Η απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης να ενισχύσει την ασφάλεια του Μιλάνου με στρατιωτικές δυνάμεις, μετά τα βίαια επεισόδια του Σαββατοκύριακου, επαναφέρει ένα θεμελιώδες ερώτημα: πώς μπορεί το δημοκρατικό κράτος να προστατεύει τη ζωή, την περιουσία και τη δημόσια τάξη χωρίς να περιορίζει δυσανάλογα τις ατομικές ελευθερίες;

Από την Κίρκη | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Το Μιλάνο μετατρέπεται σε πεδίο δοκιμασίας για την ιταλική κυβέρνηση
Το Μιλάνο, η οικονομική πρωτεύουσα της Ιταλίας και ένα από τα σημαντικότερα επιχειρηματικά κέντρα της Ευρώπης, βρέθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο αντιμέτωπο με εικόνες που δύσκολα συνδέονται με τη συνηθισμένη καθημερινότητα της πόλης. Καταστήματα με σπασμένες βιτρίνες, λεηλασίες, αυτοσχέδια οδοφράγματα, συγκρούσεις με την αστυνομία και εμπορικοί δρόμοι που έκλεισαν υπό τον φόβο νέων επεισοδίων.
Οι ταραχές ξεκίνησαν το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, στο περιθώριο κινητοποίησης κατά της ακρίβειας και των πολέμων. Η αρχική διαδήλωση ήταν ειρηνική, αλλά ομάδες κουκουλοφόρων συγκρούστηκαν με τις αστυνομικές δυνάμεις, εκτόξευσαν αντικείμενα και προχώρησαν σε καταστροφές.
Την Κυριακή η κατάσταση επιδεινώθηκε, με ομάδες νεαρών να επιτίθενται σε καταστήματα και σουπερμάρκετ, να σπάνε βιτρίνες και να απομακρύνονται γρήγορα πριν επέμβει η αστυνομία.
Σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, περισσότεροι από 270 άνθρωποι προσήχθησαν, ενώ 32 συνελήφθησαν. Περίπου το 80% των προσαχθέντων ήταν ανήλικοι. Δεκατέσσερις αστυνομικοί τραυματίστηκαν. Η έκταση των επεισοδίων προκάλεσε έντονη ανησυχία στους επιχειρηματικούς κύκλους. Καταστήματα πολυτελών ειδών στην περιοχή της Via Montenapoleone αναγκάστηκαν να κλείσουν προσωρινά ή να απομακρύνουν εμπορεύματα για λόγους ασφαλείας.
Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι αντέδρασε με έκτακτη σύσκεψη στο Παλάτσο Κίτζι, παρουσία υπουργών, επικεφαλής των σωμάτων ασφαλείας και εκπροσώπων των υπηρεσιών πληροφοριών. Η απάντηση που προετοιμάζεται δεν περιορίζεται στην ενίσχυση των αστυνομικών περιπολιών.
Περιλαμβάνει την ανάπτυξη επιπλέον 500 στρατιωτών στο Μιλάνο και την εξέταση αυστηρότερων μέτρων για την πρόληψη και καταστολή της βίας. Η απόφαση μετατρέπει μια σοβαρή κρίση δημόσιας τάξης σε μείζον πολιτικό ζήτημα. Διότι η κυβέρνηση δεν καλείται πλέον μόνο να αντιμετωπίσει τους δράστες των επεισοδίων. Καλείται να εξηγήσει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η κρατική εξουσία προκειμένου να προστατεύσει την κοινωνία.
Πεντακόσιοι στρατιώτες με αστυνομικές αρμοδιότητες
Στις 20 Οκτωβρίου, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών Αντόνιο Ταγιάνι ανακοίνωσε ότι το υπουργικό συμβούλιο επρόκειτο να εγκρίνει την ανάπτυξη 500 επιπλέον στρατιωτών στο Μιλάνο. Η σημαντικότερη λεπτομέρεια είναι ότι οι στρατιώτες αυτοί σχεδιάζεται να αποκτήσουν προσωρινά ενισχυμένες αστυνομικές αρμοδιότητες.
Σύμφωνα με τον υπουργό Άμυνας Γκουίντο Κροζέτο, η σχετική εξουσιοδότηση προορίζεται να ισχύσει για περίπου τρεις μήνες, ώστε οι ένοπλες δυνάμεις να υποστηρίξουν την αστυνομία, τους Καραμπινιέρους και την Οικονομική Αστυνομία.
Η κυβέρνηση εξετάζει παράλληλα τη δυνατότητα προληπτικής κράτησης έως 24 ώρες, την επέκταση ορισμένων μέτρων στους ανηλίκους, την αυστηρότερη αντιμετώπιση οργανωμένων καταστροφών και την επιβολή περιορισμών σε άτομα που θεωρούνται επικίνδυνα για τη δημόσια τάξη.
Οι λεπτομέρειες του νομοθετικού πακέτου βρίσκονταν ακόμη υπό επεξεργασία κατά τις τελευταίες δημοσιογραφικές ενημερώσεις. Συνεπώς, οι προτεινόμενες διατάξεις δεν πρέπει να παρουσιάζονται συλλήβδην ως ήδη ισχύον δίκαιο.
Η διάκριση αυτή έχει σημασία. Άλλο είναι η πολιτική εξαγγελία ενός μέτρου και άλλο η τελική νομοθετική του μορφή, η εφαρμογή του και ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητάς του. Η Ιταλία διαθέτει ήδη εμπειρία από τη χρησιμοποίηση στρατιωτικών δυνάμεων για την υποστήριξη της δημόσιας ασφάλειας μέσω της επιχείρησης Strade Sicure.
Επομένως, η παρουσία στρατιωτών σε δημόσιους χώρους δεν αποτελεί από μόνη της πρωτοφανή εξέλιξη. Το νέο στοιχείο είναι η έκταση της κινητοποίησης, οι πρόσθετες εξουσίες που εξετάζονται και το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνεται η απόφαση.
Η Μελόνι και ο Σαλβίνι: Η ασφάλεια ως κεντρική πολιτική επιλογή
Η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και της δημόσιας αταξίας αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας της ιταλικής Κεντροδεξιάς. Για την Τζόρτζια Μελόνι, η ικανότητα του κράτους να επιβάλλει τον νόμο αποτελεί προϋπόθεση της ελευθερίας των πολιτών. Η προσέγγιση αυτή στηρίζεται σε μια πραγματική αρχή του κράτους δικαίου. Η ελευθερία δεν εξαντλείται στην απουσία κρατικών περιορισμών. Προϋποθέτει και την προστασία από τη βία τρίτων.
Ένας καταστηματάρχης που αναγκάζεται να κλείσει την επιχείρησή του επειδή φοβάται λεηλασίες δεν απολαμβάνει πλήρως την οικονομική του ελευθερία. Ένας πολίτης που αποφεύγει το κέντρο της πόλης λόγω βίαιων επεισοδίων δεν απολαμβάνει ανεμπόδιστα το δικαίωμα μετακίνησης. Και ένας εργαζόμενος που κινδυνεύει κατά τη μετάβασή του στην εργασία δεν μπορεί να θεωρεί ότι το κράτος εκπληρώνει αποτελεσματικά τη βασική υποχρέωση προστασίας του.
Η δημόσια ασφάλεια, συνεπώς, δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Είναι αναγκαία προϋπόθεση της λειτουργίας μιας ελεύθερης κοινωνίας.
Ο Ματέο Σαλβίνι, επικεφαλής της Λέγκας και κυβερνητικός εταίρος της Μελόνι, έσπευσε να παρουσιάσει την ανάπτυξη των 500 στρατιωτών ως πολιτική επιτυχία του κόμματός του. Η στάση του αποκαλύπτει και την εσωτερική πολιτική διάσταση της υπόθεσης.
Η δημόσια ασφάλεια αποτελεί πεδίο στο οποίο τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού επιχειρούν να επιδείξουν αποφασιστικότητα απέναντι στους ψηφοφόρους τους. Όμως η αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής δεν μπορεί να αξιολογείται από το πόσο αυστηρή εμφανίζεται. Πρέπει να αξιολογείται από τα αποτελέσματά της.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν τα πρόσθετα μέτρα θα περιορίσουν πραγματικά τη βία και την εγκληματικότητα ή εάν θα μεταφέρουν προσωρινά το πρόβλημα σε άλλες περιοχές και χρονικές περιόδους.
Ματαρέλα: Καταδίκη της βίας, αλλά και ανάγκη βαθύτερης ανάλυσης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρέμβαση του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας, Σέρτζιο Ματαρέλα. Ο Ιταλός πρόεδρος καταδίκασε κατηγορηματικά τη βία και εξέφρασε την αλληλεγγύη του προς τις αστυνομικές δυνάμεις. Παράλληλα, όμως, υπογράμμισε την ανάγκη ουσιαστικής και σε βάθος ανάλυσης των γεγονότων.
Η παρέμβασή του έχει θεσμική και πολιτική σημασία. Ο Ματαρέλα δεν αμφισβήτησε την υποχρέωση του κράτους να αντιμετωπίσει τις καταστροφές. Επισήμανε, όμως, ότι οι ταραχές φαίνεται να περιλαμβάνουν νέους τύπους δραστών και μορφές βίας που δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκλειστικά μέσα από τα παραδοσιακά σχήματα πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των προσαχθέντων ήταν ανήλικοι δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα.
- Πρόκειται για οργανωμένη πολιτική βία;
- Για νεανική παραβατικότητα που εκμεταλλεύεται τις μαζικές συγκεντρώσεις;
- Για ομάδες που κινητοποιούνται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα χωρίς σταθερή πολιτική οργάνωση;
- Ή για συνδυασμό διαφορετικών φαινομένων;
Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Η κυβέρνηση οφείλει να διερευνήσει εάν υπήρξε οργανωμένος σχεδιασμός, αλλά δεν μπορεί να τον θεωρήσει δεδομένο χωρίς αποδεικτικά στοιχεία. Η παρέμβαση του Ματαρέλα υπενθυμίζει ότι η αυστηρότητα και η κατανόηση των αιτίων δεν αποτελούν αντίθετες επιλογές.
Μια αποτελεσματική πολιτική δημόσιας ασφάλειας χρειάζεται και τα δύο.
Το όριο ανάμεσα στη διαδήλωση και στην εγκληματική πράξη
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της δημόσιας συζήτησης για τα επεισόδια είναι η τάση να συγχέονται διαφορετικές συμπεριφορές. Η ειρηνική διαδήλωση αποτελεί θεμελιώδες δημοκρατικό δικαίωμα. Η έκφραση οργής απέναντι στην ακρίβεια, στην κυβερνητική πολιτική ή στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών δεν αποτελεί απειλή για τη δημοκρατία.
Αντιθέτως, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της. Η λεηλασία καταστημάτων, ο εμπρησμός, η επίθεση εναντίον αστυνομικών ή η καταστροφή ξένης περιουσίας είναι διαφορετικές πράξεις. Δεν αποκτούν πολιτική νομιμοποίηση επειδή πραγματοποιούνται στο περιθώριο μιας διαδήλωσης. Ούτε η επίκληση κοινωνικών προβλημάτων αρκεί για να δικαιολογήσει τη βία.
Από την άλλη πλευρά, η συμμετοχή ορισμένων ατόμων σε εγκληματικές ενέργειες δεν καθιστά όλους τους διαδηλωτές υπεύθυνους. Η συλλογική ενοχοποίηση όσων διαμαρτύρονται ειρηνικά θα αποτελούσε εξίσου σοβαρό πρόβλημα. Η δημοκρατική απάντηση οφείλει, επομένως, να διακρίνει με ακρίβεια τους δράστες αξιόποινων πράξεων από όσους ασκούν νόμιμα τα δικαιώματά τους.
Αυτή η διάκριση δεν είναι απλώς ηθική. Είναι και πρακτική. Όταν η αστυνομία και η Δικαιοσύνη μπορούν να εντοπίζουν συγκεκριμένους υπευθύνους και να τεκμηριώνουν τις πράξεις τους, η επιβολή του νόμου γίνεται αποτελεσματικότερη και περισσότερο αποδεκτή από την κοινωνία.
Όταν, αντίθετα, η κρατική αντίδραση εμφανίζεται αδιακρίτως κατασταλτική, κινδυνεύει να ενισχύσει τη δυσπιστία ακόμη και πολιτών που καταδικάζουν τις καταστροφές.
Προληπτική κράτηση και ανήλικοι: Το δυσκολότερο νομικό ζήτημα
Από τα μέτρα που εξετάζει η ιταλική κυβέρνηση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επέκταση της προληπτικής κράτησης. Η λογική της πρόληψης είναι κατανοητή. Εάν οι αρχές διαθέτουν συγκεκριμένες πληροφορίες ότι ορισμένα άτομα σχεδιάζουν σοβαρές πράξεις βίας, η δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης μπορεί να προστατεύσει ανθρώπινες ζωές και περιουσίες.
Όμως η προληπτική στέρηση της ελευθερίας δημιουργεί σημαντικά ζητήματα κράτους δικαίου. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, η προσωπική ελευθερία δεν μπορεί να περιορίζεται αυθαίρετα με βάση γενικές υποψίες ή πολιτικές πεποιθήσεις. Χρειάζονται σαφείς νόμιμες προϋποθέσεις, τεκμηρίωση, χρονικά όρια, δυνατότητα ελέγχου και αποτελεσματικές εγγυήσεις κατά της κατάχρησης.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν αφορά ανηλίκους. Η αντιμετώπιση της νεανικής εγκληματικότητας πρέπει να προστατεύει την κοινωνία, αλλά και να λαμβάνει υπόψη τη διαφορετική νομική και αναπτυξιακή θέση των ανηλίκων. Η αυστηρότερη ποινική μεταχείριση μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά σε ορισμένες περιπτώσεις.
Δεν είναι όμως βέβαιο ότι αρκεί για την αντιμετώπιση της οργανωμένης ή επαναλαμβανόμενης νεανικής παραβατικότητας. Απαιτούνται επίσης αποτελεσματική αστυνόμευση, έγκαιρη παρέμβαση, λειτουργία των σχολείων, συνεργασία με τις οικογένειες και πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής ένταξης.
Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποδείξει ότι τα προτεινόμενα μέτρα είναι αναγκαία, αναλογικά και κατάλληλα για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος. Η πολιτική αποφασιστικότητα δεν υποκαθιστά αυτή την υποχρέωση.
Το οικονομικό κόστος της αταξίας
Η δημόσια ασφάλεια έχει και σημαντική οικονομική διάσταση. Οι καταστροφές καταστημάτων αποτελούν την πιο ορατή μορφή κόστους. Υπάρχουν όμως και λιγότερο εμφανείς συνέπειες. Οι επιχειρήσεις που αναγκάζονται να κλείσουν χάνουν τζίρο. Οι εργαζόμενοι μπορεί να χάσουν ημερομίσθια. Οι ασφαλιστικές εταιρείες αντιμετωπίζουν πρόσθετες αποζημιώσεις. Οι ιδιοκτήτες επιβαρύνονται με επισκευές, συστήματα προστασίας και πρόσθετες δαπάνες ασφαλείας.
Η συστηματική ανασφάλεια μπορεί επίσης να μειώσει την ελκυστικότητα ορισμένων περιοχών για επενδύσεις και εμπορική δραστηριότητα. Στην περίπτωση του Μιλάνου, οι συνέπειες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα κέντρα χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, μόδας, εμπορίου και τουρισμού στην Ευρώπη.
Η προσωρινή διακοπή της δραστηριότητας σε εμπορικούς δρόμους υψηλής αξίας επηρεάζει περισσότερους από τους άμεσα πληγέντες καταστηματάρχες.
Ωστόσο, πρέπει να αποφεύγεται και η υπερβολή στην αποτίμηση των ζημιών. Οι αρχικές εκτιμήσεις για το συνολικό οικονομικό κόστος των επεισοδίων χρειάζονται ανεξάρτητη επαλήθευση. Άλλο είναι η αξία των υλικών καταστροφών και άλλο οι εκτιμήσεις για χαμένο τζίρο, ασφαλιστικές αποζημιώσεις ή ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις.
Η διάκριση έχει σημασία, ιδιαίτερα όταν τα μεγέθη χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν έκτακτες κρατικές παρεμβάσεις.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν εξηγεί τα πάντα
Οι κινητοποιήσεις στην Ιταλία εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον κοινωνικής δυσαρέσκειας. Η ακρίβεια, η δυσκολία πρόσβασης σε κατοικία, η πίεση στα εισοδήματα και η αμφισβήτηση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών αποτελούν πραγματικά προβλήματα.
Οι νεότερες ηλικίες αντιμετωπίζουν συχνά ιδιαίτερες δυσκολίες. Σε αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις, η πρόσβαση στην κατοικία απαιτεί ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Οι εργασιακές προοπτικές δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στις προσδοκίες που δημιουργούν οι σπουδές. Και η εμπιστοσύνη ότι η επόμενη γενιά θα ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη έχει αποδυναμωθεί.
Αυτές οι εξελίξεις μπορούν να τροφοδοτήσουν πολιτική δυσαρέσκεια. Δεν αποτελούν, όμως, από μόνες τους επαρκή εξήγηση για τη βία. Εκατομμύρια Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες χωρίς να λεηλατούν καταστήματα ή να επιτίθενται σε αστυνομικούς.
Για να ερμηνευθούν τα συγκεκριμένα επεισόδια χρειάζεται να εξεταστούν πρόσθετοι παράγοντες: η οργάνωση των ομάδων, οι μηχανισμοί κινητοποίησης, η πιθανή επιρροή των κοινωνικών δικτύων, η αίσθηση ατιμωρησίας και η αποτελεσματικότητα της αστυνομικής παρουσίας.
Η κοινωνική ανάλυση δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αυτόματη δικαιολόγηση της παραβατικότητας. Αλλά ούτε η καταδίκη της παραβατικότητας πρέπει να χρησιμοποιείται ως λόγος αποφυγής της συζήτησης για τις πραγματικές κοινωνικές δυσκολίες.
Η ευρωπαϊκή διάσταση: Από τη Γαλλία στην Ιταλία
Τα επεισόδια στο Μιλάνο δεν αποτελούν απομονωμένη εξέλιξη. Η Γαλλία αντιμετωπίζει επίσης εκτεταμένες κινητοποιήσεις και βίαια επεισόδια, με την κυβέρνησή της να εφαρμόζει τοπικούς περιορισμούς κυκλοφορίας και ενισχυμένα μέτρα ασφάλειας. Ανάλογες εντάσεις έχουν καταγραφεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει ενιαίο ευρωπαϊκό κίνημα με κοινή οργάνωση και στόχους. Οι κοινωνικές συνθήκες, τα αιτήματα και οι πολιτικές δυναμικές διαφέρουν σημαντικά. Ωστόσο, η ταυτόχρονη εμφάνιση βίαιων επεισοδίων σε διαφορετικές χώρες θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα.
Μήπως οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν μια αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες των πολιτών και στην πραγματική δυνατότητα των κρατών να ανταποκριθούν σε αυτές;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί αποκλειστικά με όρους αστυνόμευσης. Χρειάζεται να εξεταστεί η λειτουργία των αγορών κατοικίας, η παραγωγικότητα, η ποιότητα της εκπαίδευσης, οι ευκαιρίες απασχόλησης και η αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών.
Η οικονομική ανάπτυξη έχει σημασία. Αλλά έχει επίσης σημασία εάν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν πραγματικές δυνατότητες βελτίωσης της θέσης τους.
Όταν αυτή η προοπτική εξασθενεί, αυξάνεται η πολιτική δυσαρέσκεια. Η δυσαρέσκεια δεν οδηγεί αναγκαστικά στη βία. Μπορεί, όμως, να δημιουργήσει περιβάλλον στο οποίο μικρές οργανωμένες ή άτυπες ομάδες εκμεταλλεύονται τη γενικότερη ένταση.
Η ασφάλεια δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της Δεξιάς
Η συζήτηση για τη δημόσια ασφάλεια συχνά εγκλωβίζεται σε μια απλουστευτική πολιτική αντιπαράθεση. Η Δεξιά εμφανίζεται ως υπερασπιστής της τάξης. Η Αριστερά ως υπερασπιστής των κοινωνικών δικαιωμάτων. Στην πραγματικότητα, η διάκριση αυτή είναι ανεπαρκής.
Η ασφάλεια αποτελεί βασικό δημόσιο αγαθό. Η προστασία από τη βία δεν είναι προνόμιο των εύπορων πολιτών. Αντίθετα, οι οικονομικά ασθενέστεροι συχνά έχουν λιγότερες δυνατότητες να προστατευθούν ιδιωτικά από την εγκληματικότητα.
Δεν μπορούν πάντοτε να μετακομίσουν σε ασφαλέστερες περιοχές. Δεν διαθέτουν απαραίτητα ιδιωτικά συστήματα ασφαλείας. Και εξαρτώνται περισσότερο από την αποτελεσματική λειτουργία των δημόσιων θεσμών.
Επομένως, μια πολιτική που επιδιώκει κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να αδιαφορεί για τη δημόσια τάξη. Αντίστοιχα, μια πολιτική που δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια δεν μπορεί να αγνοεί τις συνταγματικές ελευθερίες.
Η αποτελεσματική δημοκρατική διακυβέρνηση απαιτεί ταυτόχρονα ισχυρούς θεσμούς επιβολής του νόμου και ουσιαστικούς περιορισμούς στην κρατική εξουσία. Δεν πρόκειται για δύο αντίθετες αρχές. Πρόκειται για δύο αλληλοσυμπληρούμενες προϋποθέσεις του κράτους δικαίου.
Το πραγματικό τεστ για τη Μελόνι
Η ιταλική κυβέρνηση επιχειρεί να δείξει ότι δεν θα επιτρέψει τη μετατροπή των αστικών κέντρων σε χώρους ανεξέλεγκτης βίας. Η επιδίωξη αυτή είναι θεμιτή. Η επιτυχία, όμως, δεν θα κριθεί από τον αριθμό των στρατιωτών που θα αναπτυχθούν στο Μιλάνο. Θα κριθεί από το εάν περιοριστούν οι επιθέσεις, εάν προστατευθούν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις και εάν οι υπεύθυνοι οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη με σεβασμό στις νόμιμες διαδικασίες.
Θα κριθεί επίσης από το εάν τα έκτακτα μέτρα παραμείνουν πραγματικά έκτακτα. Η προσωρινή ενίσχυση των εξουσιών ασφαλείας μπορεί να δικαιολογείται σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Η μονιμοποίησή της χωρίς επαρκή έλεγχο θα δημιουργούσε διαφορετικό θεσμικό πρόβλημα.
Η κυβέρνηση θα πρέπει ακόμη να αποδείξει ότι αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τη νεανική παραβατικότητα και δεν περιορίζεται σε συμβολικές κινήσεις υψηλής πολιτικής προβολής. Η δημόσια ασφάλεια δεν βελτιώνεται απαραίτητα με ολοένα αυστηρότερες εξαγγελίες.
Βελτιώνεται όταν αυξάνεται η πιθανότητα εντοπισμού των δραστών, λειτουργεί αποτελεσματικά η Δικαιοσύνη, εφαρμόζονται οι αποφάσεις της και περιορίζονται οι ευκαιρίες επανάληψης των αδικημάτων.
Συμπέρασμα: Το κράτος οφείλει να προστατεύει και την τάξη και την ελευθερία
Τα γεγονότα του Μιλάνου αναδεικνύουν μια θεμελιώδη αντίφαση που αντιμετωπίζουν πολλές ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Οι πολίτες απαιτούν ασφάλεια, αλλά ταυτόχρονα δικαιολογημένα ανησυχούν όταν το κράτος αποκτά περισσότερες εξουσίες περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας. Η αντίφαση αυτή δεν λύνεται με την άρνηση της μιας ή της άλλης ανάγκης.
Η ελευθερία χωρίς ασφάλεια μπορεί να μετατραπεί σε δικαίωμα που υπάρχει μόνο στα χαρτιά. Η ασφάλεια χωρίς αποτελεσματικούς θεσμικούς περιορισμούς μπορεί να οδηγήσει σε αυθαίρετη κρατική εξουσία.
Η κυβέρνηση Μελόνι έχει υποχρέωση να προστατεύσει τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τη δημόσια περιουσία. Έχει όμως και υποχρέωση να αποδείξει ότι τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι νόμιμα, αναλογικά και αποτελεσματικά.
Οι διαδηλωτές έχουν δικαίωμα να αμφισβητούν την κυβερνητική πολιτική. Δεν έχουν δικαίωμα να καταστρέφουν ξένη περιουσία ή να επιτίθενται σε άλλους ανθρώπους.
Και η κοινωνία έχει δικαίωμα να απαιτεί από το κράτος να αντιμετωπίζει τόσο τις αξιόποινες πράξεις όσο και τις βαθύτερες δυσλειτουργίες που τροφοδοτούν την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Η πραγματική δοκιμασία για μια δημοκρατία δεν είναι εάν μπορεί να επιβάλει την τάξη χρησιμοποιώντας περισσότερη ισχύ. Είναι εάν μπορεί να επιβάλει τον νόμο χωρίς να αποδυναμώνει τις ελευθερίες που ο νόμος υπάρχει για να προστατεύει.
Αυτό είναι το πολιτικό στοίχημα της Τζόρτζια Μελόνι. Και, σε διαφορετικές μορφές, ολόκληρης της Ευρώπης.


Add comment
Comments