Η Νέα Δημοκρατία υποχωρεί στο 23,8%, η ΕΛ.ΑΣ. του Αλέξη Τσίπρα υποχωρεί στο 13,8% και το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει στο 11,2%. Η έρευνα της ALCO για τον Flash.gr αποτυπώνει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: ισχυρή κοινωνική επιθυμία για πολιτική αλλαγή, χωρίς αντίστοιχη συγκέντρωση εκλογικής υποστήριξης σε κάποιον από τους βασικούς αντιπολιτευτικούς σχηματισμούς.
Η νέα δημοσκόπηση της ALCO για λογαριασμό του Flash.gr, που δημοσιεύθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2026, δεν περιορίζεται στην καταγραφή των κομματικών ποσοστών. Αποκαλύπτει μια πολιτική πραγματικότητα στην οποία η κυβερνητική παράταξη εξακολουθεί να προηγείται, παρά τη σημαντική κοινωνική δυσαρέσκεια, ενώ η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη.
Το 63% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι επιθυμεί πολιτική αλλαγή, έναντι μόλις 23% που προτιμά τη συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης. Ωστόσο, στην πρόθεση ψήφου η Νέα Δημοκρατία διατηρεί προβάδισμα δέκα ποσοστιαίων μονάδων από το δεύτερο κόμμα. Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πολιτική αντίφαση της έρευνας: η επιθυμία για αλλαγή είναι πολύ μεγαλύτερη από την εκλογική υποστήριξη που συγκεντρώνει οποιαδήποτε συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση.
Νέα Δημοκρατία: Πρώτη, αλλά κάτω από το 24%
Στην πρόθεση ψήφου επί των εγκύρων, η Νέα Δημοκρατία καταγράφει 23,8%, έναντι 24,3% στην προηγούμενη μέτρηση της ALCO. Η υποχώρηση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα είναι περιορισμένη και δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει νέα πολιτική τάση. Εντάσσεται, ωστόσο, σε μια σειρά μετρήσεων στις οποίες η κυβερνητική παράταξη κινείται κοντά στο 24%.
Η διαχρονική εικόνα της ALCO είναι χαρακτηριστική:
-
Ιανουάριος 2026: 23,5%
-
Μάρτιος 2026: 25,1%
-
Απρίλιος 2026: 23,8%
-
Μάιος 2026: 22,8% και 23,5% σε δύο διαφορετικές μετρήσεις
-
Ιούνιος 2026: 23,3% και 24,0%
-
Ιούλιος 2026: 24,6%
-
Σεπτέμβριος 2026: 24,3%
-
Οκτώβριος 2026: 23,8%
Η εικόνα αυτή παραπέμπει περισσότερο σε διακυμάνσεις γύρω από ένα σχετικά σταθερό επίπεδο υποστήριξης παρά σε σαφή πορεία διαρκούς ανόδου ή πτώσης. Το πιο ενδιαφέρον εύρημα για τη Νέα Δημοκρατία βρίσκεται, πάντως, στη συσπείρωση των ψηφοφόρων της. Σύμφωνα με την ALCO, η συσπείρωση διαμορφώνεται στο 60% των ψηφοφόρων που είχαν επιλέξει το κόμμα στις εθνικές εκλογές του Ιουνίου 2023. Το 21,9% αυτής της ομάδας δηλώνει σήμερα αναποφάσιστο, ενώ το 7,5% προσανατολίζεται προς άλλο κόμμα.
Πρόκειται για μια ουσιαστική πολιτική παράμετρο: σημαντικό μέρος της απώλειας εκλογικής υποστήριξης δεν έχει μετατραπεί σε οριστική μετακίνηση προς συγκεκριμένο αντίπαλο.
Η δυνατότητα επαναπροσέγγισης αυτών των ψηφοφόρων αποτελεί ένα από τα ανοιχτά ερωτήματα για την κυβερνητική παράταξη. Η δημοσκόπηση, όμως, δεν επιτρέπει να θεωρηθεί δεδομένη μια τέτοια επιστροφή.
Η ΕΛ.ΑΣ. δεύτερη, αλλά χάνει έδαφος – Το ΠΑΣΟΚ πλησιάζει
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.ΑΣ.) του Αλέξη Τσίπρα συγκεντρώνει 13,8%, έναντι 14,4% τον Σεπτέμβριο. Η υποχώρηση κατά 0,6 μονάδες δεν μεταβάλλει τη θέση της στη συγκεκριμένη μέτρηση, αλλά περιορίζει τη διαφορά της από το ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη καταγράφει 11,2%, έναντι 11,1% τον προηγούμενο μήνα. Έτσι, η μεταξύ τους απόσταση μειώνεται από 3,3 σε 2,6 ποσοστιαίες μονάδες, κυρίως λόγω της υποχώρησης της ΕΛ.ΑΣ. και όχι λόγω κάποιας ουσιαστικής ενίσχυσης του ΠΑΣΟΚ.
Η διαπίστωση έχει σημασία. Μια μικρότερη διαφορά ανάμεσα σε δύο κόμματα δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι το τρίτο ενισχύει την απήχησή του. Μπορεί απλώς να υποχωρεί εκείνο που προηγείται. Σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, η ΕΛ.ΑΣ. είχε καταγραφεί στο 12,8% στα τέλη Μαΐου, στο 14,7% στα τέλη Ιουνίου και στο 15,3% τον Ιούλιο. Η μέτρηση του Οκτωβρίου βρίσκεται χαμηλότερα από εκείνα τα επίπεδα. Αντίστοιχα, το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει διακυμάνσεις, χωρίς να έχει διαμορφώσει μέχρι στιγμής μια σταθερή ανοδική πορεία. Η συνολική εικόνα αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό του σημερινού πολιτικού ανταγωνισμού: η κυβερνητική δυσαρέσκεια δεν μεταφέρεται αυτομάτως και συγκεντρωτικά στην αξιωματική ή στην υπόλοιπη αντιπολίτευση.
ΚΚΕ και Ελληνική Λύση: Αντίθετες κινήσεις
Το ΚΚΕ καταγράφει 7,1%, από 6,2% τον Σεπτέμβριο, σημειώνοντας άνοδο 0,9 ποσοστιαίων μονάδων. Αντίθετα, η Ελληνική Λύση υποχωρεί στο 5,6%, από 6,4%. Η εξέλιξη μεταβάλλει την κατάταξη των δύο κομμάτων στη συγκεκριμένη δημοσκόπηση, με το ΚΚΕ να εμφανίζεται τέταρτο. Στη διαχρονική σειρά της ALCO, το ΚΚΕ κινείται επί πολλούς μήνες κοντά στο 6%–7,5%, ενώ η Ελληνική Λύση καταγράφει χαμηλότερη επίδοση σε σχέση με τις μετρήσεις στις αρχές του 2026, όταν βρισκόταν κοντά στο 9%.
Η σύγκριση διαφορετικών χρονικών σημείων έχει μεγαλύτερη αναλυτική αξία από μια μεμονωμένη μηνιαία μεταβολή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε διαφορά αποτυπώνει υποχρεωτικά στατιστικά σημαντική μετακίνηση.
Ο νέος παράγοντας της Συμμαχίας Ελλήνων
Ένα από τα πολιτικά αξιοσημείωτα στοιχεία της έρευνας είναι η καταγραφή της Συμμαχίας Ελλήνων στο 4%. Πρόκειται για τον σχηματισμό τον οποίο έχει δηλώσει ότι υποστηρίζει ο Ηλίας Κασιδιάρης, καταδικασμένος για συμμετοχή στην εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής. Η παρουσία του συγκεκριμένου σχηματισμού στη μέτρηση προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα στον ήδη κατακερματισμένο κομματικό ανταγωνισμό. Το ποσοστό του 4% βρίσκεται πάνω από το εκλογικό όριο του 3%, αλλά η καταγραφή σε μία δημοσκόπηση δεν προδικάζει την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Η τελική σύνθεση της Βουλής εξαρτάται από την πραγματική εκλογική συμπεριφορά, τις επιδόσεις όλων των σχηματισμών και τις νόμιμες προϋποθέσεις συμμετοχής τους.
Στην ίδια μέτρηση, η Πλεύση Ελευθερίας συγκεντρώνει 3,5% και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού 3%. Η ύπαρξη αρκετών κομμάτων γύρω από το κοινοβουλευτικό όριο καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την κατανομή των ψήφων μεταξύ σχηματισμών που τελικά θα εκπροσωπηθούν και εκείνων που θα παραμείνουν εκτός Βουλής.
Οι αναποφάσιστοι παραμένουν καθοριστικός παράγοντας
Το ποσοστό των αναποφάσιστων φτάνει το 15,7%. Είναι μεγαλύτερο από την καταγεγραμμένη υποστήριξη κάθε κόμματος πλην της Νέας Δημοκρατίας. Το στοιχείο δεν σημαίνει ότι οι αναποφάσιστοι αποτελούν ενιαίο πολιτικό σώμα ούτε ότι θα κινηθούν προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Υπογραμμίζει, όμως, πόσο περιορισμένη μπορεί να είναι η αξία μιας πρόωρης εκλογικής πρόβλεψης σε ένα περιβάλλον όπου σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος δεν έχει ακόμη διαμορφώσει σαφή επιλογή. Επιπλέον, τα ποσοστά πρόθεσης ψήφου δεν πρέπει να συγχέονται με εκτίμηση τελικού εκλογικού αποτελέσματος.
Το 63% θέλει αλλαγή - Γιατί δεν αποτυπώνεται στα κομματικά ποσοστά;
Η σημαντικότερη πολιτική διάσταση της έρευνας ενδεχομένως βρίσκεται εκτός της στενής κομματικής κατάταξης.
Στο ερώτημα για τη συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης ή την πολιτική αλλαγή, οι απαντήσεις διαμορφώνονται ως εξής:
-
Πολιτική αλλαγή: 63%
-
Συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης: 23%
-
Δεν γνωρίζω / Δεν απαντώ: 14%
Η διαφορά των 40 ποσοστιαίων μονάδων ανάμεσα στις δύο βασικές απαντήσεις είναι μεγάλη. Ωστόσο, η επιθυμία πολιτικής αλλαγής δεν ταυτίζεται με πρόθεση ψήφου υπέρ συγκεκριμένου κόμματος. Ένας πολίτης μπορεί να επιθυμεί διαφορετική κυβέρνηση, χωρίς να θεωρεί κάποια από τις διαθέσιμες εναλλακτικές ικανοποιητική. Μπορεί επίσης να διαφωνεί με τη σημερινή κυβερνητική πολιτική, αλλά να παραμένει αναποφάσιστος ως προς την τελική εκλογική επιλογή του. Αυτός ο διαχωρισμός εξηγεί γιατί η κοινωνική δυσαρέσκεια και οι εκλογικές επιδόσεις δεν κινούνται πάντοτε παράλληλα.
Για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, το ερώτημα είναι πώς η γενική προτίμηση για αλλαγή μπορεί να μετατραπεί σε συγκεκριμένη εκλογική υποστήριξη. Για την κυβέρνηση, το ερώτημα είναι αν μπορεί να διατηρήσει ή να επανακτήσει την εμπιστοσύνη πολιτών που εμφανίζονται δυσαρεστημένοι.
Καμία από αυτές τις εξελίξεις δεν προκύπτει ως βέβαιη από τη δημοσκόπηση.
Οικονομική σταθερότητα: Το 48% επιλέγει τη συνεργασία
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι απαντήσεις για τη μορφή διακυβέρνησης που μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερα την οικονομική σταθερότητα. Το 48% θεωρεί ότι ο στόχος αυτός μπορεί να υπηρετηθεί καλύτερα από κυβέρνηση συνεργασίας, έναντι 34% που επιλέγει την αυτοδύναμη κυβέρνηση. Το εύρημα δεν αποτελεί πρόθεση ψήφου υπέρ συγκεκριμένου κυβερνητικού συνασπισμού. Δείχνει, ωστόσο, ότι για σημαντικό μέρος των ερωτηθέντων η οικονομική σταθερότητα δεν συνδέεται αποκλειστικά με την ύπαρξη μονοκομματικής πλειοψηφίας.
Στην πράξη, η σταθερότητα μιας κυβέρνησης εξαρτάται από περισσότερες παραμέτρους: τη συνοχή των εταίρων, την αξιοπιστία του οικονομικού προγράμματος, την ικανότητα εφαρμογής αποφάσεων και τη διάρκεια της πολιτικής συμφωνίας.
Μια κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί να προσφέρει ευρύτερη κοινοβουλευτική βάση, αλλά ενδέχεται επίσης να αντιμετωπίσει δυσκολίες συντονισμού. Αντίστοιχα, η αυτοδυναμία μπορεί να διευκολύνει τη λήψη αποφάσεων, χωρίς να εγγυάται από μόνη της αποτελεσματική οικονομική πολιτική. Το δημοσκοπικό εύρημα καταγράφει τις αντιλήψεις των πολιτών, όχι την αντικειμενική αποτελεσματικότητα του ενός ή του άλλου κυβερνητικού σχήματος.
Η ακρίβεια παραμένει το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα
Αν υπάρχει ένα οικονομικό εύρημα που ξεχωρίζει στη δημοσκόπηση, είναι η σχεδόν καθολική αντίληψη ότι η ακρίβεια δεν έχει υποχωρήσει. Το 85% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η ακρίβεια συνεχίζεται αμείωτη, ενώ μόλις το 10% διαπιστώνει αποκλιμάκωση. Η διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή αναδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και στην καθημερινή εμπειρία των νοικοκυριών. Ακόμη και όταν ο ρυθμός πληθωρισμού μειώνεται, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι τιμές επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα.
Μια επιβράδυνση της αύξησης των τιμών σημαίνει ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες ακριβαίνουν με χαμηλότερο ρυθμό, όχι αναγκαστικά ότι γίνονται φθηνότερα. Για ένα νοικοκυριό, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο αυξήθηκαν οι τιμές τον τελευταίο μήνα. Είναι πόσο έχει μεταβληθεί το συνολικό κόστος διαβίωσης σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημά του. Επομένως, η επίμονη αντίληψη περί ακρίβειας δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά με βάση έναν μηνιαίο δείκτη πληθωρισμού.
Η έρευνα καταγράφει την κοινωνική εμπειρία του προβλήματος, χωρίς να αποτελεί από μόνη της μέτρηση της πραγματικής εξέλιξης των τιμών.
Ο φόβος για το κόστος θέρμανσης
Η ανησυχία των πολιτών εντείνεται ενόψει του χειμώνα. Σύμφωνα με την ALCO, το 62% εκφράζει φόβο για σοβαρές δυσκολίες στην κάλυψη του κόστους θέρμανσης, ενώ το 33% αναμένει δυσκολίες αντίστοιχες με εκείνες του προηγούμενου χειμώνα. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι το ενεργειακό κόστος παραμένει κρίσιμη παράμετρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Η οικονομική πίεση από τη θέρμανση δεν εξαρτάται μόνο από την τιμή του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου. Επηρεάζεται επίσης από την ενεργειακή απόδοση των κατοικιών, το διαθέσιμο εισόδημα, την περιοχή κατοικίας και τις ανάγκες κάθε νοικοκυριού.
Γι' αυτό και η συζήτηση για το ενεργειακό κόστος δεν εξαντλείται στις επιδοτήσεις. Η μείωση της κατανάλωσης μέσω ενεργειακών αναβαθμίσεων, ο ανταγωνισμός στην αγορά ενέργειας και η αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων αποτελούν διαφορετικές διαστάσεις του ίδιου προβλήματος.
Το δημοσκοπικό εύρημα αναδεικνύει την κοινωνική πίεση, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνο του ποια συγκεκριμένη πολιτική παρέμβαση θα ήταν αποτελεσματικότερη.
Το ενδεχόμενο κόμματος Σαμαρά
Η έρευνα εξετάζει επίσης τη δυνητική εκλογική επιρροή ενός πιθανού κόμματος του Αντώνη Σαμαρά. Το 10% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι θα ήταν πολύ ή αρκετά πιθανό να το ψηφίσει, ενώ το 74% απαντά ότι δεν θα το ψήφιζε καθόλου. Η δυνητική ψήφος δεν αποτελεί ισοδύναμο της πρόθεσης ψήφου.
Μια θετική απάντηση στην πιθανότητα υποστήριξης ενός υποθετικού κόμματος δεν σημαίνει ότι ο ίδιος ψηφοφόρος θα το επέλεγε τελικά στην κάλπη. Η σημασία του ευρήματος βρίσκεται κυρίως στο ότι αποτυπώνει την ύπαρξη ενός περιορισμένου αλλά μετρήσιμου κύκλου πολιτών που δηλώνουν ανοιχτοί σε μια τέτοια επιλογή.
Υγεία και κοινωνικά δίκτυα: Βαθιά δυσπιστία απέναντι στη διαφήμιση
Η δημοσκόπηση περιλαμβάνει και ειδική ενότητα για την εμπιστοσύνη στις διαφημίσεις υπηρεσιών υγείας και την προβολή γιατρών στα κοινωνικά δίκτυα. Τα ευρήματα είναι χαρακτηριστικά:
-
Το 79% εμπιστεύεται λίγο ή καθόλου τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε διαφημίσεις για γιατρούς και υπηρεσίες υγείας.
-
Το 86% δηλώνει ότι δεν έχει επιλέξει γιατρό επειδή είδε βίντεό του στα κοινωνικά δίκτυα.
-
Το 90% θεωρεί ότι οι πολίτες δεν προστατεύονται επαρκώς από παραπλανητικές διαφημίσεις ή υπερβολικές υποσχέσεις.
-
Το 81% δεν εμπιστεύεται την αποτελεσματικότητα των ελέγχων στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας.
-
Το 57% προτιμά ελέγχους από ειδική ανεξάρτητη αρχή, έναντι 26% που επιλέγει τη συνέχιση των ελέγχων από τους Ιατρικούς Συλλόγους.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η προβολή στα κοινωνικά δίκτυα δεν μεταφράζεται υποχρεωτικά σε εμπιστοσύνη. Αναδεικνύουν επίσης μια ευρύτερη απαίτηση για διαφάνεια, αξιόπιστη πληροφόρηση και αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς υπηρεσιών υγείας. Η δημοσκόπηση δεν αξιολογεί την ποιότητα συγκεκριμένων γιατρών ή ιδιωτικών μονάδων. Καταγράφει τις αντιλήψεις των πολιτών για τη διαφήμιση και την εποπτεία του κλάδου.
Τι δείχνει τελικά η δημοσκόπηση
Η νέα μέτρηση της ALCO καταγράφει ένα πολιτικό σκηνικό με τρία χαρακτηριστικά. Πρώτον, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί καθαρό προβάδισμα στην πρόθεση ψήφου, αλλά με ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από εκείνο που είχε συγκεντρώσει στις εθνικές εκλογές του 2023. Δεύτερον, η επιθυμία πολιτικής αλλαγής είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη, χωρίς να έχει μετατραπεί σε αντίστοιχη συγκέντρωση υποστήριξης σε έναν συγκεκριμένο αντιπολιτευτικό σχηματισμό.
Τρίτον, οι οικονομικές ανησυχίες παραμένουν έντονες. Η ακρίβεια, το διαθέσιμο εισόδημα και το κόστος θέρμανσης εξακολουθούν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αξιολογούν την καθημερινότητά τους. Το κεντρικό συμπέρασμα δεν είναι ότι η έρευνα προαναγγέλλει ένα συγκεκριμένο εκλογικό αποτέλεσμα. Είναι ότι η πολιτική δυσαρέσκεια, η επιθυμία αλλαγής και η πραγματική εκλογική επιλογή αποτελούν τρία διαφορετικά μεγέθη.
Και όσο αυτά δεν συγκλίνουν, η εικόνα της πολιτικής αντιπαράθεσης θα παραμένει πιο σύνθετη από ό,τι υποδηλώνει μια απλή ανάγνωση των ποσοστών.
Add comment
Comments