Για δεκαετίες, η Σουηδία θεωρούνταν μία από τις πιο φιλόξενες ευρωπαϊκές χώρες για τους πρόσφυγες. Υπερηφανευόταν για τη γενναιόδωρη πολιτική ασύλου που ακολουθούσε και συχνά παρουσίαζε τον εαυτό της ως ανθρωπιστικό πρότυπο για την υπόλοιπη Ευρώπη.

Από τον Henrik Emilsson | The Conversation
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Δαίδαλος | Greece2Day
Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Μέσα σε λίγο περισσότερο από μία δεκαετία, η Σουηδία πέρασε από την πολιτική των ανοικτών θυρών σε ένα από τα αυστηρότερα μεταναστευτικά καθεστώτα της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Η προσφυγική κρίση του 2015 άλλαξε τα πάντα
Καθοριστικό σημείο καμπής υπήρξε η μεγάλη προσφυγική κρίση του 2015. Εκείνη τη χρονιά, η Σουηδία δέχθηκε περισσότερες από 160.000 αιτήσεις ασύλου, αριθμός που αντιστοιχούσε σε πάνω από το 12% του συνόλου των αιτήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Περίπου 35.000 αιτούντες ήταν ασυνόδευτοι ανήλικοι – περισσότεροι από το ένα τρίτο του αντίστοιχου ευρωπαϊκού συνόλου.
Η έκταση των μεταναστευτικών ροών προκάλεσε ισχυρές πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, στο σύστημα υποδοχής, στη στέγαση και στους δήμους. Παράλληλα, μετέβαλε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο η σουηδική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα αντιμετώπιζαν πλέον το μεταναστευτικό.
Η πρώτη αντίδραση ήταν μια ευρεία διακομματική συμφωνία για την αυστηροποίηση των κανόνων που αφορούσαν το άσυλο και την οικογενειακή επανένωση. Ακολούθησαν προσωρινοί έλεγχοι στα σύνορα, ενώ για τους περισσότερους πρόσφυγες οι άδειες μόνιμης διαμονής αντικαταστάθηκαν από προσωρινές.
Τα μέτρα ελήφθησαν από κυβέρνηση υπό την ηγεσία των κεντροαριστερών Σοσιαλδημοκρατών. Δεν αποτέλεσαν, ωστόσο, μόνο μια έκτακτη απάντηση στην κρίση. Σηματοδότησαν τη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής συναίνεσης: η μεταναστευτική πολιτική της Σουηδίας έπρεπε να γίνει αισθητά αυστηρότερη.
Η συμφωνία του Tidö και η επιρροή των Σουηδών Δημοκρατών
Το επόμενο αποφασιστικό βήμα έγινε μετά τις εκλογές του 2022. Στην εξουσία ανήλθε ένας κεντροδεξιός κυβερνητικός συνασπισμός υπό τον πρωθυπουργό Ουλφ Κρίστερσον, με την κοινοβουλευτική στήριξη του αντιμεταναστευτικού κόμματος των Σουηδών Δημοκρατών.
Η συνεργασία βασίστηκε στη λεγόμενη Συμφωνία του Tidö. Παρότι οι Σουηδοί Δημοκράτες δεν συμμετείχαν επίσημα στην κυβέρνηση, απέκτησαν σημαντική επιρροή στη χάραξη της μεταναστευτικής πολιτικής.
Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την πολιτική βάση για τη μεγαλύτερη αναμόρφωση του μεταναστευτικού συστήματος στη σύγχρονη ιστορία της χώρας.
Αυστηρότεροι κανόνες σχεδόν σε όλα τα επίπεδα
Από το 2022 και μετά, η σουηδική κυβέρνηση προώθησε αλλαγές σχεδόν σε κάθε πτυχή της μεταναστευτικής πολιτικής:
- στην υποδοχή των αιτούντων άσυλο,
- στην προστασία των προσφύγων,
- στην οικογενειακή επανένωση,
- στη μετανάστευση για εργασία,
- στην απόκτηση ιθαγένειας,
- στις επιστροφές και τις απελάσεις,
- στην κράτηση μεταναστών,
- στην πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές.
Διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης είναι η σουηδική πολιτική ασύλου να γίνει όσο αυστηρή επιτρέπουν τα κατώτατα όρια του ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου.
Η ίδια κατεύθυνση επεκτείνεται στην οικογενειακή και την εργασιακή μετανάστευση από χώρες εκτός ΕΕ. Σημαντική εξαίρεση αποτελούν οι εργαζόμενοι υψηλής ειδίκευσης, τους οποίους η σουηδική οικονομία εξακολουθεί να επιδιώκει να προσελκύσει.
Οι πρώτες αλλαγές τέθηκαν σε ισχύ στα τέλη του 2023 και περιλάμβαναν αυστηρότερους όρους για την οικογενειακή επανένωση και τη χορήγηση αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους.
Την ίδια περίοδο, το ετήσιο πρόγραμμα επανεγκατάστασης προσφύγων περιορίστηκε δραστικά: από 5.000 θέσεις μειώθηκε στις 900.

Οι μεγάλες αλλαγές του 2025 και του 2026
Το μεγαλύτερο μέρος των μεταρρυθμίσεων εγκρίθηκε το 2025 και το 2026. Η πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές, όπως η γονική άδεια και τα επιδόματα τέκνων, πρόκειται να συνδεθεί με προϋποθέσεις σχετικές με τη διάρκεια διαμονής και την απασχόληση.
Αυστηρότερο γίνεται και το πλαίσιο για την απόκτηση της σουηδικής ιθαγένειας. Οι υποψήφιοι θα πρέπει να πληρούν αυξημένες απαιτήσεις ως προς:
- τα χρόνια νόμιμης παραμονής,
- τη διαγωγή τους,
- τη γνώση της σουηδικής γλώσσας,
- τη γνώση των θεσμών και της κοινωνίας,
- την οικονομική τους αυτοδυναμία.
Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει μειώσει σημαντικά το όριο που απαιτείται για να αποφασιστεί η απέλαση αλλοδαπών οι οποίοι έχουν καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα.
Το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις αλλαγές συγκεντρώθηκαν προς το τέλος της κοινοβουλευτικής περιόδου δεν αντανακλά κάποια όψιμη πολιτική μεταστροφή. Συνδέεται κυρίως με τη σουηδική νομοθετική διαδικασία, καθώς τα μεγάλα νομοσχέδια προηγούνται συνήθως από κυβερνητικές έρευνες, δημόσια διαβούλευση και κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Θεαματική πτώση των αιτήσεων ασύλου
Οι αυστηρότερες πολιτικές συνέπεσαν με εντυπωσιακή μείωση του αριθμού των αιτούντων άσυλο.
Το 2025 καταγράφηκαν στη Σουηδία περίπου 6.700 αιτήσεις ασύλου για πρώτη φορά, ενώ το ποσοστό εγκρίσεων περιορίστηκε στο 23%. Σε αναλογία με τον πληθυσμό, ο αριθμός αυτός ήταν μικρότερος από το μισό του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Μέσα σε λίγο περισσότερο από μία δεκαετία, η Σουηδία πέρασε από την πολιτική των ανοικτών θυρών σε ένα από τα αυστηρότερα μεταναστευτικά καθεστώτα της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Η προσφυγική κρίση του 2015 άλλαξε τα πάντα
Καθοριστικό σημείο καμπής υπήρξε η μεγάλη προσφυγική κρίση του 2015. Εκείνη τη χρονιά, η Σουηδία δέχθηκε περισσότερες από 160.000 αιτήσεις ασύλου, αριθμός που αντιστοιχούσε σε πάνω από το 12% του συνόλου των αιτήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Περίπου 35.000 αιτούντες ήταν ασυνόδευτοι ανήλικοι – περισσότεροι από το ένα τρίτο του αντίστοιχου ευρωπαϊκού συνόλου.
Η έκταση των μεταναστευτικών ροών προκάλεσε ισχυρές πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, στο σύστημα υποδοχής, στη στέγαση και στους δήμους. Παράλληλα, μετέβαλε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο η σουηδική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα αντιμετώπιζαν πλέον το μεταναστευτικό.
Η πρώτη αντίδραση ήταν μια ευρεία διακομματική συμφωνία για την αυστηροποίηση των κανόνων που αφορούσαν το άσυλο και την οικογενειακή επανένωση. Ακολούθησαν προσωρινοί έλεγχοι στα σύνορα, ενώ για τους περισσότερους πρόσφυγες οι άδειες μόνιμης διαμονής αντικαταστάθηκαν από προσωρινές.
Τα μέτρα ελήφθησαν από κυβέρνηση υπό την ηγεσία των κεντροαριστερών Σοσιαλδημοκρατών. Δεν αποτέλεσαν, ωστόσο, μόνο μια έκτακτη απάντηση στην κρίση. Σηματοδότησαν τη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής συναίνεσης: η μεταναστευτική πολιτική της Σουηδίας έπρεπε να γίνει αισθητά αυστηρότερη.
Η συμφωνία του Tidö και η επιρροή των Σουηδών Δημοκρατών
Το επόμενο αποφασιστικό βήμα έγινε μετά τις εκλογές του 2022. Στην εξουσία ανήλθε ένας κεντροδεξιός κυβερνητικός συνασπισμός υπό τον πρωθυπουργό Ουλφ Κρίστερσον, με την κοινοβουλευτική στήριξη του αντιμεταναστευτικού κόμματος των Σουηδών Δημοκρατών.
Η συνεργασία βασίστηκε στη λεγόμενη Συμφωνία του Tidö. Παρότι οι Σουηδοί Δημοκράτες δεν συμμετείχαν επίσημα στην κυβέρνηση, απέκτησαν σημαντική επιρροή στη χάραξη της μεταναστευτικής πολιτικής.
Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την πολιτική βάση για τη μεγαλύτερη αναμόρφωση του μεταναστευτικού συστήματος στη σύγχρονη ιστορία της χώρας.
Αυστηρότεροι κανόνες σχεδόν σε όλα τα επίπεδα
Από το 2022 και μετά, η σουηδική κυβέρνηση προώθησε αλλαγές σχεδόν σε κάθε πτυχή της μεταναστευτικής πολιτικής:
- στην υποδοχή των αιτούντων άσυλο,
- στην προστασία των προσφύγων,
- στην οικογενειακή επανένωση,
- στη μετανάστευση για εργασία,
- στην απόκτηση ιθαγένειας,
- στις επιστροφές και τις απελάσεις,
- στην κράτηση μεταναστών,
- στην πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές.
Διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης είναι η σουηδική πολιτική ασύλου να γίνει όσο αυστηρή επιτρέπουν τα κατώτατα όρια του ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου.
Η ίδια κατεύθυνση επεκτείνεται στην οικογενειακή και την εργασιακή μετανάστευση από χώρες εκτός ΕΕ. Σημαντική εξαίρεση αποτελούν οι εργαζόμενοι υψηλής ειδίκευσης, τους οποίους η σουηδική οικονομία εξακολουθεί να επιδιώκει να προσελκύσει.
Οι πρώτες αλλαγές τέθηκαν σε ισχύ στα τέλη του 2023 και περιλάμβαναν αυστηρότερους όρους για την οικογενειακή επανένωση και τη χορήγηση αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους.
Την ίδια περίοδο, το ετήσιο πρόγραμμα επανεγκατάστασης προσφύγων περιορίστηκε δραστικά: από 5.000 θέσεις μειώθηκε στις 900.
Οι μεγάλες αλλαγές του 2025 και του 2026
Το μεγαλύτερο μέρος των μεταρρυθμίσεων εγκρίθηκε το 2025 και το 2026. Η πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές, όπως η γονική άδεια και τα επιδόματα τέκνων, πρόκειται να συνδεθεί με προϋποθέσεις σχετικές με τη διάρκεια διαμονής και την απασχόληση.
Αυστηρότερο γίνεται και το πλαίσιο για την απόκτηση της σουηδικής ιθαγένειας. Οι υποψήφιοι θα πρέπει να πληρούν αυξημένες απαιτήσεις ως προς:
- τα χρόνια νόμιμης παραμονής,
- τη διαγωγή τους,
- τη γνώση της σουηδικής γλώσσας,
- τη γνώση των θεσμών και της κοινωνίας,
- την οικονομική τους αυτοδυναμία.
Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει μειώσει σημαντικά το όριο που απαιτείται για να αποφασιστεί η απέλαση αλλοδαπών οι οποίοι έχουν καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα.
Το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις αλλαγές συγκεντρώθηκαν προς το τέλος της κοινοβουλευτικής περιόδου δεν αντανακλά κάποια όψιμη πολιτική μεταστροφή. Συνδέεται κυρίως με τη σουηδική νομοθετική διαδικασία, καθώς τα μεγάλα νομοσχέδια προηγούνται συνήθως από κυβερνητικές έρευνες, δημόσια διαβούλευση και κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Θεαματική πτώση των αιτήσεων ασύλου
Οι αυστηρότερες πολιτικές συνέπεσαν με εντυπωσιακή μείωση του αριθμού των αιτούντων άσυλο.
Το 2025 καταγράφηκαν στη Σουηδία περίπου 6.700 αιτήσεις ασύλου για πρώτη φορά, ενώ το ποσοστό εγκρίσεων περιορίστηκε στο 23%. Σε αναλογία με τον πληθυσμό, ο αριθμός αυτός ήταν μικρότερος από το μισό του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Add comment
Comments