Η έρευνα για το Action24 στην Αττική αποτυπώνει την πρωτιά του πρωθυπουργού, την ισχυρή παρουσία της απάντησης "κανένας" και τη μεγάλη απόσταση του Νίκου Ανδρουλάκη από τους δύο βασικούς πολιτικούς ανταγωνιστές. Την ίδια στιγμή, η ΝΔ προηγείται στην εκτίμηση ψήφου, αλλά η ακρίβεια παραμένει κυρίαρχη πηγή δυσαρέσκειας.

Από τον Ίκαρο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η νέα δημοσκόπηση της Opinion Poll για το Action24, που παρουσιάστηκε στις 20 Οκτωβρίου 2026 και αφορά την Περιφέρεια Αττικής, αναδεικνύει μια πολιτική εικόνα με δύο διαφορετικές όψεις: από τη μία πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να διαθέτει σαφές προβάδισμα στο ερώτημα της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία· από την άλλη, η σημαντική απήχηση της απάντησης "κανένας" αποτυπώνει την απόσταση ενός αξιοσημείωτου τμήματος των πολιτών από τις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 30%, ο «κανένας» 21,4%, ο Αλέξης Τσίπρας 16,6% και ο Νίκος Ανδρουλάκης 5,5%.
Μητσοτάκης: Αναμφισβήτητη πρωτιά στην καταλληλότητα
Ο πρωθυπουργός διατηρεί προβάδισμα 13,4 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του Αλέξη Τσίπρα και 24,5 μονάδων έναντι του Νίκου Ανδρουλάκη. Πρόκειται για μια καθαρή υπεροχή μεταξύ των συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων. Ωστόσο, το 30% δεν συνιστά πλειοψηφική αποδοχή. Η διάκριση αυτή έχει σημασία: η καταλληλότητα για την πρωθυπουργία είναι συγκριτικός δείκτης πολιτικής εμπιστοσύνης και όχι μέτρηση συνολικής ικανοποίησης από την κυβέρνηση.
Η πρωτιά Μητσοτάκη μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρότερο προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο από τους βασικούς ανταγωνιστές του. Δεν σημαίνει, όμως, ότι οι πολίτες εγκρίνουν εξίσου τις επιμέρους κυβερνητικές πολιτικές.
Ο «κανένας» στη δεύτερη θέση: Το μήνυμα δυσπιστίας
Η δεύτερη θέση της απάντησης "κανένας", με 21,4%, είναι ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας. Περισσότεροι από ένας στους πέντε ερωτηθέντες δεν επιλέγουν κάποιον από τους πολιτικούς που περιλαμβάνονται στις διαθέσιμες απαντήσεις ως καταλληλότερο για την πρωθυπουργία. Το εύρημα δεν επιτρέπει από μόνο του να συμπεράνουμε ότι όλοι αυτοί οι πολίτες απορρίπτουν συνολικά το πολιτικό σύστημα. Μπορεί να εκφράζει δυσαρέσκεια, επιφυλακτικότητα απέναντι στα συγκεκριμένα πρόσωπα ή έλλειψη εμπιστοσύνης στις εναλλακτικές λύσεις.
Αποκαλύπτει, πάντως, ένα ουσιαστικό πολιτικό πρόβλημα: η παρουσία ενός ισχυρού πρωθυπουργού δεν συνοδεύεται αναγκαστικά από την ανάδειξη ενός εξίσου ισχυρού εναλλακτικού υποψηφίου.
Αλέξης Τσίπρας: Δεύτερος μεταξύ των πολιτικών προσώπων
Με 16,6%, ο Αλέξης Τσίπρας καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση μεταξύ των πολιτικών προσώπων, πίσω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η εικόνα γίνεται περισσότερο ενδιαφέρουσα όταν συνδυαστεί με μια διαφορετική ερώτηση της ίδιας δημοσκόπησης: ποιος πολιτικός αρχηγός μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τον πρωθυπουργό. Σε αυτή την ερώτηση, ο Τσίπρας συγκεντρώνει 28,2%, έναντι 12% του Ανδρουλάκη. Πρώτη, ωστόσο, παραμένει η απάντηση "κανένας", με 38,1%.
Τα δύο ερωτήματα δεν μετρούν το ίδιο πράγμα. Η καταλληλότητα για πρωθυπουργός αφορά την προσωπική αξιολόγηση για την άσκηση της διακυβέρνησης, ενώ η δυνατότητα πολιτικής αντιπαράθεσης με τον εν ενεργεία πρωθυπουργό αφορά την εκτίμηση της αντιπολιτευτικής αποτελεσματικότητας. Η διαφορά των ποσοστών του Τσίπρα υποδηλώνει ότι ένα τμήμα των ερωτηθέντων τον θεωρεί ικανό να αντιπαρατεθεί πολιτικά με τον Μητσοτάκη, χωρίς απαραίτητα να τον επιλέγει ως καταλληλότερο πρωθυπουργό.
Νίκος Ανδρουλάκης: Το πρόβλημα της προσωπικής απήχησης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδοση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, ο οποίος περιορίζεται στο 5,5%. Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά χαμηλότερο από την εκτίμηση ψήφου του ΠΑΣΟΚ στην Αττική, η οποία καταγράφεται στο 10,2%. Η διαφορά δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη ότι οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ απορρίπτουν τον πρόεδρό του, καθώς οι δύο δείκτες έχουν διαφορετικό αντικείμενο. Αναδεικνύει, όμως, μια δυνητική αναντιστοιχία μεταξύ κομματικής υποστήριξης και προσωπικής απήχησης.
Για το ΠΑΣΟΚ, το πολιτικό ζητούμενο δεν περιορίζεται στην ενίσχυση της εκλογικής του δύναμης. Περιλαμβάνει και την προσπάθεια να παρουσιαστεί η ηγεσία του ως πειστική κυβερνητική εναλλακτική.
Η Νέα Δημοκρατία προηγείται στην Αττική
Η εικόνα της καταλληλότητας συνδέεται με το ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον που αποτυπώνει η μέτρηση. Στην εκτίμηση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 31,5%, η ΕΛ.Α.Σ. 16,9% και το ΠΑΣΟΚ 10,2%, σύμφωνα με την παρουσίαση της έρευνας. Η διαφορά της ΝΔ από τη δεύτερη ΕΛ.Α.Σ. διαμορφώνεται στις 14,6 ποσοστιαίες μονάδες. Η έρευνα δείχνει ότι η εκλογική επιρροή της ΝΔ παραμένει σημαντική στην Αττική, παρά τη δυσαρέσκεια για ζητήματα της καθημερινότητας. Παράλληλα, η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζεται ως ο βασικός ανταγωνιστής της ΝΔ στην περιφερειακή εκτίμηση ψήφου, ενώ το ΠΑΣΟΚ καταλαμβάνει την τρίτη θέση.
Η εκλογική κατάταξη και η προσωπική καταλληλότητα δεν είναι ταυτόσημοι δείκτες, αλλά η παράλληλη εξέτασή τους βοηθά στην κατανόηση των πολιτικών συσχετισμών.
Η παράσταση νίκης και η προτίμηση για το επόμενο κυβερνητικό σχήμα
Στο ερώτημα της παράστασης νίκης, το 64,9% εκτιμά ότι η Νέα Δημοκρατία θα επικρατήσει στις εκλογές. Η ΕΛ.Α.Σ. συγκεντρώνει 8,5% και το ΠΑΣΟΚ 3,6%. Πρόκειται για μέτρηση προσδοκιών και όχι πρόθεσης ψήφου. Ένας πολίτης μπορεί να θεωρεί πιθανή τη νίκη ενός κόμματος χωρίς να προτίθεται να το ψηφίσει. Σχετικά με τη μορφή της επόμενης κυβέρνησης, το 47,8% προτιμά αυτοδύναμη κυβέρνηση, έναντι 45,7% που τάσσεται υπέρ κυβέρνησης συνεργασίας. Η διαφορά είναι μικρή, μόλις 2,1 ποσοστιαίες μονάδες.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη σαφή εικόνα στην παράσταση νίκης, οι προτιμήσεις για τον τρόπο διακυβέρνησης εμφανίζονται περισσότερο μοιρασμένες.
Η ακρίβεια παραμένει το κυρίαρχο πρόβλημα
Ίσως το σημαντικότερο εύρημα για την καθημερινότητα των πολιτών να βρίσκεται εκτός των στενά κομματικών δεικτών. Στην ιεράρχηση των προβλημάτων της Αττικής, η ακρίβεια και το κόστος ζωής συγκεντρώνουν 66,6%. Ακολουθούν τα χαμηλά εισοδήματα με 19,2%, η στέγαση και τα ενοίκια με 18,9% και το κυκλοφοριακό με το πρόβλημα στάθμευσης στο 17,5%.
Επιπλέον, το 74,8% κρίνει ότι τα κυβερνητικά μέτρα δεν είναι επαρκή για την αντιμετώπιση του νέου κύματος ακρίβειας, έναντι 24,1% που διατυπώνει θετική κρίση. Εδώ προκύπτει μια χαρακτηριστική αντίφαση της πολιτικής συγκυρίας: η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός μπορούν να διατηρούν προβάδισμα στους πολιτικούς δείκτες, την ίδια στιγμή που μεγάλο μέρος των πολιτών αποδοκιμάζει την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής στην αντιμετώπιση του κόστους ζωής.
Η συνύπαρξη αυτών των δύο τάσεων δεν είναι παράδοξη. Η ψήφος και η αξιολόγηση των πολιτικών αρχηγών επηρεάζονται όχι μόνο από την οικονομική κατάσταση, αλλά και από την εμπιστοσύνη, τις εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις και τις προσδοκίες για τη σταθερότητα.
Θετική αξιολόγηση της διεθνούς και αμυντικής θέσης
Στον αντίποδα της οικονομικής δυσαρέσκειας, η δημοσκόπηση καταγράφει θετικότερες κρίσεις για τη διεθνή και αμυντική θέση της χώρας. Το 60,2% θεωρεί ότι η θέση της Ελλάδας έχει ενισχυθεί κατά την τελευταία επταετία, ενώ το 34,6% εκφράζει αρνητική άποψη. Στα ελληνοτουρκικά, το 34% δηλώνει ότι ανησυχεί αρκετά και το 14,4% πολύ. Αντίθετα, το 30,1% ανησυχεί λίγο και το 20% καθόλου. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με το πεδίο. Η αρνητική κρίση για την ακρίβεια δεν μεταφέρεται αυτομάτως με την ίδια ένταση στην εξωτερική και αμυντική πολιτική.
Τι σημαίνουν πολιτικά τα ευρήματα
Η συνολική εικόνα της Opinion Poll στην Αττική αναδεικνύει τρεις βασικές τάσεις. Πρώτον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να προηγείται τόσο σε προσωπική καταλληλότητα όσο και μέσω του προβαδίσματος της Νέας Δημοκρατίας στην εκτίμηση ψήφου. Δεύτερον, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται ως ο ισχυρότερος προσωπικός πολιτικός αντίπαλος του πρωθυπουργού μεταξύ των προσώπων που εξετάζονται, χωρίς όμως να καλύπτει την απόσταση που τους χωρίζει στην καταλληλότητα. Τρίτον, η σημαντική παρουσία του "κανένα" και η μεγάλη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια δείχνουν ότι η πολιτική υπεροχή της κυβέρνησης δεν ισοδυναμεί με απουσία κοινωνικής αμφισβήτησης.
Η δημοσκόπηση δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα το εκλογικό αποτέλεσμα, ούτε τα ευρήματά της για την Αττική πρέπει να παρουσιάζονται ως πανελλαδική πρόθεση ψήφου. Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η κυβέρνηση διατηρεί το πολιτικό προβάδισμα, ενώ η αντιπολίτευση εξακολουθεί να αναζητεί μια περισσότερο πειστική κυβερνητική εναλλακτική. Η απάντηση "κανένας" λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι ένα σημαντικό μέρος των πολιτών δεν έχει ακόμη πειστεί από τις διαθέσιμες προσωπικές επιλογές.

Add comment
Comments