Η σχεδιαζόμενη εξαγορά της γερμανικής Ceconomy, μητρικής των MediaMarkt και Saturn, από τον κινεζικό κολοσσό JD.com δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρηματική συμφωνία. Αναδεικνύει ένα στρατηγικό δίλημμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση: πώς μπορεί να προσελκύει ξένα κεφάλαια και να ενισχύει τον ανταγωνισμό, χωρίς να επιτρέπει σε επιχειρήσεις που ενδέχεται να ωφελούνται από κρατικές επιδοτήσεις να αποκτούν αθέμιτο πλεονέκτημα στην ενιαία αγορά;
Μια εξαγορά με σημασία πολύ μεγαλύτερη από το τίμημά της
Η γερμανική Ceconomy, στην οποία ανήκουν οι αλυσίδες ηλεκτρονικών ειδών MediaMarkt και Saturn, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες κινεζικές επενδυτικές κινήσεις στην Ευρώπη. Η JD.com, ένας από τους μεγαλύτερους ομίλους ηλεκτρονικού εμπορίου και διανομής στην Κίνα, επιδιώκει να αποκτήσει τον έλεγχο της γερμανικής εταιρείας, δημιουργώντας μια ισχυρή παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρονικών και οικιακών συσκευών. Το στρατηγικό ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στα φυσικά καταστήματα. Η Ceconomy διαθέτει αναγνωρίσιμα εμπορικά σήματα, σχέσεις με κατασκευαστές, πελατειακή βάση, ηλεκτρονικά κανάλια πωλήσεων και δίκτυα διανομής σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Για την JD.com, η απόκτηση μιας τέτοιας υποδομής θα μπορούσε να επιταχύνει σημαντικά την επέκτασή της στην Ευρώπη. Αντί να δημιουργήσει από την αρχή ένα δίκτυο λιανικής, θα μπορούσε να αξιοποιήσει μια ήδη εγκατεστημένη επιχειρηματική πλατφόρμα. Η υπόθεση έχει, όμως, και δεύτερη διάσταση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εξετάζει πλέον τις μεγάλες εξαγορές αποκλειστικά με βάση τις παραδοσιακές επιπτώσεις τους στον ανταγωνισμό. Εξετάζει επίσης κατά πόσο η χρηματοδοτική υποστήριξη που μπορεί να λαμβάνει ένας επενδυτής από τρίτη χώρα αλλοιώνει τους όρους ανταγωνισμού στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η συμφωνία JD.com–Ceconomy βρίσκεται ακριβώς στη διασταύρωση αυτών των δύο ζητημάτων: της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης.
Τα βασικά μεγέθη της συμφωνίας
Η συμφωνία έλαβε την τελική απαιτούμενη κανονιστική έγκριση στις 3 Νοεμβρίου 2026, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε την υπό όρους αποδοχή της εξαγοράς βάσει του Κανονισμού για τις Ξένες Επιδοτήσεις. Η Ceconomy επιβεβαίωσε ότι είχαν προηγηθεί οι αναγκαίες εγκρίσεις ελέγχου ξένων επενδύσεων στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Ισπανία και στην Αυστρία. Η ολοκλήρωση της συναλλαγής αναμένεται τις επόμενες ημέρες. Η έγκριση δεν σημαίνει ότι έχει ήδη ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των μετοχών.
Γιατί η JD.com θέλει τη MediaMarkt και τη Saturn;
Η JD.com δεν είναι απλώς μια κινεζική πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου. Έχει αναπτύξει ένα επιχειρηματικό μοντέλο που συνδυάζει διαδικτυακές πωλήσεις, αποθήκες, αυτοματισμούς, τεχνολογία και οργανωμένα δίκτυα διανομής. Αυτό διαφοροποιεί την εταιρεία από επιχειρήσεις που λειτουργούν κυρίως ως ψηφιακές αγορές τρίτων πωλητών. Η στρατηγική αξία της Ceconomy βρίσκεται στη δυνατότητα συνδυασμού της φυσικής παρουσίας με τις ψηφιακές υποδομές. Για παράδειγμα, ένας καταναλωτής μπορεί να αναζητήσει ένα προϊόν διαδικτυακά, να το παραλάβει από κατάστημα, να ζητήσει τεχνική υποστήριξη ή να επιστρέψει μια συσκευή μέσω του φυσικού δικτύου.
Αυτό το μοντέλο ονομάζεται omnichannel retail, δηλαδή ενοποιημένο εμπόριο πολλαπλών καναλιών. Η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από την ταχύτητα διανομής, τη διαχείριση αποθεμάτων και τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του πελάτη ανεξάρτητα από το κανάλι αγοράς. Η JD.com θεωρεί ότι μπορεί να προσφέρει τεχνολογίες και λειτουργικές δυνατότητες που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της Ceconomy. Αντίστοιχα, η Ceconomy αποκτά πρόσβαση σε έναν ισχυρό διεθνή εταίρο, με εμπειρία στην αυτοματοποίηση και στη διαχείριση μεγάλων όγκων παραγγελιών. Η διοίκηση της γερμανικής εταιρείας υποστηρίζει ότι η συνεργασία θα επιταχύνει την ανάπτυξή της ως ευρωπαϊκής πλατφόρμας λιανικής που συνδυάζει φυσικά καταστήματα και ηλεκτρονικό εμπόριο.
Το στρατηγικό πλεονέκτημα
Η συμφωνία μπορεί να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας σε τέσσερα πεδία:
-
Διαχείριση αποθεμάτων και προμηθειών.
-
Αυτοματοποίηση αποθηκών και παραδόσεων.
-
Ενοποίηση φυσικών καταστημάτων και ηλεκτρονικών πωλήσεων.
-
Τεχνολογική υποστήριξη και καλύτερη πρόβλεψη ζήτησης.
Αυτές οι συνέργειες μπορούν να μειώσουν το λειτουργικό κόστος. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι αν η μείωση του κόστους θα προκύψει από πραγματική παραγωγικότητα ή θα ενισχυθεί από χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα που δεν είναι διαθέσιμα στους ανταγωνιστές. Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Τι διαπίστωσαν οι Βρυξέλλες για τις κινεζικές επιδοτήσεις
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άνοιξε εις βάθος έρευνα στις 28 Μαΐου 2026, εξετάζοντας την εξαγορά βάσει του Κανονισμού για τις Ξένες Επιδοτήσεις (Foreign Subsidies Regulation – FSR). Κατά την έρευνα, διαπίστωσε ότι η JD.com είχε λάβει από την Κίνα οικονομική υποστήριξη με μορφές όπως προνομιακή χρηματοδότηση, φορολογικά κίνητρα και επιχορηγήσεις. Η Επιτροπή εκτίμησε ότι τα πλεονεκτήματα αυτά θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό στην ευρωπαϊκή αγορά. Η βασική ανησυχία δεν ήταν απλώς ότι μια κινεζική επιχείρηση εξαγοράζει έναν γερμανικό όμιλο. Ήταν ότι η JD.com θα μπορούσε να μεταφέρει στην Ceconomy οικονομικά πλεονεκτήματα τα οποία είχαν δημιουργηθεί με κρατική υποστήριξη.
Για παράδειγμα, θα μπορούσε να προσφέρει χρηματοδότηση με ευνοϊκότερους όρους από εκείνους της αγοράς ή να διαθέτει επιδοτούμενες τεχνολογικές και εφοδιαστικές υπηρεσίες αποκλειστικά στη θυγατρική της. Αυτό θα επέτρεπε στην Ceconomy να ανταγωνίζεται άλλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υπό διαφορετικές οικονομικές συνθήκες. Η Επιτροπή εξέτασε ιδιαίτερα το ενδεχόμενο η συνδυασμένη επιχείρηση να αποκτήσει δυνατότητα επιθετικής τιμολόγησης εις βάρος ανταγωνιστών. Πρόκειται για σημαντική διάκριση. Η ύπαρξη επιδοτήσεων δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι μια επιχείρηση έχει ήδη εφαρμόσει αθέμιτη τιμολόγηση.
Ο κανονιστικός έλεγχος αφορά και το κατά πόσο η οικονομική υποστήριξη μπορεί να δημιουργήσει στρεβλώσεις μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής.
Οι τρεις όροι που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Η έγκριση της εξαγοράς συνοδεύεται από συγκεκριμένες δεσμεύσεις δεκαετούς διάρκειας.
Οι δεσμεύσεις θα ισχύουν για δέκα χρόνια και θα παρακολουθούνται από ανεξάρτητο επόπτη υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η λογική των Βρυξελλών είναι ενδιαφέρουσα. Η Επιτροπή δεν επέλεξε να απαγορεύσει την εξαγορά. Αντίθετα, επιχείρησε να απομονώσει τα πιθανά στρεβλωτικά πλεονεκτήματα, διατηρώντας ταυτόχρονα τα οικονομικά οφέλη της επένδυσης. Με άλλα λόγια, η ΕΕ αποδέχεται ότι μια κινεζική επιχείρηση μπορεί να αποκτήσει ευρωπαϊκή εταιρεία και να μεταφέρει τεχνογνωσία, αρκεί να μη χρησιμοποιεί μη αγοραία χρηματοδοτικά πλεονεκτήματα για να αποκλείσει ανταγωνιστές.
Αυτό είναι ένα διαφορετικό μοντέλο οικονομικής ασφάλειας από την πλήρη απαγόρευση ξένων επενδύσεων.
Ο Κανονισμός για τις Ξένες Επιδοτήσεις: Ένα νέο όπλο οικονομικής πολιτικής
Ο FSR εφαρμόζεται από τον Ιούλιο του 2023 και επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάζει κατά πόσο επιδοτήσεις κυβερνήσεων εκτός ΕΕ στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό στην ενιαία αγορά. Η ανάγκη για ένα τέτοιο εργαλείο προέκυψε από μια σημαντική θεσμική ασυμμετρία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει αυστηρούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις που παρέχουν τα ίδια τα κράτη-μέλη. Ωστόσο, η αντιμετώπιση των επιδοτήσεων από κυβερνήσεις τρίτων χωρών απαιτούσε διαφορετικά νομικά εργαλεία. Μια ευρωπαϊκή επιχείρηση μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς κρατικής χρηματοδότησης, ενώ ένας ανταγωνιστής εκτός ΕΕ μπορεί να έχει πρόσβαση σε ευνοϊκά κρατικά δάνεια ή επιχορηγήσεις.
Εάν αυτός ο ανταγωνιστής εισέλθει στην ευρωπαϊκή αγορά, οι διαφορετικές συνθήκες χρηματοδότησης ενδέχεται να δημιουργήσουν ανισορροπίες. Ο FSR επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό. Για ορισμένες μεγάλες εξαγορές, απαιτείται κοινοποίηση όταν η επιχείρηση-στόχος έχει κύκλο εργασιών τουλάχιστον €500 εκατ. στην ΕΕ και οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις έχουν λάβει συνολικά πάνω από €50 εκατ. σε χρηματοδοτικές συνεισφορές από τρίτες χώρες κατά την προηγούμενη τριετία.
Η κοινοποίηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι συνεισφορές αυτές αποτελούν παράνομες ή στρεβλωτικές επιδοτήσεις. Η Επιτροπή πρέπει να αξιολογήσει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους και τις πιθανές επιπτώσεις στην αγορά. Η υπόθεση JD.com–Ceconomy αποτελεί την πρώτη κινεζική εξαγορά ευρωπαϊκής εταιρείας που εξετάστηκε με αυτό το εργαλείο και έλαβε έγκριση υπό δεσμεύσεις.
Το οικονομικό δίλημμα: Φθηνότερα προϊόντα ή αθέμιτος ανταγωνισμός;
Η δημόσια συζήτηση για τις κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη συχνά αντιμετωπίζει την κρατική υποστήριξη ως αυτονόητα αρνητικό φαινόμενο. Η οικονομική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Εάν μια επιχείρηση διαθέτει αποτελεσματικότερη εφοδιαστική αλυσίδα και χαμηλότερο λειτουργικό κόστος, μπορεί να προσφέρει φθηνότερα προϊόντα στους καταναλωτές. Αυτό αποτελεί φυσιολογικό αποτέλεσμα του ανταγωνισμού. Αντίθετα, εάν οι χαμηλές τιμές χρηματοδοτούνται συστηματικά από κρατικές επιδοτήσεις, υπάρχει κίνδυνος οι ανταγωνιστές να εκτοπιστούν όχι λόγω χαμηλότερης παραγωγικότητας, αλλά επειδή δεν διαθέτουν αντίστοιχη πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο εάν, μετά την αποχώρηση ανταγωνιστών, η ισχυρότερη επιχείρηση αποκτήσει δυνατότητα αύξησης τιμών. Ωστόσο, ούτε αυτό το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο. Η χαμηλή τιμολόγηση μπορεί να παραμείνει προς όφελος των καταναλωτών όταν η αγορά διατηρεί επαρκή ανταγωνισμό και χαμηλά εμπόδια εισόδου. Επομένως, η σωστή οικονομική ερώτηση δεν είναι αν οι κινεζικές επιχειρήσεις πρέπει να αποκλείονται από την ευρωπαϊκή αγορά. Είναι αν μπορούν να ανταγωνίζονται υπό συνθήκες που δεν δημιουργούν τεχνητά πλεονεκτήματα.
Βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα αποτελέσματα
Η μεγάλη αντίφαση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει ταυτόχρονα τρεις στόχους. Θέλει περισσότερες επενδύσεις, υψηλότερη παραγωγικότητα και μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Οι στόχοι αυτοί δεν είναι πάντοτε εύκολο να συνδυαστούν. Οι ξένες επενδύσεις μπορούν να μεταφέρουν κεφάλαια και τεχνογνωσία, δημιουργώντας ευκαιρίες ανάπτυξης. Αλλά όταν η επενδυτική παρουσία συγκεντρώνεται σε επιχειρήσεις που ελέγχουν κρίσιμες υποδομές ή έχουν ισχυρή σύνδεση με ξένα κρατικά συστήματα χρηματοδότησης, ανακύπτουν ζητήματα οικονομικής εξάρτησης. Η υπόθεση JD.com–Ceconomy είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επειδή δεν αφορά την απόκτηση ενός εργοστασίου ημιαγωγών ή μιας αμυντικής επιχείρησης.
Αφορά το λιανεμπόριο ηλεκτρονικών ειδών. Αυτό δείχνει ότι η έννοια της οικονομικής ασφάλειας διευρύνεται. Οι υποδομές διανομής, τα πληροφοριακά συστήματα και οι τεχνολογικές πλατφόρμες αποτελούν πλέον σημαντικούς παράγοντες οικονομικής ισχύος. Η δυνατότητα μιας επιχείρησης να ελέγχει μεγάλο μέρος της σχέσης μεταξύ κατασκευαστή και καταναλωτή μπορεί να αποκτήσει στρατηγική σημασία, ακόμη και όταν δεν παράγει η ίδια τα προϊόντα.
Η ευρωπαϊκή απάντηση στην Κίνα: De-risking χωρίς πλήρη αποσύνδεση
Η στρατηγική της ΕΕ απέναντι στην Κίνα συχνά περιγράφεται ως de-risking, δηλαδή περιορισμός των οικονομικών κινδύνων και εξαρτήσεων. Δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το decoupling, την εκτεταμένη οικονομική αποσύνδεση. Η πλήρης αποσύνδεση θα σήμαινε σημαντικό περιορισμό εμπορίου, επενδύσεων και τεχνολογικών συνεργασιών. Το de-risking επιδιώκει να διατηρήσει τις οικονομικές σχέσεις, μειώνοντας ταυτόχρονα συγκεκριμένες ευπάθειες. Η έγκριση της εξαγοράς Ceconomy αποτελεί πρακτικό παράδειγμα αυτής της λογικής.
Οι Βρυξέλλες επιτρέπουν τη συναλλαγή, αλλά απαιτούν μηχανισμούς που περιορίζουν τη μεταφορά στρεβλωτικών πλεονεκτημάτων. Το ερώτημα είναι εάν τέτοιες δεσμεύσεις μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά. Η εποπτεία ενδοομιλικών χρηματοδοτήσεων, τεχνολογικών υπηρεσιών και εμπορικών όρων μπορεί να είναι πολύπλοκη. Η αξιολόγηση απαιτεί πρόσβαση σε στοιχεία, συγκρίσιμες τιμές και δυνατότητα εντοπισμού έμμεσων οικονομικών πλεονεκτημάτων. Η πραγματική αποτελεσματικότητα του FSR θα κριθεί επομένως όχι μόνο από τις αποφάσεις έγκρισης, αλλά και από την εφαρμογή των δεσμεύσεων τα επόμενα χρόνια.
Τι σημαίνει η συμφωνία για την Ελλάδα;
Η ελληνική αγορά ηλεκτρονικών ειδών αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού εμπορικού περιβάλλοντος. Ακόμη και όταν μια μεγάλη εξαγορά δεν αφορά άμεσα ελληνική επιχείρηση, μπορεί να επηρεάσει τις ανταγωνιστικές συνθήκες μέσω προμηθευτών, πλατφορμών ηλεκτρονικού εμπορίου και διεθνών δικτύων διανομής. Η συμφωνία JD.com–Ceconomy δημιουργεί τρία ζητήματα που αξίζει να παρακολουθήσουμε. Πρώτον, εάν η ενίσχυση της εφοδιαστικής αποτελεσματικότητας οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές ηλεκτρονικών προϊόντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεύτερον, εάν η JD.com επεκτείνει περαιτέρω την παρουσία της στη νοτιοανατολική Ευρώπη, αυξάνοντας την πίεση στους υφιστάμενους εμπόρους. Τρίτον, εάν η εφαρμογή του FSR δημιουργήσει νέες απαιτήσεις συμμόρφωσης για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που αναζητούν επενδυτές από τρίτες χώρες.
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε να θεωρηθεί δεδομένη μια συγκεκριμένη αλλαγή τιμών ή μεριδίων αγοράς στην Ελλάδα εξαιτίας της συναλλαγής. Υπάρχει, όμως, ένα ευρύτερο συμπέρασμα. Η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων λιανικής εξαρτάται όλο και περισσότερο από τη χρηματοδότηση, την τεχνολογία και την εφοδιαστική αλυσίδα, όχι μόνο από το μέγεθος του δικτύου καταστημάτων.
Το προηγούμενο για τις μελλοντικές κινεζικές εξαγορές
Η απόφαση των Βρυξελλών δημιουργεί ένα ενδιαφέρον προηγούμενο για μελλοντικές συναλλαγές. Μια μεγάλη κινεζική επένδυση μπορεί να εγκριθεί ακόμη και όταν έχουν εντοπιστεί ξένες επιδοτήσεις, εφόσον οι προτεινόμενες δεσμεύσεις αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις πιθανές στρεβλώσεις. Αυτό έχει σημασία για κλάδους πέρα από το λιανεμπόριο. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αυτοκινητοβιομηχανία, στην ενέργεια, στις μπαταρίες, στις τηλεπικοινωνίες και στις υποδομές ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με παρόμοια ζητήματα σε μελλοντικές συναλλαγές.
Ωστόσο, κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά. Η ύπαρξη κρατικής χρηματοδότησης δεν σημαίνει ότι όλες οι επενδύσεις δημιουργούν τον ίδιο κίνδυνο. Ούτε οι δεσμεύσεις που θεωρούνται επαρκείς για το λιανεμπόριο ηλεκτρονικών ειδών θα είναι απαραίτητα κατάλληλες για άλλους κλάδους. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι η δημιουργία ενός μηχανισμού αξιολόγησης που συνδέει την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά με συγκεκριμένες οικονομικές υποχρεώσεις.
Εν κατακλείδι: Η Ευρώπη επιλέγει τον ελεγχόμενο ανταγωνισμό
Η εξαγορά της Ceconomy από την JD.com αναδεικνύει μια σημαντική μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει την παγκοσμιοποίηση. Για πολλά χρόνια, η βασική προτεραιότητα ήταν η απελευθέρωση του εμπορίου και η προσέλκυση επενδύσεων. Σήμερα, οι ευρωπαϊκές αρχές εξετάζουν περισσότερο την προέλευση της χρηματοδότησης, τις κρατικές παρεμβάσεις και τις πιθανές στρατηγικές εξαρτήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη εγκαταλείπει την ανοικτή αγορά. Η έγκριση της συμφωνίας δείχνει ακριβώς το αντίθετο: οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να διατηρήσουν τα οφέλη των διεθνών επενδύσεων, περιορίζοντας τους κινδύνους αθέμιτου ανταγωνισμού.
Η στρατηγική αυτή, όμως, έχει κόστος. Οι πρόσθετες διαδικασίες ελέγχου μπορούν να αυξήσουν την πολυπλοκότητα των συναλλαγών και να καθυστερήσουν την ολοκλήρωσή τους. Εάν εφαρμοστούν υπερβολικά αυστηρά, μπορεί να αποθαρρύνουν επενδύσεις που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την παραγωγικότητα. Εάν εφαρμοστούν ανεπαρκώς, μπορεί να επιτρέψουν τη δημιουργία οικονομικών πλεονεκτημάτων που δεν προκύπτουν από την αποτελεσματικότητα, αλλά από κρατική χρηματοδότηση.
Η πραγματική πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στον προστατευτισμό και στην ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση. Είναι να διαμορφώσει κανόνες που επιτρέπουν τις παραγωγικές επενδύσεις χωρίς να νοθεύουν τον ανταγωνισμό. Η υπόθεση JD.com–Ceconomy θα αποτελέσει ένα σημαντικό τεστ αυτής της πολιτικής. Εάν οι δεσμεύσεις λειτουργήσουν, η Ευρώπη θα έχει αποδείξει ότι μπορεί να συνδυάζει την οικονομική ανοικτότητα με την προστασία της ενιαίας αγοράς.
Εάν αποδειχθούν ανεπαρκείς, η συζήτηση για αυστηρότερους περιορισμούς στις ξένες επενδύσεις είναι πιθανό να ενταθεί.



Add comment
Comments