Γαλλία: Η Oxfam στρέφεται κατά του κράτους για τη φορολογία των πλουσίων – Φορολογική δικαιοσύνη ή τιμωρία της περιουσίας;

Published on October 13, 2026 at 5:52 PM

Η Oxfam κατηγορεί το γαλλικό κράτος ότι επιτρέπει στους πλουσιότερους πολίτες να αποφεύγουν δυσανάλογα τη φορολογία και ζητά την επιβολή νέου φόρου στις μεγάλες περιουσίες. Πίσω όμως από τη δικαστική πρωτοβουλία βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ερώτημα: Μπορεί μια χώρα που αντιμετωπίζει δημοσιονομικά αδιέξοδα, χαμηλή ανταγωνιστικότητα και υψηλές δημόσιες δαπάνες να λύσει τα προβλήματά της φορολογώντας ακόμη περισσότερο το κεφάλαιο; 

Από την Αληκτώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Από την πολιτική αντιπαράθεση στις δικαστικές αίθουσες

Η φορολόγηση των πλουσίων αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα από τα αγαπημένα πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης στη Γαλλία. Αυτή τη φορά, όμως, η συζήτηση μεταφέρεται από το Κοινοβούλιο στη Δικαιοσύνη. Η Oxfam France ανακοίνωσε ότι στις 12 Οκτωβρίου υπέβαλε επίσημο αίτημα προς το γαλλικό κράτος, κατηγορώντας το ότι δεν εγγυάται επαρκώς την ισότητα των πολιτών απέναντι στη φορολογία. Η οργάνωση, επικεφαλής της οποίας είναι η πρώην υπουργός Σεσίλ Ντιφλό, υποστηρίζει ότι το γαλλικό φορολογικό σύστημα περιλαμβάνει μηχανισμούς που επιτρέπουν στους ιδιαίτερα εύπορους να περιορίζουν σημαντικά τις φορολογικές τους υποχρεώσεις.

Στο επίκεντρο της κριτικής της βρίσκονται οι εταιρείες συμμετοχών, οι ειδικές φορολογικές ρυθμίσεις για τη μεταβίβαση οικογενειακών επιχειρήσεων και η ανεπαρκής, κατά την εκτίμησή της, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Η Oxfam ζητά από το κράτος να αναγνωρίσει και να αποκαταστήσει την υποτιθέμενη παραβίαση της φορολογικής ισότητας. Εάν δεν λάβει ικανοποιητική απάντηση εντός δύο μηνών, σκοπεύει να προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο του Παρισιού. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για δικαστική απόφαση που διαπιστώνει φορολογική αδικία, αλλά για την έναρξη μιας διαδικασίας αμφισβήτησης της φορολογικής πολιτικής του κράτους.

Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Η Γαλλία αντιμετωπίζει σοβαρές δημοσιονομικές πιέσεις, ενώ η συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2027 αναζωπυρώνει τις διαφωνίες για τη φορολογία, τις κοινωνικές δαπάνες και τον τρόπο περιορισμού των ελλειμμάτων. Και κάπου εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα που συχνά αποφεύγεται στον δημόσιο διάλογο: Εάν ένα κράτος αδυνατεί να ισορροπήσει τα οικονομικά του, η λύση είναι πάντοτε να αναζητά περισσότερα έσοδα από τους πολίτες ή οφείλει πρώτα να εξετάσει γιατί χρειάζεται διαρκώς περισσότερα χρήματα;

Ο φόρος Zucman: 2% επί της περιουσίας, ανεξάρτητα από το εισόδημα

Η σημαντικότερη φορολογική πρόταση που υποστηρίζει η Oxfam είναι ο λεγόμενος φόρος Zucman, από το όνομα του Γάλλου οικονομολόγου Gabriel Zucman. Η πρόταση αφορά έναν ελάχιστο ετήσιο φόρο ίσο με το 2% της καθαρής περιουσίας των εξαιρετικά εύπορων νοικοκυριών, με όριο περιουσίας τα €100 εκ. Στη γαλλική εκδοχή του, ο φόρος θα λειτουργούσε ως ελάχιστη συνολική επιβάρυνση, με συμψηφισμό ορισμένων φόρων που έχουν ήδη καταβληθεί, και όχι αναγκαστικά ως πρόσθετος φόρος 2% πάνω σε κάθε άλλη υποχρέωση. Οι υποστηρικτές του εκτιμούν ότι θα μπορούσε να αποφέρει σημαντικά δημόσια έσοδα και να αντιμετωπίσει περιπτώσεις όπου μεγάλες περιουσίες συνδέονται με σχετικά περιορισμένο δηλωμένο προσωπικό εισόδημα.


Η λογική της πρότασης είναι κατανοητή: όταν κάποιος ελέγχει περιουσιακά στοιχεία τεράστιας αξίας, θα πρέπει, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, να συνεισφέρει ένα ελάχιστο ποσοστό αυτής της αξίας στα δημόσια έσοδα. Ωστόσο, η οικονομική εφαρμογή είναι πολύ πιο περίπλοκη από τη διατύπωση. Διότι η περιουσία δεν είναι εισόδημα. Και η χρηματιστηριακή ή λογιστική αποτίμηση μιας επιχείρησης δεν ισοδυναμεί με διαθέσιμα μετρητά. Ένας επιχειρηματίας μπορεί να κατέχει μετοχές αξίας €500 εκατομμυρίων χωρίς να διαθέτει €10 εκατομμύρια ετήσιου προσωπικού εισοδήματος.

Αντίστοιχα, μια αναπτυσσόμενη επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει υψηλή αποτίμηση, αλλά να επανεπενδύει τα κέρδη της, να αντιμετωπίζει ζημιές ή να χρειάζεται σημαντικά πρόσθετα κεφάλαια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η φορολόγηση της περιουσίας μπορεί να απαιτεί πώληση μετοχών, διανομή μερισμάτων ή πρόσθετο δανεισμό. 

Το κρίσιμο παράδειγμα: Όταν ο φόρος απορροφά την απόδοση του κεφαλαίου

Ας εξετάσουμε ένα απλό υποθετικό παράδειγμα. Μια οικογένεια διαθέτει καθαρή επιχειρηματική περιουσία αξίας €200 εκατομμυρίων. Η περιουσία αυτή παράγει ετήσια οικονομική απόδοση 2%, δηλαδή €4 εκατομμύρια, πριν από την προσωπική φορολογία. Ένας ετήσιος φόρος περιουσίας 2% αντιστοιχεί επίσης σε €4 εκατομμύρια. Με άλλα λόγια, ο φόρος μπορεί να απορροφήσει ολόκληρη την ετήσια οικονομική απόδοση, προτού ληφθούν υπόψη άλλες επιβαρύνσεις. Εάν η απόδοση περιοριστεί στο 1%, ο φόρος περιουσίας θα ισοδυναμεί με το διπλάσιο της ετήσιας απόδοσης.

Και εάν η επιχείρηση καταγράψει ζημιές, η υποχρέωση δεν εξαφανίζεται απαραιτήτως. Το παράδειγμα απομονώνει τον φόρο περιουσίας για να δείξει την οικονομική του επίδραση. Η πραγματική επιβάρυνση στο προτεινόμενο σύστημα θα εξαρτιόταν από τους συμψηφισμούς, τις αποτιμήσεις και τους τελικούς κανόνες εφαρμογής.

Η ουσία είναι ότι ένας φόρος επί της περιουσίας έχει διαφορετικές οικονομικές συνέπειες από έναν φόρο επί των πραγματοποιημένων κερδών. Ο πρώτος μπορεί να επιβάλλεται ακόμη και όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα εισοδήματα. Ο δεύτερος συνδέεται περισσότερο με την πραγματοποίηση φορολογητέας απόδοσης. Η διαφορά έχει σημασία για τη συσσώρευση κεφαλαίου, την επιχειρηματική ανάπτυξη και τη δυνατότητα χρηματοδότησης νέων επενδύσεων.

Πληρώνουν πράγματι οι πλουσιότεροι λιγότερους φόρους;

Το ισχυρότερο επιχείρημα της Oxfam δεν είναι απλώς πολιτικό. Στηρίζεται και σε πραγματικά ευρήματα οικονομικής έρευνας. Το 2023, το γαλλικό Ινστιτούτο Δημόσιων Πολιτικών (IPP) δημοσίευσε μελέτη που εξέτασε την πραγματική φορολογική επιβάρυνση των πλουσιότερων νοικοκυριών, χρησιμοποιώντας διοικητικά δεδομένα του 2016. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο αποτελεσματικός συντελεστής άμεσης φορολογίας έφτανε περίπου το 46% για το πλουσιότερο 0,1% των νοικοκυριών, αλλά υποχωρούσε στο 26% για το ανώτατο 0,0002%. Η μελέτη συνυπολόγισε εταιρικά κέρδη που δεν είχαν διανεμηθεί στους μετόχους, καθώς και τον φόρο που είχαν καταβάλει οι επιχειρήσεις. Δεν αποτελεί μέτρηση όλων των έμμεσων φόρων ούτε περιγραφή του φορολογικού συστήματος όπως ισχύει το 2026.

Το εύρημα είναι σημαντικό και δεν υπάρχει λόγος να υποβαθμιστεί. Αναδεικνύει ένα πραγματικό ερώτημα: γιατί η συνολική φορολογική επιβάρυνση, όταν μετράται σε σχέση με ένα ευρύτερο οικονομικό εισόδημα, μπορεί να μειώνεται στην κορυφή της κατανομής; Η απάντηση σχετίζεται με τη διαφορετική φορολογική μεταχείριση της εργασίας, των εταιρικών κερδών, των μερισμάτων και των υπεραξιών. Ωστόσο, από τη διαπίστωση αυτή μέχρι το συμπέρασμα ότι απαιτείται ένας νέος ετήσιος φόρος περιουσίας υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Μπορεί να χρειάζεται διεύρυνση της φορολογικής βάσης, κατάργηση αδικαιολόγητων εξαιρέσεων ή αποτελεσματικότερος έλεγχος καταχρηστικών πρακτικών. Δεν προκύπτει αυτομάτως ότι η αποτελεσματικότερη λύση είναι να φορολογείται κάθε χρόνο η συνολική αξία του κεφαλαίου. Η ύπαρξη φορολογικής στρέβλωσης δεν δικαιολογεί οποιαδήποτε φορολογική απάντηση.

Οι εταιρείες συμμετοχών δεν είναι από μόνες τους μηχανισμοί φοροαποφυγής

Ένα ακόμη σημείο της αντιπαράθεσης αφορά τις εταιρείες συμμετοχών, γνωστές ως holdings. Η Oxfam θεωρεί ότι τέτοιες εταιρικές δομές επιτρέπουν σε μεγάλους μετόχους να διατηρούν κεφάλαια εντός εταιρειών, περιορίζοντας τη φορολόγηση που θα προέκυπτε εάν τα ποσά διανέμονταν ως προσωπικό εισόδημα. Υπάρχουν πράγματι περιπτώσεις στις οποίες εταιρικές δομές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό. Αλλά μια εταιρεία συμμετοχών δεν αποτελεί αυτομάτως μηχανισμό φοροαποφυγής. Μπορεί να χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση θυγατρικών, την πραγματοποίηση εξαγορών, τη διαχείριση επιχειρηματικών κινδύνων και την ανακατανομή κεφαλαίων ανάμεσα σε διαφορετικές παραγωγικές δραστηριότητες.

Η φορολογική μεταχείριση των ενδοομιλικών μερισμάτων, για παράδειγμα, αποσκοπεί συχνά στην αποφυγή επαναλαμβανόμενης φορολόγησης των ίδιων εταιρικών κερδών. Εάν κάθε μεταφορά κεφαλαίων μεταξύ επιχειρήσεων αντιμετωπιζόταν ως προσωπικό εισόδημα του τελικού μετόχου, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν σοβαρές στρεβλώσεις στις επενδύσεις. Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν υπάρχουν εταιρείες συμμετοχών. Είναι εάν χρησιμοποιούνται για πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα ή για να μετατρέπονται προσωπικές δαπάνες και εισοδήματα σε τεχνητά φορολογικά πλεονεκτήματα.

Η διάκριση είναι θεμελιώδης. Άλλο η καταπολέμηση της καταχρηστικής φοροαποφυγής και άλλο η αντιμετώπιση της νόμιμης επιχειρηματικής οργάνωσης ως ύποπτης δραστηριότητας.

Το γαλλικό κράτος έχει πρόβλημα εσόδων ή πρόβλημα δαπανών;

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πολιτικοοικονομική διάσταση της υπόθεσης. Η Γαλλία διαθέτει ήδη ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια συστήματα αναδιανομής στην Ευρώπη, με ιδιαίτερα υψηλές δημόσιες δαπάνες και μεγάλη φορολογική επιβάρυνση σε σχέση με το ΑΕΠ. Παρά ταύτα, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και αυξανόμενο δημόσιο χρέος. Η συνήθης πολιτική απάντηση είναι η αναζήτηση νέων φορολογικών εσόδων. Περισσότερη φορολογία στα υψηλά εισοδήματα. Περισσότερη φορολογία στις επιχειρήσεις. Περισσότερη φορολογία στην περιουσία.

Όμως αυτή η προσέγγιση παρακάμπτει ένα βασικό ερώτημα: γιατί ένα κράτος που ήδη απορροφά τόσο μεγάλο μέρος της οικονομικής παραγωγής εξακολουθεί να αδυνατεί να χρηματοδοτήσει τις υποχρεώσεις του; Δεν σημαίνει ότι κάθε δημόσια δαπάνη είναι περιττή ή ότι η κοινωνική προστασία αποτελεί δημοσιονομική πολυτέλεια. Σημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα των δαπανών πρέπει να εξετάζεται με την ίδια αυστηρότητα που εξετάζεται η επάρκεια των φορολογικών εσόδων. Εάν οι πρόσθετοι φόροι χρησιμοποιούνται απλώς για να χρηματοδοτήσουν τη συνέχιση αναποτελεσματικών πολιτικών, το δημοσιονομικό πρόβλημα μπορεί να αναπαράγεται αντί να επιλύεται.

Και όσο περισσότερο αυξάνεται η επιβάρυνση της παραγωγικής δραστηριότητας, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος περιορισμού των επενδύσεων που θα μπορούσαν να διευρύνουν τη φορολογική βάση.


Η φορολόγηση της περιουσίας δεν εγγυάται τα έσοδα που υπόσχεται

Οι υποστηρικτές του φόρου Zucman έχουν παρουσιάσει εκτιμήσεις για ετήσια έσοδα της τάξης των €15 - € 25 δισ. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις αμφισβητούνται. Η γαλλική Fondation IFRAP, η οποία υποστηρίζει μια περισσότερο φιλελεύθερη οικονομική προσέγγιση, έχει επισημάνει ότι τα πραγματικά έσοδα μπορεί να είναι σημαντικά χαμηλότερα εάν συνυπολογιστούν οι ήδη καταβαλλόμενοι εταιρικοί φόροι και οι σχετικοί συμψηφισμοί. Η ίδια υποστηρίζει ότι, υπό διαφορετικές παραδοχές, τα πρόσθετα έσοδα θα μπορούσαν να περιοριστούν σε περίπου €2 – €3 δισ. Πρόκειται για εκτίμηση του συγκεκριμένου οργανισμού, όχι για διαπιστωμένο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο λογιστικό. Οι φορολογούμενοι και οι επιχειρήσεις αντιδρούν στα φορολογικά κίνητρα. Μπορούν να μεταβάλουν τον τρόπο χρηματοδότησης των επενδύσεών τους, τη διανομή κερδών, τη διάρθρωση των περιουσιακών στοιχείων τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη φορολογική τους κατοικία. Η έκταση αυτών των αντιδράσεων αποτελεί αντικείμενο εμπειρικής έρευνας και δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

Ούτε κάθε αύξηση φόρων οδηγεί σε μαζική φυγή κεφαλαίων ούτε κάθε εκτίμηση πρόσθετων εσόδων μπορεί να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των φορολογουμένων. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα με τις απλουστευτικές δημοσιονομικές υποσχέσεις. Υπολογίζουν συχνά τι θα εισέπραττε το κράτος εάν η φορολογική βάση παρέμενε αμετάβλητη. Αλλά η φορολογική βάση δεν είναι στατική.

Το ζήτημα της κληρονομιάς: Προστασία των προνομίων ή προστασία των επιχειρήσεων;

Η Oxfam στρέφεται επίσης κατά του γαλλικού μηχανισμού Pacte Dutreil, ο οποίος παρέχει σημαντική φορολογική ελάφρυνση κατά τη μεταβίβαση οικογενειακών επιχειρήσεων, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το βασικό του χαρακτηριστικό είναι ότι επιτρέπει απαλλαγή του 75% της αξίας της επιλέξιμης επιχειρηματικής συμμετοχής από τη φορολογητέα βάση της μεταβίβασης. Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι ευνοεί τη μεταβίβαση μεγάλων περιουσιών μεταξύ γενεών. Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά.

Μια οικογενειακή επιχείρηση μπορεί να διαθέτει μεγάλη λογιστική αξία χωρίς αντίστοιχα διαθέσιμα μετρητά. Εάν οι κληρονόμοι υποχρεωθούν να καταβάλουν ιδιαίτερα υψηλό φόρο για να διατηρήσουν την ιδιοκτησία της, μπορεί να χρειαστεί να πουλήσουν μέρος της επιχείρησης, να αναλάβουν μεγάλο δανεισμό ή να περιορίσουν τις επενδύσεις της. Αυτό μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή και την απασχόληση.

Από την άλλη πλευρά, δεν δικαιολογείται κάθε φορολογική απαλλαγή απλώς επειδή συνδέεται με μια οικογενειακή επιχείρηση. Εάν ένα καθεστώς επιτρέπει να εντάσσονται στην ευνοϊκή μεταχείριση περιουσιακά στοιχεία που δεν εξυπηρετούν πραγματική παραγωγική δραστηριότητα, υπάρχει λόγος αναθεώρησής του. Μια συνεπής φιλελεύθερη προσέγγιση δεν χρειάζεται να υπερασπίζεται κάθε φορολογικό προνόμιο.

Οφείλει να υπερασπίζεται την ουδετερότητα των κανόνων, την επιχειρηματική συνέχεια και την αποφυγή περιττών στρεβλώσεων.

Φορολογική ισότητα δεν σημαίνει υποχρεωτικά υψηλότερη φορολογία

Η συζήτηση που άνοιξε η Oxfam έχει πραγματική σημασία. Κανένα φιλελεύθερο οικονομικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά όταν οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά. Εάν κάποιοι αποκτούν αδικαιολόγητα φορολογικά πλεονεκτήματα λόγω πολιτικής επιρροής, ειδικών εξαιρέσεων ή καταχρηστικών πρακτικών, το πρόβλημα δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Είναι πρόβλημα ανταγωνισμού και ισότητας απέναντι στον νόμο.

Ωστόσο, η φορολογική ισότητα δεν πρέπει να συγχέεται με την επιδίωξη διαρκώς υψηλότερης φορολόγησης. Ένα απλούστερο σύστημα, με ευρύτερη φορολογική βάση, λιγότερες εξαιρέσεις και προβλέψιμους συντελεστές, μπορεί να εξασφαλίζει δικαιότερη κατανομή των βαρών χωρίς να αυξάνει απαραίτητα τη συνολική φορολογική επιβάρυνση. Η ουσιαστική μεταρρύθμιση θα έπρεπε να στοχεύει στην εξάλειψη των αδικαιολόγητων προνομίων, όχι στη δημιουργία νέων αντικινήτρων για την παραγωγή και τη συσσώρευση κεφαλαίου.

Και εδώ η Γαλλία αντιμετωπίζει μια βαθύτερη αντίφαση. Επιθυμεί περισσότερες επενδύσεις, ισχυρότερη βιομηχανία, μεγαλύτερη παραγωγικότητα και υψηλότερους μισθούς. Ταυτόχρονα, ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού της συστήματος αντιμετωπίζει τη συσσώρευση ιδιωτικού πλούτου πρωτίστως ως φορολογική ευκαιρία.

Όμως οι επενδύσεις προϋποθέτουν κεφάλαιο. Και το κεφάλαιο δεν δημιουργείται με κυβερνητικές αποφάσεις. Δημιουργείται μέσα από αποταμίευση, επιχειρηματικό κίνδυνο, παραγωγή και επανεπένδυση κερδών.

Συμπέρασμα: Η Γαλλία αναζητά περισσότερους φόρους αντί να αντιμετωπίσει το πραγματικό της πρόβλημα

Η δικαστική πρωτοβουλία της Oxfam αναδεικνύει ένα υπαρκτό ζήτημα: την ανάγκη οι φορολογικοί κανόνες να εφαρμόζονται με συνέπεια και να μην δημιουργούν αδικαιολόγητα προνόμια. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η επιβολή ενός νέου φόρου επί της περιουσίας αποτελεί την ενδεδειγμένη απάντηση. Η Γαλλία δεν στερείται απλώς φορολογικών εργαλείων. Διαθέτει ήδη έναν ιδιαίτερα εκτεταμένο μηχανισμό φορολόγησης και αναδιανομής. Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι αυτός ο μηχανισμός δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει διατηρήσιμη δημοσιονομική ισορροπία και επαρκή οικονομική δυναμική.

Κάθε νέα φορολογική πρόταση οφείλει, επομένως, να απαντά σε τρία ερωτήματα. 

  • Θα αποφέρει πράγματι τα έσοδα που υπόσχεται;
  • Θα περιορίσει ή θα ενισχύσει τις στρεβλώσεις της οικονομίας;
  • Και, κυρίως, θα συμβάλει στη δημιουργία περισσότερου πλούτου ή θα αναδιανείμει ένα ολοένα μικρότερο παραγωγικό αποτέλεσμα;

Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαρκή αναζήτηση νέων φορολογικών βάσεων. Διότι όταν ένα κράτος αντιμετωπίζει κάθε συσσωρευμένο κεφάλαιο ως δυνητική πηγή πρόσθετων εσόδων, κινδυνεύει να υπονομεύσει ακριβώς εκείνο που χρειάζεται περισσότερο: τις παραγωγικές επενδύσεις που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν με βιώσιμο τρόπο το κοινωνικό του κράτος. Και αυτή είναι η ουσιαστική αντίφαση της γαλλικής οικονομικής πολιτικής. Αντί να θέσει πρώτα το ερώτημα πώς θα δημιουργηθεί περισσότερος πλούτος, επιστρέφει διαρκώς στο ερώτημα πώς θα φορολογηθεί περισσότερο ο ήδη υπάρχων.

Add comment

Comments

There are no comments yet.