Ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Andrew Bailey, προειδοποιεί ότι η δημοσιονομική αξιοπιστία της Βρετανίας βρίσκεται υπό πίεση. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων σκαρφαλώνουν στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007, ενώ η κυβέρνηση ετοιμάζει τον προϋπολογισμό της 28ης Οκτωβρίου. Το φάντασμα της κρίσης του 2022 επιστρέφει - αυτή τη φορά σε ένα πολύ πιο εύθραυστο διεθνές περιβάλλον.
Η προειδοποίηση που ξύπνησε τις μνήμες του 2022
Τέσσερα χρόνια μετά τη χρηματοπιστωτική αναταραχή που προκάλεσε ο περίφημος "μίνι προϋπολογισμός" της Λιζ Τρας, η Τράπεζα της Αγγλίας προειδοποιεί ότι οι συνθήκες για μια νέα κρίση εμπιστοσύνης δεν έχουν εξαφανιστεί. Αντιθέτως, ο συνδυασμός υψηλού δημόσιου χρέους, ασθενικής ανάπτυξης, γεωπολιτικών αναταράξεων και αυξανόμενου κόστους δανεισμού έχει καταστήσει τις αγορές περισσότερο ευαίσθητες στις δημοσιονομικές αποφάσεις των κυβερνήσεων.
Σε ομιλία του στις 8 Οκτωβρίου στην Κωνσταντινούπολη, ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Andrew Bailey, επικαλέστηκε ευθέως την κρίση του 2022 ως παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί όταν η εμπιστοσύνη των επενδυτών κλονίζεται. Ο Bailey δεν αναφέρθηκε άμεσα στα συγκεκριμένα μέτρα του επερχόμενου προϋπολογισμού. Το μήνυμά του, ωστόσο, ήταν σαφές: οι δημοσιονομικές επιλογές μπορούν να απειλήσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα όταν οι αγορές αμφισβητούν την αξιοπιστία τους.
Και η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία. Στις 28 Οκτωβρίου, ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι αναμένεται να παρουσιάσει τον πρώτο του προϋπολογισμό, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αποδόσεις των βρετανικών κρατικών ομολόγων βρίσκονται ήδη σε πολυετή υψηλά.
Τι συνέβη το 2022 και γιατί η Τράπεζα της Αγγλίας το θυμίζει σήμερα
Τον Σεπτέμβριο του 2022, η κυβέρνηση της Λιζ Τρας ανακοίνωσε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα φορολογικών μειώσεων, χωρίς αντίστοιχη αξιόπιστη παρουσίαση του τρόπου χρηματοδότησής του. Οι αγορές αντέδρασαν με μαζικές πωλήσεις βρετανικών κρατικών ομολόγων. Οι αποδόσεις εκτινάχθηκαν, η στερλίνα δέχθηκε ισχυρές πιέσεις και τα βρετανικά συνταξιοδοτικά ταμεία βρέθηκαν αντιμέτωπα με σοβαρή κρίση ρευστότητας. Ιδιαίτερα ευάλωτα αποδείχθηκαν τα συνταξιοδοτικά επενδυτικά σχήματα που χρησιμοποιούσαν στρατηγικές αντιστοίχισης υποχρεώσεων και επενδύσεων με μόχλευση.
Η πτώση των τιμών των ομολόγων προκάλεσε απαιτήσεις πρόσθετων εξασφαλίσεων, οδηγώντας σε αναγκαστικές πωλήσεις και επιτείνοντας την αναταραχή. Η Τράπεζα της Αγγλίας αναγκάστηκε να παρέμβει με προσωρινές αγορές μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων για να αποκαταστήσει τη λειτουργία της αγοράς. Η κρίση συνέβαλε στην πολιτική κατάρρευση της κυβέρνησης Τρας, η οποία παρέμεινε στην εξουσία μόλις 49 ημέρες.
Το ιστορικό δίδαγμα ήταν ότι μια κυβέρνηση μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με κρίση χρηματοδότησης ακόμη και όταν εκδίδει χρέος στο δικό της νόμισμα. Δεν απαιτείται προηγουμένως να έχει εξαντλήσει τα ταμειακά της διαθέσιμα. Αρκεί να χαθεί απότομα η εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Τα βρετανικά ομόλογα εκπέμπουν νέο σήμα κινδύνου
Η άνοδος των αποδόσεων σημαίνει ότι οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη αποζημίωση για να χρηματοδοτήσουν το βρετανικό Δημόσιο. Κάθε νέα έκδοση χρέους και κάθε αναχρηματοδότηση παλαιότερων ομολόγων με υψηλότερα επιτόκια αυξάνει σταδιακά τις δαπάνες εξυπηρέτησης. Το αποτέλεσμα είναι ένας δυνητικά αυτοτροφοδοτούμενος μηχανισμός: Υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν τις δαπάνες τόκων. Οι αυξημένες δαπάνες περιορίζουν τα δημοσιονομικά περιθώρια. Η επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών μπορεί να οδηγήσει τους επενδυτές να απαιτήσουν ακόμη υψηλότερες αποδόσεις.
Δεν πρόκειται για αναπόφευκτη εξέλιξη, αλλά για έναν κίνδυνο που γίνεται σοβαρότερος όταν η ανάπτυξη είναι χαμηλή.
Ο προϋπολογισμός με τα ελάχιστα περιθώρια
Η πίεση αποτυπώνεται και στις εκτιμήσεις για τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Σύμφωνα με την EY, το περιθώριο ασφαλείας έναντι των δημοσιονομικών κανόνων της κυβέρνησης έχει περιοριστεί από 23,6 δισ. στερλίνες τον Μάρτιο σε περίπου 11,3 δισ. στερλίνες. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με το υψηλότερο κόστος δανεισμού, τον πληθωρισμό και τις ασθενέστερες προοπτικές ανάπτυξης.
Η κυβέρνηση καλείται να επιλέξει μεταξύ φορολογικών αυξήσεων, περιορισμού δαπανών και αποδοχής μικρότερων δημοσιονομικών περιθωρίων. Καμία επιλογή δεν είναι οικονομικά ανώδυνη. Οι φορολογικές αυξήσεις μπορούν να περιορίσουν την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις. Οι περικοπές δαπανών μπορούν να επηρεάσουν τη δημόσια ζήτηση και τις υπηρεσίες. Η διατήρηση υψηλών ελλειμμάτων, από την άλλη πλευρά, ενδέχεται να επιβαρύνει το κόστος χρηματοδότησης.
Το κρίσιμο ζητούμενο είναι η αξιοπιστία του συνολικού δημοσιονομικού σχεδίου, όχι απλώς η ανακοίνωση ενός συγκεκριμένου αριθμού για το έλλειμμα.
Ο πληθωρισμός κάνει το δίλημμα ακόμη δυσκολότερο
Η Τράπεζα της Αγγλίας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει απεριόριστα την άνοδο των κρατικών αποδόσεων με μειώσεις επιτοκίων. Ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,1% τον Αύγουστο, πάνω από τον στόχο του 2%, ενώ το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας παραμένει στο 3,75%. Οι ενεργειακές αναταράξεις και οι διαταραχές της προσφοράς δημιουργούν ένα δύσκολο περιβάλλον: υψηλότερες τιμές, αλλά ταυτόχρονα χαμηλότερη οικονομική δραστηριότητα.
Εάν η κεντρική τράπεζα μειώσει επιθετικά τα επιτόκια, κινδυνεύει να ενισχύσει τον πληθωρισμό. Εάν διατηρήσει αυστηρή νομισματική πολιτική, μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω την ανάπτυξη και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Ο Bailey προειδοποίησε ότι η επανάληψη μεγάλων οικονομικών διαταραχών εξαντλεί σταδιακά τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να στηρίζουν τις οικονομίες τους όταν εμφανίζονται νέες κρίσεις.
Διαβάστε ακόμα: Brexit: Δέκα χρόνια μετά, ματώνει το πορτοφόλι των Βρετανών
Από το Λονδίνο στο Παρίσι: Ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα
Η βρετανική περίπτωση δεν εξελίσσεται απομονωμένα. Η Γαλλία αντιμετωπίζει επίσης σοβαρές δημοσιονομικές πιέσεις, ενώ η αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων έχει διεθνή χαρακτηριστικά. Οι δύο χώρες έχουν διαφορετικά νομισματικά καθεστώτα. Η Βρετανία εκδίδει χρέος σε δικό της νόμισμα και διαθέτει ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα. Η Γαλλία συμμετέχει στην Ευρωζώνη και εξαρτάται από το κοινό νομισματικό πλαίσιο της ΕΚΤ.
Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις αναδεικνύεται το ίδιο θεμελιώδες πρόβλημα: η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να παραμένει αξιόπιστη στα μάτια των επενδυτών. Όταν η εμπιστοσύνη μειώνεται, το κόστος χρηματοδότησης αυξάνεται ανεξάρτητα από το μέγεθος ή το ιστορικό κύρος μιας οικονομίας.
Συμπέρασμα: Οι αγορές ομολόγων επιστρέφουν ως περιορισμός της πολιτικής εξουσίας
Η προειδοποίηση του Bailey δεν αποτελεί πρόβλεψη ότι η Βρετανία θα ζήσει υποχρεωτικά μια δεύτερη κρίση Λιζ Τρας. Αποτελεί υπενθύμιση ότι η δημοσιονομική αξιοπιστία μπορεί να χαθεί πολύ ταχύτερα από όσο οικοδομείται. Η Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο μείγμα υψηλού κόστους δανεισμού, πληθωριστικών πιέσεων και περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου. Το ερώτημα για τον προϋπολογισμό της 28ης Οκτωβρίου δεν είναι απλώς πόσους φόρους θα αυξήσει ή ποιες δαπάνες θα περιορίσει η κυβέρνηση.
Είναι εάν θα καταφέρει να πείσει τους επενδυτές ότι διαθέτει μια συνεκτική στρατηγική για το δημόσιο χρέος και την ανάπτυξη. Το δίδαγμα του 2022 είναι ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να ανακοινώνουν την οικονομική πολιτική που επιθυμούν. Δεν μπορούν, όμως, να καθορίζουν μονομερώς το επιτόκιο με το οποίο οι αγορές είναι διατεθειμένες να τις χρηματοδοτήσουν. Και αυτό το δίδαγμα αποκτά νέα σημασία σε μια εποχή κατά την οποία ολοένα περισσότερα κράτη ανταγωνίζονται για το διεθνές κεφάλαιο.


Add comment
Comments