Για δεκαετίες η αμερικανική πολιτική σκηνή οικοδομήθηκε πάνω σε ένα σύνθημα: "οι δουλειές έφυγαν για την Κίνα".
Σήμερα όμως ένα νέο και πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο αρχίζει να διαμορφώνει τη βιομηχανική πραγματικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι κινεζικές εταιρείες δεν περιορίζονται πλέον στο να εξάγουν προϊόντα στην αμερικανική αγορά. Εξάγουν τα ίδια τους τα εργοστάσια.
Αυτό που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν πολιτικά αδιανόητο εξελίσσεται πλέον σε μία από τις μεγαλύτερες ανατροπές του παγκόσμιου εμπορικού χάρτη: κινεζικοί όμιλοι επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια σε παραγωγικές μονάδες εντός των Ηνωμένων Πολιτειών, δημιουργώντας χιλιάδες θέσεις εργασίας και επαναφέροντας μέρος της βιομηχανικής δραστηριότητας που είχε χαθεί τις προηγούμενες δεκαετίες.
Η Κίνα δεν εγκαταλείπει την Αμερική – Μετακομίζει σε αυτήν
Η κυρίαρχη εικόνα των τελευταίων ετών ήταν ότι Ουάσιγκτον και Πεκίνο κινούνται προς έναν σταδιακό οικονομικό διαχωρισμό.
Οι δασμοί, οι εμπορικοί περιορισμοί, οι κυρώσεις και οι πολιτικές ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής δημιούργησαν την εντύπωση ότι οι κινεζικές επιχειρήσεις θα απομακρύνονταν από την αμερικανική αγορά.
Στην πράξη συμβαίνει κάτι διαφορετικό.
Προκειμένου να παρακάμψουν τους εμπορικούς φραγμούς και να διατηρήσουν πρόσβαση στον μεγαλύτερο καταναλωτικό χώρο του κόσμου, όλο και περισσότερες κινεζικές εταιρείες επιλέγουν να επενδύσουν απευθείας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντί να εξάγουν προϊόντα από την Κίνα, μεταφέρουν μέρος της παραγωγής τους κοντά στους Αμερικανούς καταναλωτές.
Οι νέες δουλειές έχουν κινεζική υπογραφή
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η GE Appliances, η οποία ανήκει στον κινεζικό όμιλο Haier.
Η εταιρεία ανακοίνωσε επένδυση σχεδόν $500 εκατ. στο Κεντάκι για τη μεταφορά παραγωγής πλυντηρίων από την Κίνα στις Ηνωμένες Πολιτείες, δημιουργώντας περίπου 800 νέες θέσεις εργασίας.
Το παράδοξο είναι εντυπωσιακό.
Πολλοί από τους Αμερικανούς πολιτικούς που υποστηρίζουν την επιστροφή της μεταποίησης στις ΗΠΑ παρουσιάζουν τις εξελίξεις αυτές ως επιτυχία της βιομηχανικής πολιτικής τους. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις οι επενδύσεις προέρχονται ακριβώς από κινεζικά κεφάλαια.
Με άλλα λόγια, μέρος της βιομηχανικής αναγέννησης που επιχειρεί να πετύχει η Ουάσιγκτον χρηματοδοτείται από επιχειρήσεις που έχουν τις ρίζες τους στην Κίνα.
Το παράδειγμα της Fuyao που άλλαξε τα δεδομένα
Ίσως καμία περίπτωση δεν συμβολίζει καλύτερα αυτή τη νέα πραγματικότητα από τη Fuyao.
Η κινεζική εταιρεία γυαλιών αυτοκινήτων απέκτησε πριν από χρόνια ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της General Motors στο Οχάιο και το μετέτρεψε σε μία από τις μεγαλύτερες μονάδες παραγωγής γυαλιών αυτοκινήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σήμερα απασχολεί περισσότερους από 3.000 εργαζόμενους και αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους παίκτες στην αμερικανική αγορά.
Για πολλούς το εργοστάσιο παρουσιάστηκε ως παράδειγμα επιτυχούς επαναβιομηχάνισης.
Για άλλους όμως αποτελεί προειδοποίηση για το πώς κινεζικές επιχειρήσεις μπορούν να αποκτήσουν δεσπόζουσα θέση μέσα στην ίδια την αμερικανική οικονομία.
Η μεγάλη ανησυχία: επενδύσεις ή στρατηγική διείσδυση;
Η αυξανόμενη κινεζική παρουσία στις ΗΠΑ έχει προκαλέσει έντονο πολιτικό προβληματισμό.
Αμερικανοί νομοθέτες, συνδικάτα και επιχειρηματικοί φορείς φοβούνται ότι το Πεκίνο χρησιμοποιεί τις επενδύσεις ως εργαλείο μακροπρόθεσμης οικονομικής επιρροής.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι κινεζικοί όμιλοι διαθέτουν κρατική στήριξη, πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση και δυνατότητα να λειτουργούν με πολύ μικρότερα περιθώρια κέρδους από τους δυτικούς ανταγωνιστές τους. Αυτό τους επιτρέπει να πιέζουν τις τιμές και να αποσπούν μερίδια αγοράς ακόμη και μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, ορισμένες επενδύσεις έχουν συνοδευτεί από αντιδράσεις για ζητήματα εργασιακών συνθηκών και ελέγχου κρίσιμων βιομηχανικών αλυσίδων.
Η παγκόσμια εξαγωγή των κινεζικών εργοστασίων
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κινεζικοί κολοσσοί όπως η BYD, η CATL, η Chery και άλλες βιομηχανικές εταιρείες επεκτείνονται ταχύτατα στην Ευρώπη, στη Λατινική Αμερική και στη Νοτιοανατολική Ασία, δημιουργώντας εργοστάσια και τοπικά παραγωγικά δίκτυα.
Η στρατηγική αυτή είναι γνωστή στην Κίνα ως "chuhai" - δηλαδή "έξοδος προς τα έξω".
Ουσιαστικά πρόκειται για ένα νέο μοντέλο παγκοσμιοποίησης όπου η Κίνα δεν εξάγει μόνο προϊόντα αλλά και ολόκληρη παραγωγική ικανότητα.
Ο εμπορικός πόλεμος αλλάζει μορφή
Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι ο εμπορικός πόλεμος που ξεκίνησε με στόχο να περιορίσει την κινεζική οικονομική επιρροή οδηγεί τελικά σε μια διαφορετική μορφή κινεζικής παρουσίας.
Οι δασμοί καθιστούν ακριβότερες τις εισαγωγές.
Οι κινεζικές εταιρείες απαντούν χτίζοντας εργοστάσια κοντά στους πελάτες τους.
Έτσι, η παραγωγή μεταφέρεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τα κεφάλαια, η τεχνογνωσία και συχνά ο στρατηγικός έλεγχος παραμένουν κινεζικά.
Η νέα εποχή της βιομηχανικής γεωπολιτικής
Το ερώτημα που αρχίζει να απασχολεί όλο και περισσότερο την Ουάσιγκτον δεν είναι πλέον αν οι βιομηχανικές θέσεις εργασίας επιστρέφουν.
Είναι ποιος ελέγχει αυτές τις θέσεις εργασίας.
Για δεκαετίες η αμερικανική πολιτική συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από το πώς θα σταματήσει η φυγή εργοστασίων προς την Κίνα.
Σήμερα η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη.
Τα εργοστάσια επιστρέφουν, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις επιστρέφουν με κινεζική ιδιοκτησία.
Και αυτό δημιουργεί ένα νέο γεωπολιτικό δίλημμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες: είναι προτιμότερο να έχεις βιομηχανικές θέσεις εργασίας που ελέγχονται από ξένες εταιρείες ή να χάσεις εντελώς την παραγωγή;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα πιθανότατα θα καθορίσει την επόμενη φάση της οικονομικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη.
David J. Lynch (The Washington Post)
Απόδοση/Προσαρμογή: Μ.Κ.
Add comment
Comments