Οι Ισραηλινοί ψηφίζουν για τη νέα Κνεσέτ σε μια αναμέτρηση που κρίνεται τόσο από την αξιολόγηση της ηγεσίας Νετανιάχου όσο και από το δύσκολο ερώτημα ποιος μπορεί να συγκεντρώσει τις 61 έδρες για να κυβερνήσει.

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Οι κάλπες για την εκλογή των 120 μελών της Κνεσέτ ανοίγουν σε μια χώρα βαθιά διχασμένη, τρία χρόνια μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τις πολεμικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν. Το αποτέλεσμα θα κρίνει αν ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα παραμείνει στην εξουσία ή αν ο πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου Γκάντι Άιζενκοτ θα καταφέρει να συγκροτήσει εναλλακτική κυβέρνηση.
Το διακύβευμα, ωστόσο, δεν είναι μόνο ποιο κόμμα θα έρθει πρώτο. Το Ισραήλ εκλέγει την Κνεσέτ με αναλογικό σύστημα, σε μία ενιαία εθνική περιφέρεια. Οι ψηφοφόροι επιλέγουν κομματικό ψηφοδέλτιο και όχι έναν υποψήφιο σε μονοεδρική περιφέρεια. Για να εισέλθει ένα κόμμα στο κοινοβούλιο πρέπει να συγκεντρώσει τουλάχιστον 3,25% των ψήφων. Για τον σχηματισμό κυβέρνησης απαιτείται στήριξη τουλάχιστον 61 από τους 120 βουλευτές. Έτσι, ακόμη και το πρώτο κόμμα μπορεί να μην είναι σε θέση να κυβερνήσει χωρίς συμφωνίες με μικρότερους εταίρους.
Νετανιάχου και Λικούντ: η μάχη για την παραμονή στην εξουσία
Ο 77χρονος πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ηγείται του δεξιού Λικούντ και διεκδικεί νέα θητεία, προβάλλοντας την εμπειρία του και την πολιτική του στην ασφάλεια. Οι αντίπαλοί του, όμως, τον κατηγορούν για τις αποτυχίες ασφαλείας πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, για τη διαχείριση του πολέμου και για την όξυνση των εσωτερικών διαιρέσεων. Στο εσωτερικό της χώρας παραμένει επίσης αντιμέτωπος με δίκη για υποθέσεις διαφθοράς.
Η εκλογική του δύναμη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους παραδοσιακούς συμμάχους του. Στο δεξιό και θρησκευτικό μπλοκ περιλαμβάνονται η Θρησκευτική Σιωνιστική Παράταξη, με επικεφαλής τον Μπεζαλέλ Σμότριτς, και η Εβραϊκή Δύναμη του Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, καθώς και τα υπερορθόδοξα κόμματα Σας και Ενωμένος Ιουδαϊσμός της Τορά.
Η επιρροή αυτών των κομμάτων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική στις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις. Ταυτόχρονα, ζητήματα όπως η απαλλαγή των υπερορθόδοξων ανδρών από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία έχουν προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες του στρατού και οι επανειλημμένες επιστρατεύσεις επιβαρύνουν μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Άιζενκοτ: η κεντρώα πρόκληση
Κεντρικός αντίπαλος του Νετανιάχου είναι ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου και επικεφαλής του κεντρώου κόμματος Yashar. Προβάλλει την ανάγκη λογοδοσίας για τις αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου, υπόσχεται ανεξάρτητη έρευνα και επιχειρεί να εμφανιστεί ως υποψήφιος εθνικής ενότητας.
Η εκλογική του απήχηση δεν σημαίνει ότι προτείνει ριζική αλλαγή σε όλα τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Ο Άιζενκοτ διατηρεί σκληρή γραμμή στην ασφάλεια και δεν υποστηρίζει τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους υπό τις σημερινές συνθήκες. Έχει, ωστόσο, διαφοροποιηθεί από τον Νετανιάχου σε θέματα όπως η διαχείριση της κυβέρνησης, η λογοδοσία, η στρατιωτική θητεία και η βία εποίκων στη Δυτική Όχθη.
Στον ευρύτερο χώρο της αντιπολίτευσης κινούνται επίσης ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, σε συμμαχία με τον πρώην πρωθυπουργό Γιαΐρ Λαπίντ υπό την παράταξη B’Yachad, ο πρώην υπουργός Άμυνας Αβιγκντόρ Λίμπερμαν και ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής των Δημοκρατών. Η συνύπαρξη διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων, όμως, δεν εγγυάται ότι θα μπορέσουν να συμφωνήσουν σε κοινή κυβερνητική πλειοψηφία.
Οι Άραβες ψηφοφόροι και τα μικρότερα κόμματα
Σημαντικό ρόλο μπορεί να παίξουν τα αραβικά κόμματα, μεταξύ των οποίων η ισλαμιστική Ραάμ του Μανσούρ Αμπάς και η Κοινή Λίστα. Η κοινοβουλευτική τους δύναμη θα μπορούσε να επηρεάσει το ποιος θα έχει τις περισσότερες πιθανότητες να σχηματίσει κυβέρνηση. Η συνεργασία μαζί τους, ωστόσο, παραμένει πολιτικά αμφιλεγόμενη και προκαλεί διαφωνίες ακόμη και στο αντιπολιτευόμενο στρατόπεδο.
Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί και από τα μικρότερα κόμματα που βρίσκονται κοντά στο εκλογικό όριο. Εάν κάποια από αυτά μείνουν εκτός Κνεσέτ, οι ψήφοι τους δεν θα μετατραπούν σε κοινοβουλευτικές έδρες, επηρεάζοντας τους συσχετισμούς ανάμεσα στα δύο μεγάλα μπλοκ.
Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις
Οι τελευταίες μετρήσεις πριν από τις εκλογές δίνουν σε αρκετές περιπτώσεις προβάδισμα στο Yashar του Άιζενκοτ έναντι του Λικούντ, χωρίς όμως να καταλήγουν σε ενιαία εικόνα. Σε δημοσκόπηση του Channel 12, το Yashar εμφανίζεται με 23 έδρες, το Λικούντ με 21 και η συμμαχία Μπένετ–Λαπίντ με 15. Άλλη τελική αποτίμηση τοποθετεί το Yashar στις 22 έδρες, το Λικούντ στις 20 και το B’Yachad στις 14.
Η εικόνα αλλάζει ανάλογα με τη δημοσκόπηση και το πώς υπολογίζεται η δύναμη των κομμάτων που βρίσκονται κοντά στο όριο εισόδου. Το βασικό συμπέρασμα, πάντως, είναι κοινό: δεν διαφαίνεται ασφαλής πλειοψηφία 61 εδρών για κανένα από τα δύο στρατόπεδα. Ορισμένες εκτιμήσεις δίνουν στην αντιπολίτευση περίπου 52 έδρες και στο μπλοκ Νετανιάχου περίπου 50, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο τα αραβικά κόμματα και οι μικρότεροι εταίροι να καθορίσουν τις εξελίξεις.
Οι δημοσκοπήσεις μετρούν, επομένως, μόνο ένα μέρος της αναμέτρησης. Η πρωτιά του Άιζενκοτ, αν επιβεβαιωθεί, δεν θα ισοδυναμεί αυτομάτως με κυβερνητική αλλαγή. Θα χρειαστεί να βρει εταίρους και να γεφυρώσει διαφωνίες για τη συμμετοχή αραβικών κομμάτων, τη στρατιωτική θητεία και την πολιτική απέναντι στους Παλαιστινίους.
Η ασφάλεια, η οικονομία και η λογοδοσία
Η προεκλογική συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την ευθύνη για την 7η Οκτωβρίου, την ασφάλεια, την πορεία των πολεμικών συγκρούσεων και την τύχη των ομήρων. Στην καθημερινότητα των ψηφοφόρων προστίθενται το κόστος ζωής, η επιστράτευση, η επιστροφή των κατοίκων στις παραμεθόριες περιοχές και η οικονομική ανάκαμψη μετά από χρόνια κρίσεων.
Η πολιτική αντιπαράθεση αγγίζει επίσης τη δικαστική μεταρρύθμιση και τη λειτουργία των θεσμών. Για τους υποστηρικτές του Νετανιάχου, η συνέχιση της ηγεσίας του προσφέρει εμπειρία και σταθερότητα σε μια επικίνδυνη περιφερειακή συγκυρία. Για τους επικριτές του, η χώρα χρειάζεται λογοδοσία, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και αλλαγή πολιτικής μετά τις αποτυχίες ασφαλείας.
Η κάλπη δεν αρκεί· αρχίζει η διαπραγμάτευση
Η αυριανή ψηφοφορία θα δείξει τον νέο κοινοβουλευτικό συσχετισμό, αλλά μπορεί να μην αναδείξει αμέσως τον επόμενο πρωθυπουργό. Μετά την καταμέτρηση, τα κόμματα θα πρέπει να διαπραγματευτούν για τη συγκρότηση κυβέρνησης. Αν οι συμμαχίες δεν αποδώσουν την απαιτούμενη πλειοψηφία, το Ισραήλ μπορεί να βρεθεί μπροστά σε παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν ο Νετανιάχου θα χάσει την πρωτιά ή αν ο Άιζενκοτ θα αναδειχθεί επικεφαλής της μεγαλύτερης παράταξης. Είναι αν θα σχηματιστεί βιώσιμη πλειοψηφία - και ποιο τίμημα θα απαιτήσουν οι μικρότεροι εταίροι για να τη στηρίξουν.

Add comment
Comments