδοξο σενάριο: €328 δισ. με πολύ μεγαλύτερη μεταποίηση, τεχνολογία, επαγγελματικές υπηρεσίες και παραγωγικότητα.
Η απόσταση ανάμεσα στην πρώτη και την τρίτη Ελλάδα είναι σχεδόν: €49 δισ. παραγωγής τον χρόνο.
Δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια.
- Είναι περισσότερες επενδύσεις.
- Υψηλότεροι μισθοί.
- Μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα χωρίς υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές.
- Περισσότεροι πόροι για συντάξεις και υγεία.
- Μεγαλύτερη δυνατότητα χρηματοδότησης της άμυνας.
- Και υψηλότερο βιοτικό επίπεδο.
Το πραγματικό παραγωγικό μοντέλο
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει Γερμανία. Ούτε πρέπει να εγκαταλείψει εκείνα στα οποία είναι ήδη καλή.
- Πρέπει να παραμείνει παγκόσμια δύναμη στη ναυτιλία.
- Να γίνει ακόμη καλύτερη στον τουρισμό.
- Να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση.
- Να αναπτύξει τη γεωργική της παραγωγή.
Αλλά δίπλα σε αυτά χρειάζεται να χτίσει μια πολύ μεγαλύτερη οικονομία: μεταποίησης, τεχνολογίας, engineering, R&D και εξαγώγιμων υπηρεσιών.
Και κυρίως πρέπει να αυξήσει την παραγωγικότητα μέσα σε όλους τους υπάρχοντες κλάδους.
Γιατί τελικά η μεγάλη οικονομική πρόκληση της επόμενης δεκαετίας δεν είναι να πείσουμε τους Έλληνες να δουλεύουν περισσότερο.
Είναι να δημιουργήσουμε τις επιχειρήσεις, το κεφάλαιο, την τεχνολογία και τους θεσμούς που θα επιτρέψουν στην ίδια ώρα εργασίας να παράγει πολύ περισσότερη αξία.
Η Ελλάδα των €328 δισ. δεν χρειάζεται περισσότερη δουλειά.
Χρειάζεται παραγωγικότερη δουλειά.
Add comment
Comments