Ιταλία: Η Μελόνι βάζει όριο 30% στους ξένους μαθητές - Το σχολείο γίνεται το νέο πεδίο της μάχης για την ενσωμάτωση

Published on September 25, 2026 at 4:04 PM

Η κυβέρνηση της Giorgia Meloni αλλάζει τους κανόνες στα ιταλικά σχολεία: όριο 30% για συγκεκριμένες κατηγορίες αλλοδαπών μαθητών στις πρώτες τάξεις, απαγόρευση κάλυψης του προσώπου, μαθήματα ιταλικών για γονείς που δεν γνωρίζουν επαρκώς τη γλώσσα και πρόστιμα σε περίπτωση άρνησης. Η κυβέρνηση μιλά για αποτροπή των "τάξεων-γκέτο". Η αντιπολίτευση καταγγέλλει διακρίσεις,

Από την Αληκτώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Η Ιταλία ανοίγει ένα από τα δυσκολότερα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν πλέον σχεδόν όλες οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Πότε η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού παιδιών μεταναστευτικής προέλευσης σε ένα σχολείο δυσκολεύει την ενσωμάτωση; Και πότε η προσπάθεια αποτροπής αυτής της συγκέντρωσης μετατρέπεται η ίδια σε διάκριση;

Η κυβέρνηση της Giorgia Meloni αποφάσισε να απαντήσει νομοθετικά. Το ιταλικό υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε νέο διάταγμα για την εκπαίδευση, το οποίο εισάγει όριο 30% για ορισμένες κατηγορίες μαθητών χωρίς ιταλική υπηκοότητα στις πρώτες τάξεις των σχολείων. Παράλληλα απαγορεύει την παρουσία σε σχολικές δραστηριότητες με καλυμμένο πρόσωπο, μέτρο που στην πράξη αφορά κυρίως το burqa και το niqab, ενώ δημιουργεί μηχανισμό εκμάθησης της ιταλικής γλώσσας και για τους γονείς.

Η Meloni περιγράφει τη μεταρρύθμιση με μία φράση: "Ενσωμάτωση χωρίς να εγκαταλείπουμε τους κανόνες". Και υποστηρίζει ότι στόχος είναι να μην δημιουργούνται "τάξεις-γκέτο". Η συζήτηση όμως που έχει ξεκινήσει στην Ιταλία δείχνει ότι το ζήτημα είναι πολύ πιο περίπλοκο.

Το 30% δεν αφορά όλους τους «ξένους μαθητές»

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Ο τίτλος "30% ξένοι μαθητές ανά τάξη" δεν περιγράφει με ακρίβεια το μέτρο. Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, το όριο αφορά μαθητές χωρίς ιταλική υπηκοότητα οι οποίοι:

  • δεν έχουν γεννηθεί στην Ιταλία ή
  • δεν έχουν παρακολουθήσει τουλάχιστον δύο χρόνια νηπιαγωγείου στην Ιταλία.

Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αφορά μαθητές χωρίς ιταλική υπηκοότητα που δεν έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς τουλάχιστον τρία σχολικά έτη στο ιταλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Επομένως ένα παιδί μεταναστευτικής οικογένειας που έχει ήδη μεγαλώσει και φοιτήσει επί χρόνια στην Ιταλία δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο με έναν μαθητή που έχει φτάσει πρόσφατα στη χώρα. Αυτό αλλάζει ουσιαστικά τη φιλοσοφία του μέτρου.

Το πραγματικό κριτήριο επιχειρεί να συνδέσει την υπηκοότητα με το εκπαιδευτικό και γλωσσικό υπόβαθρο. Και η εφαρμογή του προβλέπεται από το σχολικό έτος 2027–2028.


Τι γίνεται όταν ένα σχολείο ξεπερνά το 30%;

Εδώ αρχίζει το δυσκολότερο μέρος. Όταν οι εγγραφές δεν επιτρέπουν την τήρηση του ορίου, οι αρμόδιες σχολικές αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν ισορροπημένη κατανομή των μαθητών μεταξύ γειτονικών σχολείων. Ταυτόχρονα πρέπει να τηρείται η αρχή της εγγύτητας της κατοικίας. Θεωρητικά, επομένως, η λογική είναι απλή: αν ένα σχολείο συγκεντρώνει υπερβολικά μεγάλο αριθμό νεοεισερχόμενων αλλοδαπών μαθητών, μέρος των εγγραφών κατανέμεται σε άλλα κοντινά σχολεία. Στην πράξη όμως εμφανίζεται ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα.

Τι γίνεται όταν όλα τα σχολεία της περιοχής έχουν την ίδια δημογραφική σύνθεση;

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο μέσα στο σχολείο

Αυτό ακριβώς επισημαίνουν Ιταλοί διευθυντές σχολείων. Σε περιοχές του Μιλάνου, του Τορίνο, του Πράτο και άλλων μεγάλων αστικών κέντρων υπάρχουν συνοικίες στις οποίες η συγκέντρωση οικογενειών μεταναστευτικής προέλευσης είναι ήδη πολύ υψηλή. Το σχολείο απλώς αντικατοπτρίζει τη σύνθεση της γειτονιάς. Επομένως, εάν το 40%, 50% ή ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών μιας περιοχής προέρχεται από οικογένειες μεταναστών, ένα διοικητικό όριο 30% δεν δημιουργεί αυτομάτως διαθέσιμες θέσεις σε άλλα σχολεία.

Ο πρόεδρος της ιταλικής Ένωσης Διευθυντών Σχολείων, Antonello Giannelli, έχει περιγράψει ακριβώς αυτό το πρόβλημα. Από παιδαγωγική άποψη θεωρεί βάσιμη τη συζήτηση για την αποφυγή υπερβολικών συγκεντρώσεων μαθητών που αντιμετωπίζουν γλωσσικές δυσκολίες. Από πρακτική άποψη όμως ρωτά: αν η πλειονότητα των παιδιών μιας συγκεκριμένης συνοικίας έχει μεταναστευτική προέλευση, πού ακριβώς θα μεταφερθούν;

Και εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τη μεταναστευτική πολιτική. Γίνεται συζήτηση για την αστική γεωγραφία και τον κοινωνικό διαχωρισμό των ευρωπαϊκών πόλεων.

Το φαινόμενο της «λευκής φυγής»

Ο ιταλικός Τύπος επισημαίνει και ένα ακόμη φαινόμενο. Σε ορισμένες περιοχές, οικογένειες Ιταλών ή οικονομικά ισχυρότερων μεταναστών αποφεύγουν σχολεία στα οποία η συγκέντρωση αλλοδαπών μαθητών έχει αυξηθεί σημαντικά. Επιλέγουν διαφορετικές συνοικίες ή διαφορετικά σχολεία. Έτσι δημιουργείται ένας αυτοτροφοδοτούμενος μηχανισμός: αυξάνεται η συγκέντρωση μεταναστών σε ένα σχολείο, ορισμένες οικογένειες αποχωρούν, το ποσοστό των μεταναστών αυξάνεται ακόμη περισσότερο και τελικά το σχολείο αποκτά πολύ διαφορετική κοινωνική σύνθεση από την υπόλοιπη πόλη.

Αυτό είναι το πραγματικό υπόβαθρο της συζήτησης περί "τάξεων-γκέτο". Και δεν αποτελεί αποκλειστικά ιταλικό πρόβλημα. Παρόμοιες συζητήσεις υπάρχουν εδώ και χρόνια στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ολλανδία, στη Γερμανία και στις σκανδιναβικές χώρες.

Η γλώσσα μετατρέπεται σε κεντρικό εργαλείο ενσωμάτωσης

Το ιταλικό σχέδιο δεν σταματά όμως στα παιδιά. Για πρώτη φορά στρέφεται τόσο έντονα και προς τους γονείς. Εάν οι γλωσσικές δυσκολίες ενός γονέα εμποδίζουν ουσιαστικά τη συνεργασία σχολείου και οικογένειας, το σχολείο μπορεί να ενημερώσει τις κοινωνικές υπηρεσίες. Οι γονείς μπορούν τότε να παραπεμφθούν σε δωρεάν μαθήματα ιταλικών στα δημόσια κέντρα εκπαίδευσης ενηλίκων. Ο στόχος είναι τουλάχιστον το επίπεδο A2.

Η πολιτική λογική πίσω από το μέτρο είναι ότι η ένταξη ενός παιδιού δεν μπορεί να πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσα στην τάξη όταν στο οικογενειακό περιβάλλον υπάρχει πλήρης γλωσσική απομόνωση. Εάν, μετά την προβλεπόμενη διαδικασία και χωρίς να συντρέχει λόγος εξαίρεσης, ο γονέας αρνείται να συμμετάσχει, προβλέπεται διοικητικό πρόστιμο. Το ποσό μπορεί να κυμαίνεται από €200 έως €1.000.


Από το προσχέδιο εξαφανίστηκε η πιο ακραία διάταξη

Εδώ ο ιταλικός Τύπος αποκάλυψε μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια. Σε προηγούμενο προσχέδιο είχε εμφανιστεί πολύ αυστηρότερη πρόβλεψη σχετικά με οικογένειες που αρνούνταν να συμμετάσχουν στη διαδικασία γλωσσικής ένταξης. Η διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνεται στο τελικό κείμενο. Ο υπουργός Παιδείας Giuseppe Valditara απέρριψε δημοσίως την ιδέα ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να απομακρύνει παιδιά από τις οικογένειές τους για έναν τέτοιο λόγο.

Στην τελική μορφή παρέμειναν οι οικονομικές κυρώσεις. Η αλλαγή έχει σημασία, διότι δείχνει ότι το τελικό διάταγμα είναι ηπιότερο από ορισμένες εκδοχές που είχαν κυκλοφορήσει πριν από το υπουργικό συμβούλιο.

Burqa και niqab: όχι καλυμμένο πρόσωπο στο σχολείο

Το δεύτερο συμβολικά ισχυρό μέτρο αφορά την κάλυψη του προσώπου. Στις σχολικές δραστηριότητες απαγορεύεται πλέον η συμμετοχή με τρόπο που δεν επιτρέπει την αναγνώριση του προσώπου. Υπάρχουν εξαιρέσεις για λόγους υγείας, ασφάλειας ή εκπαιδευτικής δραστηριότητας. Η διάταξη είναι διατυπωμένη γενικά. Πολιτικά όμως είναι προφανές ότι η συζήτηση αφορά κυρίως την burqa και το niqab. Η απαγόρευση δεν αφορά απλώς τις μαθήτριες.

Καλύπτει και δραστηριότητες που συνδέονται με τις σχέσεις σχολείου και οικογένειας, επομένως μπορεί να αφορά και γονείς που εισέρχονται στον σχολικό χώρο. Και εδώ η Ιταλία πλησιάζει μια συζήτηση που έχει ήδη προηγηθεί σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες σχετικά με το πού βρίσκεται το όριο μεταξύ θρησκευτικής ελευθερίας, δημόσιας ασφάλειας, αναγνώρισης του προσώπου και κανόνων λειτουργίας των δημόσιων θεσμών.

Meloni και Mattarella: μια απρόσμενη ιστορική διαμάχη

Η υπόθεση απέκτησε και θεσμική διάσταση. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Sergio Mattarella είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο δημιουργίας σχολικών γκέτο. Η Giorgia Meloni απάντησε επικαλούμενη το παρελθόν του ίδιου του Mattarella. Όταν ήταν υπουργός Παιδείας, το 1989–1990, είχαν εκδοθεί εγκύκλιοι που αντιμετώπιζαν το ζήτημα της κατανομής αλλοδαπών μαθητών. Η πρωθυπουργός χρησιμοποίησε αυτό το ιστορικό προηγούμενο για να υποστηρίξει ότι η σημερινή πολιτική δεν αποτελεί κάποια πρωτοφανή ιδέα της ιταλικής Δεξιάς.

Από το Quirinale όμως επισημάνθηκε μια ουσιώδης διαφορά: εκείνες ήταν εγκύκλιοι πριν από περίπου 36 χρόνια και όχι νομοθετική επιβολή του σημερινού συγκεκριμένου αριθμητικού ορίου.

Έτσι μια συζήτηση για τη σύνθεση των σχολικών τάξεων μετατράπηκε προσωρινά και σε θεσμική αντιπαράθεση ανάμεσα στο Palazzo Chigi και το Quirinale.

Η αντιπολίτευση βλέπει πολιτική εκμετάλλευση

Η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει πολύ διαφορετικά τη μεταρρύθμιση. Η γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος Elly Schlein έχει χρησιμοποιήσει ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα για την κυβερνητική προσέγγιση, ενώ κόμματα και συνδικάτα υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα της σχολικής ένταξης δεν λύνεται με ποσοστώσεις αλλά με περισσότερους εκπαιδευτικούς, γλωσσική υποστήριξη και χρηματοδότηση. Από αυτή την οπτική, το 30% αντιμετωπίζεται περισσότερο ως πολιτικό μήνυμα προς το εκλογικό ακροατήριο παρά ως ολοκληρωμένη εκπαιδευτική πολιτική.

Η κυβέρνηση απαντά ότι χωρίς πραγματική διασπορά των νεοεισερχόμενων μαθητών οι πρόσθετοι εκπαιδευτικοί από μόνοι τους δεν μπορούν να αποτρέψουν τη δημιουργία σχολείων στα οποία η γλωσσική ένταξη γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Και κάπου ανάμεσα στις δύο θέσεις βρίσκονται αρκετοί άνθρωποι της εκπαίδευσης: αναγνωρίζουν ότι η υπερβολική συγκέντρωση μαθητών χωρίς επαρκή γνώση ιταλικών μπορεί πράγματι να δημιουργήσει εκπαιδευτικές δυσκολίες, αλλά αμφισβητούν κατά πόσο ένα αριθμητικό όριο μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς σοβαρές πρακτικές παρενέργειες.

Πόσες τάξεις αφορά πραγματικά;

Εδώ βρίσκεται μία ακόμη σημαντική λεπτομέρεια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Valditara, περίπου 34.000 τάξεις στην Ιταλία βρίσκονται σήμερα πάνω από το επίπεδο του 30% όσον αφορά τους μαθητές χωρίς ιταλική υπηκοότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι 34.000 τάξεις θα παραβιάζουν τον νέο νόμο. Από τον αριθμό πρέπει να αφαιρεθούν οι μαθητές που, παρότι δεν έχουν ιταλική υπηκοότητα, έχουν γεννηθεί στην Ιταλία ή έχουν ήδη αρκετά χρόνια φοίτησης στο ιταλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Άρα ο πραγματικός αριθμός των τάξεων που θα επηρεαστούν θα είναι μικρότερος.

Και αυτό ενισχύει ένα ενδιαφέρον ερώτημα: πόσο εκπαιδευτικό και πόσο πολιτικό είναι τελικά το μέτρο;

Η Ιταλία ανοίγει μια συζήτηση που έρχεται σε ολόκληρη την Ευρώπη

Πίσω από την ιταλική αντιπαράθεση βρίσκεται τελικά ένα πολύ μεγαλύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η πρώτη γενιά της μεγάλης μεταναστευτικής συζήτησης στην Ευρώπη αφορούσε κυρίως τα σύνορα: ποιος μπαίνει; Η δεύτερη αφορά όλο και περισσότερο όσα συμβαίνουν αφού κάποιος εγκατασταθεί στη χώρα: πώς ενσωματώνεται; Εδώ τα πράγματα γίνονται πολύ δυσκολότερα.

Η γλώσσα, το σχολείο, η κατοικία, η συγκέντρωση πληθυσμών σε συγκεκριμένες συνοικίες, η κοινωνική κινητικότητα και η σχέση των οικογενειών με τους δημόσιους θεσμούς συνδέονται μεταξύ τους. Ένα σχολείο μπορεί να επιχειρεί να ενσωματώσει παιδιά. Δεν μπορεί όμως μόνο του να αλλάξει τη δημογραφική σύνθεση μιας ολόκληρης συνοικίας. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα που αφήνει πίσω του το νέο ιταλικό διάταγμα.

Η Meloni επιχειρεί να θεσπίσει έναν σαφή κανόνα: η ένταξη δεν σημαίνει απλώς να τοποθετούνται όλα τα παιδιά στο ίδιο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά να αποτρέπεται η δημιουργία παράλληλων σχολικών κοινοτήτων. Οι επικριτές της απαντούν ότι ένας αριθμητικός κανόνας δεν μπορεί να λύσει κοινωνικά και πολεοδομικά προβλήματα δεκαετιών και μπορεί να δημιουργήσει νέες ανισότητες. Η πραγματική δοκιμασία επομένως δεν θα είναι η ψήφιση του 30%. Θα έρθει το σχολικό έτος 2027–2028.

Τότε η Ιταλία θα πρέπει να απαντήσει στο πολύ πρακτικό ερώτημα που σήμερα θέτουν οι διευθυντές των σχολείων: αν σε μια ολόκληρη γειτονιά περισσότερο από το 30% των παιδιών χρειάζεται ενισχυμένη γλωσσική και εκπαιδευτική ένταξη, πού ακριβώς πρέπει να πάνε τα παιδιά που περισσεύουν;

Και η απάντηση σε αυτό δεν βρίσκεται μόνο μέσα στην τάξη. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη θα επιλέξει να οργανώσει την ενσωμάτωση της επόμενης γενιάς.

Add comment

Comments

There are no comments yet.