Επί ένα τέταρτο του αιώνα, οι baby boomers κυριάρχησαν στην πολιτική ζωή των ΗΠΑ. Στο ίδιο διάστημα, το δημόσιο χρέος εκτοξεύθηκε, οι φορολογικές ελαφρύνσεις πολλαπλασιάστηκαν και οι δαπάνες για τους ηλικιωμένους αυξήθηκαν. Είναι, όμως, δίκαιο να χρεωθεί ολόκληρος ο λογαριασμός σε μία γενιά;

Από τον Nick Lichtenberg | Fortune
Απόδοση – δημοσιογραφική επιμέλεια: Αργώ | Greece2Day
Το δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών ξεπέρασε τον περασμένο μήνα τα 40 τρισ. δολάρια. Πέντε μήνες νωρίτερα, τον Μάρτιο, είχε ήδη καταρριφθεί ένα ακόμη πιο ανησυχητικό ορόσημο: το χρέος που βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών και θεσμικών επενδυτών έφθασε το 100% του ΑΕΠ, για πρώτη φορά μετά τα χρόνια που ακολούθησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το όριο αυτό ήρθε στο τέλος μιας εντυπωσιακής πολιτικής περιόδου. Με εξαίρεση τον Τζο Μπάιντεν, όλοι οι πρόεδροι που πέρασαν από τον Λευκό Οίκο μετά το 2001 ανήκαν στη γενιά των baby boomers. Η ίδια γενιά διατηρούσε την πλειοψηφία των εδρών στη Γερουσία ακόμη και κατά τη διάρκεια του 118ου Κογκρέσου.
Η Επιτροπή για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό - το ακομμάτιστο think tank που συγκαταλέγεται στους αυστηρότερους επικριτές των ελλειμμάτων - επιχείρησε πρόσφατα να εξηγήσει πώς έφθασαν οι ΗΠΑ σε αυτό το σημείο μέσα σε μόλις 25 χρόνια.
Αυτό που δεν αναφέρεται ευθέως στην ανάλυσή της είναι ποιοι βρίσκονταν στην εξουσία κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτής της περιόδου. Η απάντηση είναι σαφής: κατά κύριο λόγο οι baby boomers.
Ένα τέταρτο του αιώνα μέσα από το αποτύπωμα μιας γενιάς
Το 2001, το αμερικανικό χρέος που κατείχε το κοινό αντιστοιχούσε στο 32% του ΑΕΠ και ακολουθούσε πτωτική πορεία. Παράλληλα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εμφάνιζε ετήσια πλεονάσματα ίσα με το 1% έως 2% του ΑΕΠ.
Σήμερα, το ποσοστό του χρέους έχει υπερτριπλασιαστεί, φθάνοντας το 100% του ΑΕΠ, ενώ τα ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα κινούνται γύρω στο 6%.
Σύμφωνα με την επικαιροποιημένη ανάλυση της Επιτροπής, η οποία βασίζεται στην έκθεση του 2024 με τίτλο From Riches to Rags, η δημοσιονομική επιδείνωση των τελευταίων 25 ετών οφείλεται σε τρεις σχεδόν ισοδύναμους παράγοντες:
- στις μεγάλες φορολογικές μειώσεις, με σωρευτικό κόστος ίσο με το 37% του ΑΕΠ,
- στις αυξήσεις των δημοσίων δαπανών, που αντιστοιχούν στο 33% του ΑΕΠ,
- και στα μέτρα αντιμετώπισης υφέσεων και κρίσεων, όπως η χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008 και η πανδημία, με κόστος ίσο με το 28% του ΑΕΠ.
Εάν απουσίαζε έστω ένας από αυτούς τους τρεις παράγοντες, το χρέος θα βρισκόταν σήμερα κοντά στα επίπεδα του 2001. Εάν δεν είχε μεσολαβήσει κανένας από τους τρεις, σύμφωνα με την ίδια μελέτη, το αμερικανικό δημόσιο χρέος θα είχε πλέον αποπληρωθεί.
Κάθε ένα από τα σημαντικά νομοθετήματα που διαμόρφωσαν αυτή τη δημοσιονομική εξίσωση υπογράφηκε από πρόεδρο της γενιάς των baby boomers.
Ο Τζορτζ Ουόκερ Μπους, γεννημένος το 1946, υπέγραψε τις φορολογικές περικοπές του 2001 και του 2003 και δημιούργησε το Medicare Part D, το πρόγραμμα κάλυψης συνταγογραφούμενων φαρμάκων.
Ο Μπαράκ Ομπάμα, γεννημένος το 1961, παρέτεινε τις φορολογικές μειώσεις της εποχής Μπους το 2010 και το 2013.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, επίσης γεννημένος το 1946, υπέγραψε τον νόμο περί φορολογικών περικοπών του 2017 και, το 2025, το αποκαλούμενο One Big Beautiful Bill Act. Σύμφωνα με τις προβολές του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, το τελευταίο αναμένεται να προσθέσει 4,7 τρισ. δολάρια στο χρέος έως το 2035 - και ακόμη περισσότερα εάν οι προσωρινές διατάξεις του γίνουν μόνιμες.
Ο Τζο Μπάιντεν ανήκει τυπικά στη λεγόμενη "Σιωπηλή Γενιά". Πολιτικά, όμως, αποτέλεσε συνέχεια της εποχής των boomers. Επί των ημερών του πραγματοποιήθηκαν μεγάλες δαπάνες για την αντιμετώπιση της πανδημίας, οι οποίες, μαζί με τα μέτρα για τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007 –2009, πρόσθεσαν περισσότερα από 6 τρισ. δολάρια στο χρέος.
Οι δημόσιες δαπάνες ευνοούν τους μεγαλύτερους
Πέρα από τις υπογραφές στα νομοσχέδια, η ίδια η κατανομή των κρατικών δαπανών είναι έντονα προσανατολισμένη προς τις μεγαλύτερες ηλικίες.
Το μοντέλο προϋπολογισμού Penn Wharton υπολογίζει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δαπανά, κατά κεφαλήν, περίπου δέκα φορές περισσότερα για τους Αμερικανούς άνω των 65 ετών απ’ ό,τι για εκείνους κάτω των 26.
Συνολικά, οι συνταξιούχοι λαμβάνουν το 38,6% όλων των ομοσπονδιακών δαπανών και το 61,9% των δαπανών που μπορούν να αποδοθούν σε συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα. Αντίθετα, στους νεότερους ενήλικες κατευθύνεται μόλις το 10,3%.
Το Manhattan Institute αποτυπώνει ακόμη πιο καθαρά την ανισορροπία. Το 2022, οι πολίτες ηλικίας 65 ετών και άνω αποτελούσαν το 17% του πληθυσμού, αλλά λάμβαναν το 66% των δαπανών κοινωνικών παροχών, ενώ συνεισέφεραν μόλις το 11% των άμεσων φορολογικών εσόδων.
Ένας εργαζόμενος με τον διάμεσο μισθό, ο οποίος θα συνταξιοδοτηθεί το 2027, αναμένεται να εισπράξει περίπου $730.000 σε παροχές Κοινωνικής Ασφάλισης στη διάρκεια της ζωής του, έχοντας καταβάλει λιγότερα από $200.000 σε προσωπικές εισφορές κατά τον εργασιακό του βίο. Η διαφορά αντιστοιχεί σε απόδοση περίπου 265%, εάν δεν υπολογιστεί το τμήμα των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε ο εργοδότης.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προβλέπει ότι η Κοινωνική Ασφάλιση, τα προγράμματα υγειονομικής περίθαλψης και οι καθαρές πληρωμές τόκων θα ευθύνονται συνολικά για το 81% της αύξησης των ομοσπονδιακών δαπανών μεταξύ 2023 και 2033.
Όχι μία απόφαση, αλλά δεκαετίες πολιτικών επιλογών
Η σημερινή κατάσταση δεν προέκυψε από μία και μοναδική εκλογική απόφαση. Είναι το αποτέλεσμα ενός σταθερού, αυτοτροφοδοτούμενου πολιτικού συνασπισμού, όπως τον περιγράφουν πολιτικοί επιστήμονες και think tanks από ολόκληρο το ιδεολογικό φάσμα.
Το εκλογικό σώμα γερνά και οι μεγαλύτεροι πολίτες προσέρχονται στις κάλπες με μεγαλύτερη συνέπεια. Εκπροσωπούνται, ταυτόχρονα, από πολιτικούς που προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τη δική τους γενιά. Και επί δεκαετίες επιλέγουν επανειλημμένα είτε τη μείωση των φόρων είτε την επέκταση των παροχών - ή απλώς την αποφυγή οποιασδήποτε περικοπής και στα δύο.
Ο καθηγητής του Yale, Σάμιουελ Μόιν, χαρακτηρίζει το σύστημα "γεροντοκρατία" ή ακόμη και "κυριαρχία των ηλικιωμένων", αφιερώνοντας πρόσφατα ένα βιβλίο στην κριτική του συγκεκριμένου αμερικανικού μοντέλου.
Ο Μόιν δήλωσε τον Ιούλιο στο Fortune ότι ακόμη και ο ίδιος αιφνιδιάστηκε από την άρνηση και την οργή που προκάλεσαν οι απόψεις του. Όπως ανέφερε, δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι στο LinkedIn υπήρχαν τόσοι πολλοί ηλικιωμένοι χρήστες έτοιμοι να εκφράσουν με ιδιαίτερη ένταση την αντίθεσή τους.
Οι ψηφοφόροι ηλικίας 65 ετών και άνω αποτελούν περίπου το 18% του εκλογικού σώματος, αλλά αντιπροσωπεύουν το 25% όσων τελικά ψηφίζουν, σύμφωνα με δημοσκοπικά στοιχεία των αρχών του έτους.
Την ίδια στιγμή, η προστασία του Medicare συγκεντρώνει υποστήριξη άνω του 89% μεταξύ των ηλικιωμένων ψηφοφόρων και των δύο κομμάτων.
Αυτή η ασυμμετρία εξηγεί γιατί η μεταρρύθμιση των μεγάλων κοινωνικών προγραμμάτων θεωρείται εδώ και χρόνια το πολιτικό "ηλεκτροφόρο καλώδιο" της Ουάσιγκτον: οι δικαιούχοι τους ψηφίζουν σε δυσανάλογα υψηλά ποσοστά και οι πολιτικοί που εξαρτώνται από τη στήριξή τους ανήκουν συχνά στην ίδια ηλικιακή ομάδα.
«Δανειζόμαστε $2 τρισ. από το μέλλον μας»
Το Ίδρυμα Peter G. Peterson, το οποίο παρακολουθεί την άνοδο του χρέους και τα διαδοχικά ορόσημα που αυτό ξεπέρασε, περιγράφει τον μηχανισμό με πιο ωμούς όρους.
"Ουσιαστικά αφαιρούμε $2 τρισ. από το μέλλον μας", δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος του Ιδρύματος, Μάικλ Πίτερσον, όταν το χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι το αποθεματικό ταμείο της Κοινωνικής Ασφάλισης αναμένεται να εξαντληθεί μέσα στα επόμενα έξι χρόνια. Εάν το Κογκρέσο δεν παρέμβει, θα ενεργοποιηθούν αυτόματες περικοπές περίπου 22% στις παροχές των μελλοντικών συνταξιούχων.
Σε αντίθεση με άλλους επικριτές, ο Πίτερσον αποφεύγει να αποδώσει την ευθύνη αποκλειστικά στην εκλογική συμπεριφορά μιας συγκεκριμένης γενιάς. Αντιμετωπίζει το χρέος ως αποτέλεσμα μιας διακομματικής αποτυχίας πολιτικής βούλησης.
Ήδη από το 2019, το American Enterprise Institute είχε διοργανώσει συζήτηση γύρω από το βιβλίο του Τζόζεφ Στέρνμπεργκ "The Theft of a Decade". Το βιβλίο υποστήριζε ότι οι πολιτικές επιλογές των baby boomers είχαν "υποθηκεύσει το μέλλον των παιδιών τους", προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τη δική τους οικονομική άνεση.
Η θέση αυτή είχε διατυπωθεί αρκετά χρόνια πριν από την υπέρβαση του ορίου των 40 τρισ. δολαρίων, κάτι που δείχνει ότι η συζήτηση περί γενεακής ευθύνης προϋπήρχε του σημερινού δημοσιονομικού ορόσημου - και πιθανότατα θα συνεχιστεί πολύ μετά από αυτό.
Τι δεν αποδεικνύουν πλήρως τα στοιχεία
Η απλή και απόλυτη εκδοχή αυτής της ιστορίας - ότι δηλαδή οι baby boomers ψήφισαν ως ενιαίο κοινωνικό μπλοκ για να φορτώσουν το χρέος στους απογόνους τους - υπεραπλουστεύει μια πολύ πιο περίπλοκη πολιτική πραγματικότητα.
Η βασική αρχιτεκτονική της Κοινωνικής Ασφάλισης και του Medicare δημιουργήθηκε πολύ πριν αποκτήσουν οι boomers πολιτική εξουσία. Ο Λίντον Τζόνσον υπέγραψε τον νόμο για το Medicare το 1965, όταν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία baby boomers ήταν μόλις 19 ετών.
Οι πολιτικοί της συγκεκριμένης γενιάς χωρίστηκαν επίσης, σε μεγάλο βαθμό με κομματικά κριτήρια, στα ζητήματα των φόρων και των δημοσίων δαπανών.
Η ίδια η ανάλυση της Επιτροπής για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό δείχνει ότι η αύξηση των κοινωνικών παροχών εξηγεί ένα σημαντικό, αλλά όχι κυρίαρχο, μέρος του χρέους. Αντίστοιχη βαρύτητα είχαν οι φορολογικές περικοπές, οι υπόλοιπες δημόσιες δαπάνες και τα μέτρα αντιμετώπισης δύο μεγάλων κρίσεων.
Τόσο η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 όσο και η πανδημία δεν μπορούν να θεωρηθούν κομματικές επιλογές μιας συγκεκριμένης γενιάς. Ήταν έκτακτες καταστάσεις, στις οποίες οι κυβερνήσεις αντέδρασαν με την ευρεία υποστήριξη της κοινωνίας και των πολιτικών ελίτ.
Αυτό που προκύπτει με μεγαλύτερη ακρίβεια από τα στοιχεία δεν είναι μια μεμονωμένη πράξη γενεακής ιδιοτέλειας, αλλά ένα διαχρονικό πρότυπο διακυβέρνησης.
Μια γενιά κυριάρχησε στην προεδρία στις επτά από τις εννέα τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, διατήρησε την πλειοψηφία στη Γερουσία έως το 2025 και αντιμετώπισε σταθερά ισχυρά εκλογικά κίνητρα για να προστατεύσει τις παροχές που της είχαν υποσχεθεί, μεταθέτοντας τον λογαριασμό στο μέλλον.
Δεν επρόκειτο, επομένως, για μία και μοναδική ψήφο. Έμοιαζε περισσότερο με ένα 25ετές συμβόλαιο που ανανεωνόταν ξανά και ξανά - με την τελευταία δόση να πρέπει να πληρωθεί από κάποιον άλλον.
Add comment
Comments