Δημοσκόπηση MARC: Η ΝΔ στο 30,4%, εννέα κόμματα στη Βουλή και 121 έδρες για το πρώτο κόμμα

Published on October 15, 2026 at 11:06 PM

Η εκτίμηση ψήφου, η κοινοβουλευτική προβολή και η καταλληλότητα για την πρωθυπουργία αποτυπώνουν τρεις διαφορετικές όψεις του πολιτικού σκηνικού. Το Greece2Day Data Studio συνδυάζει τα δεδομένα σε μία ενιαία ανάλυση, διαχωρίζοντας τις μετρήσεις της κοινής γνώμης από τους υπολογισμούς της κατανομής εδρών.

Από την Κίρκη | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Η εικόνα που προκύπτει από τα δεδομένα της MARC για τον Οκτώβριο του 2026 έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό: η Νέα Δημοκρατία διατηρεί σημαντική απόσταση από τα υπόλοιπα κόμματα, χωρίς όμως η εκλογική της επίδοση να μεταφράζεται, με βάση την υπολογιστική προβολή του Greece2Day Data Studio, σε κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.

Την ίδια στιγμή, η παρουσία εννέα κομμάτων πάνω από το όριο του 3% διαμορφώνει μια κατακερματισμένη κοινοβουλευτική εικόνα. Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται επομένως στο ποιο κόμμα βρίσκεται πρώτο, αλλά επεκτείνεται στο πώς κατανέμονται οι έδρες, πόσες ψήφοι μένουν εκτός Βουλής και ποιες αριθμητικές δυνατότητες κοινοβουλευτικών συνεργασιών δημιουργούνται. Η έρευνα της MARC για τον ANT1 πραγματοποιήθηκε στις 12–14 Οκτωβρίου 2026, σε δείγμα 1.209 ατόμων, με αναφερόμενο μέγιστο στατιστικό σφάλμα ±2,8 ποσοστιαίων μονάδων.

Το προβάδισμα της ΝΔ και η μάχη της δεύτερης θέσης

Στην εκτίμηση ψήφου η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 30,4%, με την ΕΛ.ΑΣ. του Αλέξη Τσίπρα στο 15,8% και το ΠΑΣΟΚ στο 12,4%. Η απόσταση πρώτου και δεύτερου κόμματος φτάνει τις 14,6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η διαφορά μεταξύ ΕΛ.ΑΣ. και ΠΑΣΟΚ περιορίζεται στις 3,4 μονάδες.

Η ΝΔ εμφανίζει μικρή υποχώρηση σε σχέση με τον Σεπτέμβριο, όπως και η ΕΛ.ΑΣ., ενώ το ΠΑΣΟΚ καταγράφει ενίσχυση. Η εξέλιξη αυτή έχει ενδιαφέρον επειδή η διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα που ακολουθούν τη ΝΔ δεν είναι πλέον τόσο μεγάλη όσο σε προηγούμενες μετρήσεις.

Η πρόθεση ψήφου δίνει μια διαφορετική, αλλά συμπληρωματική εικόνα: ΝΔ 27%, ΕΛ.ΑΣ. 13,8% και ΠΑΣΟΚ 10,5%. Η διαφορά μεταξύ πρόθεσης και εκτίμησης δεν αποτελεί πρόσθετη εκλογική υποστήριξη. Προκύπτει από τη μεθοδολογική επεξεργασία των απαντήσεων και την αντιμετώπιση της αδιευκρίνιστης ψήφου. Αυτός ο διαχωρισμός έχει ιδιαίτερη σημασία. Η εκτίμηση ψήφου είναι χρήσιμη για την περιγραφή μιας πιθανής εκλογικής κατανομής, δεν είναι όμως αποτέλεσμα κάλπης ούτε εγγύηση ότι τα ποσοστά θα επαναληφθούν στις εκλογές.

Η δεύτερη θέση δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με εναλλακτική διακυβέρνηση

Η ΕΛ.ΑΣ. βρίσκεται στο 15,8%, δηλαδή περίπου στο μισό ποσοστό της ΝΔ. Το ΠΑΣΟΚ, με 12,4%, παραμένει τρίτο, αλλά η απόστασή του από τη δεύτερη θέση έχει περιοριστεί. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει δύο διαφορετικά ζητήματα: ποιος συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη υποστήριξη στον χώρο της αντιπολίτευσης και ποιος μπορεί να διαμορφώσει ευρύτερη κυβερνητική πρόταση. Δεν είναι ταυτόσημα ερωτήματα. Η δεύτερη θέση στην εκλογική κατάταξη δεν απαντά από μόνη της στο ζήτημα των προγραμματικών συγκλίσεων, της ηγεσίας ή της δυνατότητας κοινοβουλευτικής συνεργασίας.

Η ίδια η δημοσκόπηση περιλαμβάνει ενδείξεις αυτής της σύνθετης εικόνας. Tο ΠΑΣΟΚ αξιολογείται ως το κόμμα που ασκεί πιο ουσιαστική αντιπολίτευση, ενώ ο Νίκος Ανδρουλάκης καταγράφει χαμηλότερη επίδοση από τον Αλέξη Τσίπρα στο ερώτημα της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία.

Η διαφορά ανάμεσα στην αξιολόγηση ενός κόμματος και στην αξιολόγηση του επικεφαλής του είναι ένα από τα σημεία που αξίζει να παρακολουθήσουμε στις επόμενες δημοσκοπήσεις.

Εννέα κόμματα στη Βουλή: Ο κατακερματισμός παραμένει καθοριστικός

Πέρα από τα τρία πρώτα κόμματα, η δημοσκόπηση καταγράφει την Ελληνική Λύση και το ΚΚΕ στο 7%, την Πλεύση Ελευθερίας στο 5,5%, την Ελπίδα για τη Δημοκρατία στο 4,5%, τη Συμμαχία Ελλήνων στο 4,2% και τη Φωνή Λογικής στο 3,6%.

Το διαχρονικό διάγραμμα επιτρέπει να διακρίνουμε αν μια μεταβολή αποτελεί σταθερή τάση ή μεμονωμένη διακύμανση. Ιδίως για κόμματα κοντά στο 3%, ακόμη και μικρές μεταβολές έχουν δυσανάλογη σημασία για τη μελλοντική κοινοβουλευτική σύνθεση. Η είσοδος της Συμμαχίας Ελλήνων αποτελεί επίσης πολιτικά αξιοσημείωτο εύρημα. Η δημοσιότητα γύρω από τον συγκεκριμένο σχηματισμό συνδέεται και με τη δηλωμένη υποστήριξη του Ηλία Κασιδιάρη. Ωστόσο, μια δημοσκοπική επίδοση δεν υποκαθιστά τον έλεγχο των νόμιμων προϋποθέσεων συμμετοχής ενός εκλογικού σχηματισμού στις εκλογές. Η τελική ανακήρυξη των συνδυασμών αποτελεί χωριστή θεσμική διαδικασία.

Η εκτίμηση εδρών: Το πρώτο κόμμα απέχει από τις 151

Η υπολογιστική προβολή του Greece2Day Data Studio, με βάση τα ποσοστά της MARC, αποτυπώνει μια Βουλή εννέα κομμάτων, με 121 έδρες για τη Νέα Δημοκρατία, 47 για την ΕΛ.ΑΣ. και 37 για το ΠΑΣΟΚ. Το πρώτο κόμμα υπολείπεται κατά 30 έδρες του ορίου της αυτοδυναμίας. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι ένα σημαντικό προβάδισμα σε ποσοστό ψήφων δεν συνεπάγεται αυτομάτως κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Ο εκλογικός νόμος προβλέπει κλιμακωτή ενίσχυση του πρώτου κόμματος: από τις 20 έδρες όταν συγκεντρώνει τουλάχιστον 25%, με πρόσθετη μία έδρα για κάθε 0,5 ποσοστιαία μονάδα πάνω από αυτό το όριο, έως τις 50 έδρες στο 40%. Στο 30,4% η σχετική ενίσχυση είναι 30 έδρες.  Η κατανομή των εδρών επηρεάζεται επίσης από το ποσοστό των ψήφων που συγκεντρώνουν κόμματα εκτός Βουλής. Όσο μεγαλύτερο είναι αυτό το ποσοστό, τόσο διαφορετική γίνεται η αναλογική κατανομή μεταξύ των κομμάτων που περνούν το όριο του 3%.

Επομένως, το ερώτημα της αυτοδυναμίας δεν μπορεί να απαντηθεί αποκλειστικά από τη δύναμη του πρώτου κόμματος. Απαιτείται να εξεταστεί και η συνολική κατανομή των υπόλοιπων ψήφων.

Καταλληλότερος πρωθυπουργός: Άλλο η κομματική επιρροή, άλλο η προσωπική αξιολόγηση

Στη νέα έρευνα του Οκτωβρίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 30,6% στο ερώτημα της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία, έναντι 14,2% του Αλέξη Τσίπρα και 7,4% του Νίκου Ανδρουλάκη. Σε σχέση με τον Σεπτέμβριο, ο Μητσοτάκης υποχωρεί κατά 0,4 μονάδες, ο Τσίπρας κατά 0,7 και ο Ανδρουλάκης κατά 0,6.

Το διάγραμμα αυτό παρουσιάζει την προηγούμενη μέτρηση, στην οποία ο Μητσοτάκης βρισκόταν στο 31%, ο Τσίπρας στο 14,9% και ο Ανδρουλάκης στο 8%. Η σύγκριση των δύο μηνών είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, καθώς δείχνει ότι οι προσωπικές αξιολογήσεις των τριών πρώτων υποψηφίων εμφανίζουν μικρές υποχωρήσεις, παρά τις διαφορετικές μεταβολές στην κομματική εκτίμηση ψήφου.

Αυτό υπογραμμίζει ότι η κομματική ψήφος και η καταλληλότητα για την πρωθυπουργία μετρούν διαφορετικές στάσεις. Ένας πολίτης μπορεί να αξιολογεί θετικά τις προσωπικές ικανότητες ενός πολιτικού χωρίς να προτίθεται να ψηφίσει το κόμμα του, ή το αντίστροφο.

Το 54,1% ζητά πολιτική αλλαγή, αλλά η εικόνα είναι πιο σύνθετη

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της δημοσκόπησης αφορά το δίλημμα πολιτική αλλαγή ή σταθερότητα. Το 54,1% δηλώνει ότι επιθυμεί πολιτική αλλαγή, ενώ το 41,1% προκρίνει την πολιτική σταθερότητα. Παράλληλα, το 62,7% αξιολογεί αρνητικά το κυβερνητικό έργο, έναντι 36,7% που το αξιολογεί θετικά. Η συνύπαρξη αυτών των ευρημάτων με το προβάδισμα της ΝΔ αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της έρευνας. Η αρνητική αξιολόγηση της κυβέρνησης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε υποστήριξη ενός συγκεκριμένου αντιπολιτευτικού κόμματος. Αντίστοιχα, η επιθυμία για αλλαγή δεν περιγράφει υποχρεωτικά μια ενιαία πολιτική κατεύθυνση. Οι ψηφοφόροι που επιθυμούν αλλαγή μπορεί να διαφωνούν μεταξύ τους ως προς το περιεχόμενό της: οικονομική πολιτική, θεσμούς, κοινωνική προστασία, μεταναστευτικό ή εξωτερική πολιτική.

Η μετατροπή της γενικής δυσαρέσκειας σε συγκεκριμένη εκλογική επιλογή προϋποθέτει κάτι περισσότερο από την κοινή απόρριψη της υφιστάμενης κατάστασης.


Η οικονομία παραμένει κεντρικό κριτήριο αξιολόγησης

Η έρευνα περιλαμβάνει επίσης ερωτήματα για την οικονομική κατάσταση των πολιτών. Σύμφωνα με το iefimerida, το 45,6% περιγράφει την οικονομική του κατάσταση ως μέτρια. Το εύρημα αυτό έχει σημασία σε συνδυασμό με την αρνητική αξιολόγηση του κυβερνητικού έργου. Η προσωπική οικονομική εμπειρία μπορεί να επηρεάζει την πολιτική συμπεριφορά, χωρίς όμως να καθορίζει με ενιαίο τρόπο την τελική ψήφο.

Εδώ βρίσκεται και ένα ουσιαστικό πεδίο αντιπαράθεσης: η αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής δεν εξαρτάται μόνο από τους συνολικούς δείκτες ανάπτυξης, αλλά και από το διαθέσιμο εισόδημα, την αγοραστική δύναμη, τη φορολογική επιβάρυνση και τις προσδοκίες των νοικοκυριών. Η οικονομική συζήτηση επομένως δεν μπορεί να εξαντλείται ούτε σε κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για τα μακροοικονομικά μεγέθη ούτε σε γενικές διαπιστώσεις περί ακρίβειας. Χρειάζεται να εξετάζεται κατά πόσο η ανάπτυξη μεταφράζεται σε διατηρήσιμη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Συμπέρασμα: Η επόμενη αναμέτρηση θα κριθεί και πέρα από την πρώτη θέση

Το κεντρικό μήνυμα της δημοσκόπησης δεν περιορίζεται στη διαφορά των 14,6 μονάδων μεταξύ ΝΔ και ΕΛ.ΑΣ. Η σύνθεση της επόμενης Βουλής, εφόσον επιβεβαιωνόταν μια αντίστοιχη κατανομή στην κάλπη, θα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τον αριθμό των κομμάτων που θα ξεπερνούσαν το 3%, την τελική δύναμη του πρώτου κόμματος και τις δυνατότητες κοινοβουλευτικής συνεννόησης.

Ταυτόχρονα, η πολιτική αλλαγή αναδεικνύεται σε σημαντικό αίτημα, χωρίς να αποτυπώνεται σε μία ενιαία κομματική επιλογή. H αξία της συστηματικής παρακολούθησης των δημοσκοπήσεων βρίσκεται ακριβώς εδώ: όχι στην αντιμετώπιση κάθε μέτρησης ως πρόβλεψης εκλογικού αποτελέσματος, αλλά στη διαχρονική καταγραφή των μεταβολών, στη σύγκριση των διαφορετικών ερωτημάτων και στη διαφανή παρουσίαση της μεθοδολογίας.

Οι δημοσκοπήσεις δεν εκλέγουν κυβερνήσεις. Μας βοηθούν όμως να κατανοήσουμε καλύτερα τις πολιτικές τάσεις πριν αυτές δοκιμαστούν στην κάλπη.

Add comment

Comments

There are no comments yet.