Η ευρωπαϊκή οικονομία φαίνεται να αφήνει οριστικά πίσω της την περίοδο των ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης που χαρακτήρισαν προηγούμενες δεκαετίες.
Οι τελευταίες μεσοπρόθεσμες προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) σκιαγραφούν μια εικόνα σταθερής αλλά υποτονικής μεγέθυνσης για την Ευρωζώνη, με τον μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης να διαμορφώνεται λίγο πάνω από το 1% έως το 2031.
Πρόκειται για επιδόσεις που υπολείπονται αισθητά του αναμενόμενου παγκόσμιου ρυθμού ανάπτυξης, γεγονός που αναδεικνύει τις διαρθρωτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη: γήρανση του πληθυσμού, χαμηλή παραγωγικότητα, υψηλό δημόσιο χρέος σε αρκετές οικονομίες, ακριβότερη ενέργεια και αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Η Ευρώπη χάνει έδαφος
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η Ευρωζώνη θα αναπτύσσεται κατά μέσο όρο περίπου 1,2% ετησίως την περίοδο 2027-2031, ενώ το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να κινηθεί ελαφρώς υψηλότερα, κοντά στο 1,4%.
Οι επιδόσεις αυτές απέχουν σημαντικά από εκείνες των ταχύτερα αναπτυσσόμενων περιοχών του κόσμου. Οι αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας εξακολουθούν να αποτελούν την “ατμομηχανή” της παγκόσμιας ανάπτυξης, ενώ και αρκετές αναπτυσσόμενες οικονομίες διατηρούν σαφώς υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι πλέον η αντιμετώπιση μιας συγκυριακής κρίσης, αλλά η ενίσχυση της μακροπρόθεσμης παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητάς της.
Τι σημαίνουν οι προβλέψεις για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, οι προβλέψεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Παρότι η χώρα δεν συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές οικονομίες με τους υψηλότερους αναμενόμενους ρυθμούς ανάπτυξης, εξακολουθεί να εμφανίζει καλύτερες προοπτικές από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, χάρη στις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, τη δυναμική του τουρισμού, τις εξαγωγές υπηρεσιών και τη σταδιακή βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος.
Ωστόσο, οι ίδιες διαρθρωτικές αδυναμίες που επισημαίνει το ΔΝΤ για την υπόλοιπη Ευρώπη αφορούν και την ελληνική οικονομία: η δημογραφική συρρίκνωση, η χαμηλή παραγωγικότητα σε αρκετούς κλάδους και η ανάγκη για περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν κρίσιμα ζητήματα για τη διατήρηση υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης μετά το τέλος των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων.
Οι μικρές οικονομίες που ξεχωρίζουν
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι καλύτερες επιδόσεις δεν αναμένονται από τις μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης, αλλά από μικρότερα κράτη.
Η Μάλτα διατηρεί την πρώτη θέση στις προβλέψεις του ΔΝΤ, αξιοποιώντας ένα οικονομικό μοντέλο που βασίζεται στον τουρισμό, τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και την ψηφιακή οικονομία. Η επόμενη πρόκληση για τη χώρα είναι να ενισχύσει την παραγωγικότητα, καθώς η αγορά εργασίας πλησιάζει τα όριά της.
Το Κόσσοβο συνεχίζει να στηρίζεται στην ισχυρή εγχώρια κατανάλωση, στις επενδύσεις του Δημοσίου και στις σημαντικές χρηματικές εισροές από τη διασπορά, ενώ η Ουκρανία θα μπορούσε να γνωρίσει ισχυρή αναπτυξιακή ώθηση εφόσον δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μαζική ανοικοδόμηση μετά τον πόλεμο.
Ανάλογα θετικές προοπτικές εμφανίζουν επίσης η Σερβία, όπου μεγάλα έργα υποδομών και νέες επενδύσεις ενισχύουν την οικονομική δραστηριότητα, καθώς και η Μολδαβία, η οποία επωφελείται από τη στενότερη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις μεταρρυθμίσεις που συνοδεύουν την ευρωπαϊκή της πορεία.
Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας
Οι προβλέψεις του ΔΝΤ υπενθυμίζουν ότι η ανάπτυξη στην Ευρώπη δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τη νομισματική πολιτική ή τη μείωση του πληθωρισμού.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι η αύξηση της παραγωγικότητας, η ενίσχυση της καινοτομίας, η επιτάχυνση των επενδύσεων και η προσαρμογή στις δημογραφικές εξελίξεις.
Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι διπλή: να διατηρήσει τον ρυθμό σύγκλισης με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης και, ταυτόχρονα, να δημιουργήσει ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο που δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τον τουρισμό και τους ευρωπαϊκούς πόρους.
Η επόμενη πενταετία αναμένεται να δείξει ποιες χώρες θα αξιοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις και τις επενδύσεις για να ενισχύσουν το παραγωγικό τους δυναμικό και ποιες θα παραμείνουν εγκλωβισμένες σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Για την Ευρώπη συνολικά, το διακύβευμα δεν είναι απλώς η οικονομική μεγέθυνση, αλλά η διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς της σε ένα διεθνές περιβάλλον που αλλάζει ολοένα και ταχύτερα.
Add comment
Comments