Λίγες ημέρες πριν από την παρουσίαση του βρετανικού προϋπολογισμού, η κυβέρνηση των Εργατικών εγκαταλείπει τα σχέδια αύξησης της φορολογίας κεφαλαιακών κερδών, παρά τις πιέσεις για μεγαλύτερη φορολόγηση του πλούτου. Η αιτία δεν είναι μόνο πολιτική: το υπουργείο Οικονομικών φοβάται ότι ένας υψηλότερος συντελεστής θα μπορούσε να περιορίσει τις συναλλαγές, να αποθαρρύνει επενδυτές και τελικά να μειώσει τα δημόσια έσοδα.

Από τον Δαίδαλο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Μια φορολογική απόφαση με μεγαλύτερη σημασία από όση φαίνεται
Στις 28 Οκτωβρίου, ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι αναμένεται να παρουσιάσει έναν από τους δυσκολότερους προϋπολογισμούς των τελευταίων ετών. Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένο κόστος δανεισμού, πληθωριστικές πιέσεις, απαιτήσεις για μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες και περιορισμένα περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση της φορολογίας κεφαλαιακών κερδών εμφανιζόταν ως μια ελκυστική πολιτική επιλογή.
Θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως μέτρο φορολογικής δικαιοσύνης, με το επιχείρημα ότι τα εισοδήματα από την εργασία δεν πρέπει να επιβαρύνονται περισσότερο από τα κέρδη που προκύπτουν από την πώληση περιουσιακών στοιχείων. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσιεύματα των Financial Times και του Guardian στις 19 και 20 Οκτωβρίου, ο Χίλι αποφάσισε να μην αυξήσει τους συντελεστές του φόρου κεφαλαιακών κερδών στον επικείμενο προϋπολογισμό. Η απόφαση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην αντίθεση των επιχειρηματικών κύκλων.
Στηρίζεται και σε μια εκτίμηση της ίδιας της βρετανικής φορολογικής διοίκησης: ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μια σημαντική αύξηση του φόρου θα μπορούσε να προκαλέσει τέτοια μεταβολή στη συμπεριφορά των φορολογουμένων ώστε το Δημόσιο να εισπράξει λιγότερα χρήματα. Η υπόθεση είναι χαρακτηριστική της διαφοράς ανάμεσα στη φορολογική πολιτική όπως σχεδιάζεται σε ένα υπουργείο και στη φορολογική πολιτική όπως λειτουργεί στην πραγματική οικονομία. Οι κυβερνήσεις αποφασίζουν τους φορολογικούς συντελεστές. Δεν αποφασίζουν, όμως, πόσες συναλλαγές θα πραγματοποιήσουν οι φορολογούμενοι μετά την αλλαγή τους.
Τι είναι ο φόρος κεφαλαιακών κερδών
Ο φόρος κεφαλαιακών κερδών, γνωστός διεθνώς ως Capital Gains Tax (CGT), επιβάλλεται στο κέρδος που πραγματοποιεί κάποιος όταν πωλεί ένα περιουσιακό στοιχείο σε τιμή υψηλότερη από εκείνη στην οποία το απέκτησε. Τέτοια περιουσιακά στοιχεία μπορεί να είναι μετοχές, επενδυτικά χαρτοφυλάκια, δεύτερες κατοικίες ή συμμετοχές σε επιχειρήσεις. Η βασική διάκριση είναι ότι ο φόρος δεν επιβάλλεται συνήθως στο συνολικό τίμημα της πώλησης, αλλά στο φορολογητέο κέρδος. Για παράδειγμα, εάν κάποιος αγοράσει μετοχές έναντι €100.000 και τις πουλήσει έναντι €150.000, το κεφαλαιακό κέρδος είναι €50.000, πριν από τυχόν απαλλαγές, έξοδα και άλλες φορολογικές προσαρμογές.
Στη Βρετανία, οι βασικοί συντελεστές CGT είναι σήμερα 18% για τους φορολογουμένους της χαμηλότερης φορολογικής κλίμακας και 24% για όσους εμπίπτουν στην υψηλότερη κλίμακα. Αντίθετα, ο φόρος εισοδήματος από εργασία μπορεί να φτάσει το 45%, με τις σχετικές κλίμακες και απαλλαγές να διαφέρουν ανά περίπτωση. Αυτή η διαφορά αποτελεί τον πυρήνα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Στελέχη της βρετανικής Αριστεράς υποστηρίζουν ότι δεν είναι δίκαιο κάποιος να φορολογείται βαρύτερα για τα χρήματα που κερδίζει εργαζόμενος απ' ό,τι για τα κέρδη που πραγματοποιεί πουλώντας περιουσιακά στοιχεία.
Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές της εξίσωσης των συντελεστών επισημαίνουν ότι τα κεφαλαιακά κέρδη δεν είναι οικονομικά ταυτόσημα με τους μισθούς. Μπορεί να συσσωρεύονται επί πολλά χρόνια, να εμπεριέχουν πληθωριστική ανατίμηση και να συνδέονται με επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν υπό αβεβαιότητα. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αποδόσεις έχουν ήδη επηρεαστεί από άλλες μορφές φορολογίας, όπως ο φόρος εταιρικών κερδών. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κεφαλαιακά κέρδη δεν πρέπει να φορολογούνται. Σημαίνει ότι η επιλογή του κατάλληλου συντελεστή απαιτεί περισσότερη ανάλυση από μια απλή σύγκριση με τη φορολογία της εργασίας.
Το παράδοξο των 3,6 δισεκατομμυρίων λιρών
Το στοιχείο που καθιστά τη βρετανική περίπτωση ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι μια εκτίμηση της φορολογικής διοίκησης HM Revenue & Customs. Η αύξηση του υψηλότερου συντελεστή CGT κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των φορολογικών εσόδων κατά περίπου 3,6 δισ. λίρες το οικονομικό έτος 2028–2029, σε σχέση με το σενάριο χωρίς την αύξηση. Με άλλα λόγια, το βρετανικό Δημόσιο θα μπορούσε να επιβάλει υψηλότερο φόρο ανά λίρα φορολογητέου κέρδους, αλλά να εισπράξει λιγότερα συνολικά.
Πώς είναι δυνατόν; Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο λειτουργίας της συγκεκριμένης φορολογικής βάσης. Σε αντίθεση με έναν μισθό, που καταβάλλεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, ένα κεφαλαιακό κέρδος μπορεί συχνά να πραγματοποιηθεί σε χρόνο που επιλέγει ο κάτοχος του περιουσιακού στοιχείου. Ο ιδιοκτήτης μιας μετοχής δεν είναι υποχρεωμένος να την πουλήσει σήμερα. Ο επιχειρηματίας που σκέφτεται να μεταβιβάσει την εταιρεία του μπορεί να αναβάλει τη συναλλαγή. Ένας επενδυτής μπορεί να αναδιαρθρώσει το χαρτοφυλάκιό του ή να εξετάσει διαφορετικές επιλογές φορολογικής κατοικίας, εφόσον το επιτρέπουν οι ισχύοντες κανόνες. Επομένως, η αύξηση του συντελεστή δεν επηρεάζει μόνο το ποσό του φόρου που αναλογεί σε κάθε συναλλαγή.
Μπορεί να επηρεάσει και το εάν, πότε και πού θα πραγματοποιηθεί η συναλλαγή. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η φορολογική βάση δεν παραμένει αναγκαστικά σταθερή όταν μεταβάλλεται ο φορολογικός συντελεστής.
Η παγίδα της στατικής φορολογικής αριθμητικής
Ας υποθέσουμε ότι μια οικονομία εμφανίζει φορολογητέα κεφαλαιακά κέρδη ύψους €100 δισ. Με φορολογικό συντελεστή 20%, τα δημόσια έσοδα ανέρχονται σε €20 δισ. Εάν η κυβέρνηση αυξήσει τον συντελεστή στο 30%, μια στατική προσέγγιση θα υπολόγιζε έσοδα €30 δισ. Δηλαδή αύξηση 50%. Η εκτίμηση αυτή, όμως, προϋποθέτει ότι οι φορολογούμενοι θα συνεχίσουν να πραγματοποιούν ακριβώς τις ίδιες συναλλαγές. Εάν οι συναλλαγές μειωθούν, το αποτέλεσμα αλλάζει.
Το τελευταίο σενάριο αποτυπώνει την ουσία του προβλήματος. Παρά την αύξηση του φορολογικού συντελεστή από 20% σε 30%, τα δημόσια έσοδα μειώνονται από €20 σε €18 δισ. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση φόρου προκαλεί αντίστοιχη συμπεριφορά. Ούτε ότι η φορολογική βάση θα μειωθεί αναγκαστικά κατά 40%. Δείχνει, όμως, γιατί οι δημοσιονομικές προβλέψεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αντίδραση των φορολογουμένων. Μάλιστα, για να μειωθούν τα έσοδα σε αυτό το παράδειγμα, αρκεί η φορολογητέα βάση να υποχωρήσει περισσότερο από το ένα τρίτο. Το εάν μια τέτοια μεταβολή είναι πιθανή αποτελεί εμπειρικό ερώτημα. Δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο με πολιτικές πεποιθήσεις.
Η καμπύλη Laffer: Πότε ένας υψηλότερος φόρος αποδίδει λιγότερα;
Η βρετανική συζήτηση επαναφέρει στο προσκήνιο μια από τις πιο γνωστές, αλλά και συχνά παρεξηγημένες, έννοιες της οικονομικής θεωρίας: την καμπύλη Laffer. Η βασική της ιδέα είναι απλή. Με μηδενικό φορολογικό συντελεστή, τα έσοδα από έναν συγκεκριμένο φόρο είναι μηδενικά. Με έναν υποθετικό συντελεστή 100%, τα έσοδα μπορεί επίσης να περιοριστούν δραστικά, εφόσον οι φορολογούμενοι μπορούν να αποφύγουν ή να εγκαταλείψουν τη φορολογούμενη δραστηριότητα. Ανάμεσα στα δύο άκρα μπορεί να υπάρχει ένας συντελεστής που μεγιστοποιεί τα δημόσια έσοδα.
Το πρόβλημα είναι ότι η θεωρία δεν προσδιορίζει από μόνη της πού βρίσκεται αυτό το σημείο. Δεν αποδεικνύει, για παράδειγμα, ότι ένας φόρος 30% είναι υπερβολικός ή ότι ένας φόρος 15% είναι οικονομικά αποτελεσματικός. Η απάντηση εξαρτάται από τη συγκεκριμένη φορολογική βάση, τις δυνατότητες προσαρμογής των φορολογουμένων, τις απαλλαγές, τη διεθνή κινητικότητα και το χρονικό διάστημα που εξετάζεται. Το βρετανικό υπουργείο Οικονομικών χρησιμοποιεί ως πρακτικό σημείο αναφοράς το 24% για τη μεγιστοποίηση των εσόδων από τον CGT. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί αδιαμφισβήτητο οικονομικό νόμο.
Είναι μια εκτίμηση που στηρίζεται σε συγκεκριμένες παραδοχές. Και οι παραδοχές αυτές μπορούν να αμφισβητηθούν.
Η σημαντική διαφωνία των οικονομολόγων: Το IFS δεν συμφωνεί πλήρως
Εδώ βρίσκεται μια λεπτομέρεια που έχει μεγάλη σημασία για τη δημοσιογραφική ακρίβεια. Το βρετανικό Institute for Fiscal Studies (IFS), ένα από τα σημαντικότερα ανεξάρτητα ερευνητικά ιδρύματα δημοσιονομικής πολιτικής, έχει αμφισβητήσει το κατά πόσο οι επίσημες εκτιμήσεις για την απώλεια εσόδων αποτυπώνουν σωστά τις μακροχρόνιες συνέπειες. Σε μελέτη του για τη μεταρρύθμιση του φόρου κεφαλαιακών κερδών, το IFS αναγνωρίζει ότι η αύξηση των συντελεστών μπορεί να οδηγήσει σε αναβολή πωλήσεων και άλλες αλλαγές συμπεριφοράς.
Υποστηρίζει, όμως, ότι οι δημοσιευμένες εκτιμήσεις της HMRC δεν αποτελούν κατ' ανάγκην αξιόπιστο οδηγό για τα έσοδα σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Κατά την εκτίμησή του, μια αύξηση των συντελεστών θα μπορούσε, μέχρι ενός σημείου, να αυξήσει τα έσοδα μεσοπρόθεσμα, ιδιαίτερα εάν συνοδευόταν από κατάλληλη μεταρρύθμιση της φορολογικής βάσης. Η διαφωνία αυτή είναι ουσιαστική. Οι φορολογούμενοι μπορεί να αναβάλουν την πώληση ενός περιουσιακού στοιχείου για μερικά χρόνια. Αυτό μειώνει τα άμεσα έσοδα. Δεν σημαίνει, όμως, ότι το περιουσιακό στοιχείο δεν θα πωληθεί ποτέ.
Επομένως, μια βραχυχρόνια απώλεια φορολογικών εσόδων δεν συνεπάγεται απαραίτητα αντίστοιχη μόνιμη απώλεια. Αντίστροφα, εάν ο υψηλότερος φόρος οδηγήσει σε διαρκή αποφυγή συναλλαγών, μειωμένες επενδύσεις ή ουσιαστική μεταφορά οικονομικής δραστηριότητας στο εξωτερικό, οι αρνητικές επιπτώσεις μπορεί να διαρκέσουν πολύ περισσότερο. Το συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική απάντηση. Η κυβέρνηση έχει λόγους να φοβάται τις αρνητικές συμπεριφορικές αντιδράσεις. Οι οικονομολόγοι έχουν εξίσου σοβαρούς λόγους να εξετάζουν εάν αυτές υπερεκτιμώνται.
Αυτή η διάκριση είναι σημαντική, διότι αποτρέπει τη μετατροπή μιας τεχνικής δημοσιονομικής εκτίμησης σε πολιτικό δόγμα.
Το φαινόμενο του εγκλωβισμού: Όταν ο φόρος εμποδίζει την πώληση
Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φόρου κεφαλαιακών κερδών είναι το λεγόμενο lock-in effect, δηλαδή το φαινόμενο εγκλωβισμού. Ας υποθέσουμε ότι ένας επενδυτής κατέχει μετοχές που έχουν αυξηθεί σημαντικά σε αξία. Θεωρεί ότι υπάρχουν πλέον καλύτερες επενδυτικές ευκαιρίες σε άλλες επιχειρήσεις. Εάν πουλήσει τις μετοχές του, όμως, θα κληθεί να καταβάλει φόρο επί των πραγματοποιημένων κερδών. Όσο υψηλότερος είναι ο φόρος, τόσο μεγαλύτερο μπορεί να γίνει το κίνητρο να διατηρήσει την υφιστάμενη επένδυση, ακόμη και εάν η ανακατανομή των κεφαλαίων θα ήταν οικονομικά αποδοτικότερη.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους ιδιώτες επενδυτές. Ένας επιχειρηματίας που έχει δημιουργήσει μια επιτυχημένη εταιρεία μπορεί να διστάζει να την πουλήσει, επειδή η φορολογική επιβάρυνση θα περιορίσει σημαντικά το καθαρό τίμημα. Η πώληση, όμως, μπορεί να επιτρέψει στην επιχείρηση να περάσει σε έναν νέο ιδιοκτήτη με περισσότερα κεφάλαια, καλύτερη τεχνογνωσία ή μεγαλύτερες δυνατότητες ανάπτυξης. Η αναβολή της συναλλαγής μπορεί να έχει κόστος που δεν εμφανίζεται άμεσα στα φορολογικά στοιχεία. Μπορεί να περιορίζει την ανακατανομή κεφαλαίων προς παραγωγικότερες δραστηριότητες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μεταβίβαση επιχειρηματικής συμμετοχής είναι παραγωγική ή ότι κάθε φορολογικό εμπόδιο πρέπει να καταργηθεί. Σημαίνει ότι η φορολογία μπορεί να επηρεάζει την κατανομή των επενδυτικών πόρων. Και η κατανομή αυτή έχει σημασία για τη μακροχρόνια παραγωγικότητα.
Το πρόβλημα της φορολόγησης του πληθωρισμού
Υπάρχει και μια δεύτερη, λιγότερο συζητημένη διάσταση. Ο φόρος κεφαλαιακών κερδών μπορεί να επιβάλλεται σε ονομαστικές αποδόσεις, μέρος των οποίων δεν αντιπροσωπεύει πραγματικό οικονομικό κέρδος. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος αγοράζει ένα περιουσιακό στοιχείο έναντι €100.000. Δέκα χρόνια αργότερα, το πωλεί έναντι €130.000. Το ονομαστικό κέρδος είναι €30.000. Εάν, όμως, στο ίδιο διάστημα το γενικό επίπεδο τιμών έχει αυξηθεί συνολικά κατά 30%, η αγοραστική αξία των €130.000 είναι περίπου ίδια με την αγοραστική αξία των αρχικών €100.000. Ο επενδυτής δεν έχει πραγματοποιήσει ουσιαστικό πραγματικό κέρδος. Κι όμως, σε ένα σύστημα χωρίς τιμαριθμική αναπροσαρμογή της φορολογικής βάσης, μπορεί να κληθεί να καταβάλει φόρο επί της ονομαστικής υπεραξίας.
Με συντελεστή 24%, ο φόρος στο υποθετικό αυτό παράδειγμα θα ανερχόταν σε €7.200, εφόσον ολόκληρο το κέρδος ήταν φορολογητέο. Το παράδειγμα αναδεικνύει μια πραγματική οικονομική στρέβλωση. Όταν ο πληθωρισμός είναι υψηλός, η διαφορά ανάμεσα στα ονομαστικά και στα πραγματικά κεφαλαιακά κέρδη γίνεται ιδιαίτερα σημαντική. Μια φορολογική μεταρρύθμιση που περιορίζεται στην αύξηση των συντελεστών, χωρίς να εξετάζει τον τρόπο υπολογισμού της φορολογητέας υπεραξίας, μπορεί να εντείνει αυτές τις στρεβλώσεις.
Η κυβέρνηση στρέφεται στις τράπεζες
Η απόφαση του Χίλι να αποφύγει την αύξηση του CGT δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση εγκαταλείπει την προσπάθεια αύξησης των φορολογικών εσόδων. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, εξετάζει μεγαλύτερη επιβάρυνση των τραπεζικών κερδών. Η επιλογή έχει συγκεκριμένη πολιτική λογική. Οι βρετανικές τράπεζες έχουν καταγράψει σημαντικά κέρδη τα τελευταία χρόνια, μεταξύ άλλων λόγω του περιβάλλοντος υψηλότερων επιτοκίων.
Οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας - HSBC, NatWest, Barclays και Lloyds - πραγματοποίησαν συνολικά περίπου 200 δισ. λίρες προ φόρων κέρδη κατά την προηγούμενη πενταετία. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι ο τραπεζικός κλάδος διαθέτει μεγαλύτερη δυνατότητα συνεισφοράς στην προσπάθεια στήριξης των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος διαβίωσης. Ωστόσο, και εδώ προκύπτει το ίδιο οικονομικό ερώτημα. Ποιος θα πληρώσει τελικά τον πρόσθετο φόρο; Η νομική υποχρέωση καταβολής του φόρου θα ανήκει στις τράπεζες. Η πραγματική οικονομική επιβάρυνση, όμως, μπορεί να κατανεμηθεί μεταξύ μετόχων, εργαζομένων και πελατών, ανάλογα με τον ανταγωνισμό, τη δυνατότητα μετακύλισης και τις συνθήκες της πιστωτικής αγοράς.
- Εάν ο φόρος μειώσει τις αποδόσεις του τραπεζικού κεφαλαίου, μπορεί να επηρεάσει τις επενδυτικές αποφάσεις.
- Εάν μετακυλιστεί εν μέρει στα επιτόκια δανεισμού ή στις τραπεζικές χρεώσεις, μπορεί να επιβαρύνει επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
- Αντίθετα, εάν απορροφηθεί κυρίως από υπερβάλλοντα κέρδη, οι επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα μπορεί να είναι περιορισμένες.
Δεν υπάρχει λόγος να θεωρείται εκ των προτέρων ότι κάθε φόρος στις τράπεζες είναι αναποτελεσματικός. Υπάρχει, όμως, λόγος να αξιολογείται η πραγματική οικονομική του επίπτωση, αντί να αντιμετωπίζεται ως επιβάρυνση που αφορά αποκλειστικά τους τραπεζικούς μετόχους.
Το δημόσιο χρέος περιορίζει τις επιλογές του Λονδίνου
Η βρετανική φορολογική συζήτηση δεν διεξάγεται σε συνθήκες δημοσιονομικής άνεσης. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει αυξημένες δανειακές ανάγκες και υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Οι πιέσεις στην ενέργεια και στον πληθωρισμό έχουν περιορίσει τα περιθώρια για νέες παροχές χωρίς πρόσθετη χρηματοδότηση. Οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να έχουν μειώσει σημαντικά το δημοσιονομικό περιθώριο ασφαλείας που προέβλεπαν οι προηγούμενες εκτιμήσεις. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μια οικονομία που χρειάζεται ταυτόχρονα επενδύσεις, ισχυρότερη ανάπτυξη και σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών.
Η αύξηση των φόρων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα. Μπορεί όμως και να περιορίσει την οικονομική δραστηριότητα, εάν επιβαρύνει υπερβολικά την εργασία, τις επενδύσεις ή την επιχειρηματικότητα. Από την άλλη πλευρά, η διαρκής χρηματοδότηση δημόσιων δαπανών με νέο δανεισμό μπορεί να αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και να περιορίσει τις μελλοντικές επιλογές. Η κυβέρνηση καλείται, επομένως, να ισορροπήσει ανάμεσα σε τρεις στόχους: επαρκή δημόσια έσοδα, διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και δημοσιονομική αξιοπιστία.
Η αντιπολίτευση των Συντηρητικών προτείνει μεγαλύτερη συγκράτηση των δημόσιων δαπανών αντί πρόσθετης φορολογίας. Η θέση αυτή, όμως, δημιουργεί το δικό της πολιτικό πρόβλημα: ποιες δαπάνες μπορούν πράγματι να περιοριστούν, με ποιο κοινωνικό κόστος και σε ποιο χρονικό διάστημα; Η δημοσιονομική προσαρμογή δεν γίνεται ευκολότερη απλώς επειδή επιλέγεται η πλευρά των δαπανών αντί των εσόδων. Απαιτεί συγκεκριμένες αποφάσεις και αξιολόγηση των συνεπειών τους.
Τι διδάσκει η βρετανική περίπτωση στην Ελλάδα
Η ελληνική φορολογική πολιτική έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από τη βρετανική. Οι συντελεστές, οι απαλλαγές και ο τρόπος φορολόγησης των κεφαλαιακών κερδών δεν είναι ίδιοι. Επομένως, η εκτίμηση ότι μια αύξηση του βρετανικού CGT μπορεί να μειώσει τα δημόσια έσοδα δεν μπορεί να μεταφερθεί μηχανικά στην Ελλάδα. Το γενικό οικονομικό δίδαγμα, όμως, έχει ιδιαίτερη σημασία. Στην Ελλάδα, η δημόσια συζήτηση για τη φορολογία συχνά επικεντρώνεται στους ονομαστικούς συντελεστές. Λιγότερη προσοχή δίνεται στον τρόπο με τον οποίο οι φόροι επηρεάζουν την παραγωγή, τις επενδύσεις, την κατανάλωση και τη συμμόρφωση των φορολογουμένων.
Η αποτελεσματική φορολογική πολιτική πρέπει να εξετάζει όχι μόνο πόσο υψηλός είναι ένας φόρος, αλλά και πόσο ευρεία είναι η φορολογική βάση, πόσο εύκολη είναι η συμμόρφωση και ποιες οικονομικές αποφάσεις επηρεάζονται. Ένας χαμηλότερος συντελεστής με ευρύτερη φορολογική βάση και υψηλότερη συμμόρφωση μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποδίδει περισσότερα από έναν υψηλό συντελεστή που επιβαρύνει ένα μικρό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας. Δεν αποτελεί, όμως, αυτό γενικό κανόνα. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τις συνθήκες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου. Οι επιχειρήσεις λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με χρονικό ορίζοντα πολλών ετών. Οι συνεχείς αλλαγές στη φορολογία δημιουργούν αβεβαιότητα και αυξάνουν το κόστος σχεδιασμού. Η προβλεψιμότητα των κανόνων μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με το ύψος των συντελεστών. Για μια οικονομία όπως η ελληνική, που χρειάζεται μεγαλύτερες παραγωγικές επενδύσεις και ισχυρότερη επιχειρηματική δραστηριότητα, η φορολογική πολιτική πρέπει να αξιολογείται και ως παράγοντας ανταγωνιστικότητας.
Όχι μόνο ως μηχανισμός είσπραξης εσόδων.
Συμπέρασμα: Οι φορολογούμενοι δεν είναι παθητικοί αριθμοί σε ένα υπολογιστικό φύλλο
Η απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να μην αυξήσει τον φόρο κεφαλαιακών κερδών προσφέρει ένα χρήσιμο μάθημα πολιτικής οικονομίας. Οι κυβερνήσεις μπορούν να μεταβάλλουν τους φορολογικούς συντελεστές. Δεν μπορούν, όμως, να υποχρεώσουν την οικονομική δραστηριότητα να παραμείνει αμετάβλητη. Οι εργαζόμενοι, οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές αντιδρούν στα οικονομικά κίνητρα. Μπορούν να αυξήσουν ή να περιορίσουν την εργασία τους, να μεταβάλουν τις επενδύσεις τους, να αναβάλουν συναλλαγές ή να αναζητήσουν διαφορετικές επιλογές.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η φορολογική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε απλούς αριθμητικούς υπολογισμούς. Η αύξηση ενός συντελεστή κατά 20% δεν συνεπάγεται αναγκαστικά αύξηση των εσόδων κατά 20%. Ούτε, όμως, η ύπαρξη συμπεριφορικών αντιδράσεων αποδεικνύει ότι κάθε αύξηση φόρου θα μειώσει τα έσοδα. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η τεκμηριωμένη αξιολόγηση.
- Πόσο επηρεάζεται η φορολογική βάση;
- Πόσο διαρκούν οι αλλαγές συμπεριφοράς;
- Ποιο είναι το αποτέλεσμα για τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα;
- Και ποια είναι η κατανομή του φορολογικού βάρους ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες;
- Η βρετανική κυβέρνηση φαίνεται ότι επέλεξε να δώσει μεγαλύτερο βάρος στον κίνδυνο απώλειας εσόδων και επενδυτικής δραστηριότητας.
Η τελική αξιολόγηση της απόφασης θα εξαρτηθεί από την πορεία των δημόσιων εσόδων, των επενδύσεων και της οικονομίας. Η αποτελεσματική φορολογία δεν είναι εκείνη που επιβάλλει τον υψηλότερο δυνατό συντελεστή. Είναι εκείνη που εξασφαλίζει επαρκή δημόσια έσοδα, με τις μικρότερες δυνατές οικονομικές στρεβλώσεις και με κοινωνικά αποδεκτή κατανομή του βάρους. Αυτό είναι ένα πολύ δυσκολότερο εγχείρημα από την απλή αύξηση των φόρων.
Και πολύ σημαντικότερο για τη μακροχρόνια ευημερία μιας οικονομίας.


Add comment
Comments