Η συμφωνία που υπέγραψαν στη Μέκκα η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν είναι από εκείνες που προκαλούν περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντούν.
Τρεις χώρες με διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες και διαφορετικές αντιλήψεις για την απειλή δεσμεύονται ότι επίθεση εναντίον της μιας θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Γιατί αυτές οι τρεις χώρες; Τι μπορεί πραγματικά να σημαίνει μια τόσο βαριά δέσμευση μεταξύ τους; Και, κυρίως, γιατί υπογράφεται τώρα, τη στιγμή που η Τεχεράνη εξακολουθεί να επιχειρεί να επιβάλει μονομερώς δικό της καθεστώς ελέγχου πάνω στα Στενά του Ορμούζ;
Η Συμφωνία της Μέκκας υπογράφεται σε μια εξαιρετικά φορτισμένη συγκυρία για τη Σαουδική Αραβία.
Από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ - Ισραήλ εναντίον του Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου 2026, το βασίλειο δέχθηκε επανειλημμένα πλήγματα - επίθεση στην πρεσβεία των ΗΠΑ στο Ριάντ, πλήγμα στη Βάση Πρίγκιπα Σουλτάν, δύο χτυπήματα στο διυλιστήριο Ras Tanura, εκατοντάδες drones από το Ιράκ στις πρώτες εβδομάδες, και νέο κύμα επιθέσεων τον Ιούλιο στο Jizan, στο Yanbu, ξανά στο Abqaiq.
Δεν πρόκειται για αφηρημένο κίνδυνο· είναι μοτίβο που καταγράφεται εδώ και μήνες.
Το πιο συγκεκριμένο σημείο τριβής βρίσκεται στα Στενά του Ορμούζ. Από τον Μάιο του 2026, το Ιράν επιχειρεί να επιβάλει μονομερώς ένα νέο καθεστώς ελέγχου της διέλευσης, μέσω της "Αρχής Στενού Περσικού Κόλπου" (PGSA), απαιτώντας άδεια και τέλη που έχουν φθάσει το $1-$2 εκατομμύρια ανά πλοίο.
Αυτό το σύστημα ελέγχου λειτουργεί στην πράξη, χωρίς όμως διεθνή αναγνώριση και χωρίς να μπορεί η Τεχεράνη να θεμελιώσει μονομερή κυριαρχία σε ένα στενό που περιλαμβάνει και ομανικά χωρικά ύδατα.
Η παγίωσή του θα έδινε στο Ιράν, μέσω γεωγραφίας και στρατιωτικής πίεσης, ρυθμιστικό ρόλο πάνω σε μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη.
Υπάρχει, ωστόσο, και ένα στοιχείο που αξίζει να προστεθεί, γιατί συνδέεται άμεσα με τη Μέκκα: το πρώτο ουσιαστικό βήμα αποκλιμάκωσης στο ίδιο το Ορμούζ ήρθε ήδη από το Πακιστάν.
Το Μνημόνιο Ισλαμαμπάντ, πλαίσιο 14 σημείων που υπέγραψαν στις 17 Ιουνίου 2026 ο Τραμπ και ο Ιρανός πρόεδρος Πεζεσκιάν με πακιστανική διαμεσολάβηση, ανέστειλε προσωρινά το καθεστώς τελών για 60 ημέρες, παράλληλα με την εκεχειρία.
Το Πακιστάν, δηλαδή, δεν εμφανίζεται στη Μέκκα ως αφηρημένος κρίκος εμπιστοσύνης· έχει ήδη αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να λειτουργήσει ως ενεργός διαμεσολαβητής ακριβώς στο ζήτημα που απασχολεί περισσότερο τη Σαουδική Αραβία.
Εδώ όμως αρχίζει και το παράδοξο της συμφωνίας. Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν δεν αντιμετωπίζουν τον ίδιο αντίπαλο.
Για το Ριάντ, η άμεση απειλή προέρχεται πρωτίστως από το Ιράν και το περιφερειακό δίκτυο δυνάμεων που συνδέονται μαζί του.
Για το Πακιστάν, η θεμελιώδης στρατηγική αναφορά παραμένει η Ινδία.
Για την Τουρκία, το κέντρο βάρους βρίσκεται στη Συρία, στο κουρδικό, στην Ανατολική Μεσόγειο και ολοένα περισσότερο στον ανταγωνισμό με το Ισραήλ για τη διαμόρφωση της νέας περιφερειακής τάξης.
Δεν έχουν κοινό εχθρό. Έχουν όμως δυνατότητες που αλληλοσυμπληρώνονται.
Το Πακιστάν διαθέτει μεγάλη στρατιωτική ισχύ, πυρηνική αποτρεπτική ισχύ και δεκαετίες σχέσεων ασφαλείας με τη Σαουδική Αραβία.
Η Τουρκία διαθέτει έναν από τους ισχυρότερους στρατούς της περιοχής, σημαντική επιχειρησιακή εμπειρία και μια ταχέως αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία.
Η Σαουδική Αραβία προσφέρει οικονομική ισχύ, πολιτικό βάρος στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο και μια γεωγραφική θέση στο κέντρο του χώρου όπου σήμερα συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος κλιμάκωσης.
Η συμφωνία είναι επομένως απολύτως ορθολογική για καθέναν από τους τρεις εταίρους ξεχωριστά. Το ασυνήθιστο βρίσκεται αλλού: η κοινή δέσμευση προηγείται της κοινής στρατηγικής αντίληψης, αντί να απορρέει από αυτήν.
Η παρουσία του Πακιστάν προσφέρει ίσως το κλειδί αυτής της φαινομενικής αντίφασης - και όχι μόνο σε επίπεδο ιστορικής εμπιστοσύνης. Η σαουδοπακιστανική στρατιωτική σχέση είναι πολύ παλαιότερη και βαθύτερη από τη σημερινή προσέγγιση Ριάντ - Άγκυρας.
Πακιστανοί στρατιωτικοί έχουν υπηρετήσει και εκπαιδεύσει σαουδαραβικές δυνάμεις επί δεκαετίες και η σχέση των δύο χωρών έχει επανειλημμένα προσλάβει στρατηγικό χαρακτήρα, με αποκορύφωμα την υπογραφή διμερούς Στρατηγικής Συμφωνίας Αμοιβαίας Άμυνας τον Σεπτέμβριο του 2025 - άμεσο προηγούμενο πάνω στο οποίο φαίνεται να στηρίζεται η Μέκκα.
Παράλληλα, το Πακιστάν διατηρεί εξαιρετικά στενή αμυντική συνεργασία με την Τουρκία. Το Ισλαμαμπάντ μπορεί επομένως να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε δύο κράτη των οποίων η μεταξύ τους στρατηγική εμπιστοσύνη είναι πολύ νεότερη και σαφώς λιγότερο δοκιμασμένη - και, όπως είδαμε στο Ορμούζ, έχει ήδη αποδείξει έμπρακτα αυτή τη δυνατότητα γεφύρωσης σε πραγματική κρίση, όχι μόνο σε επίπεδο συμβολισμού.
Διαβάστε ακόμα: Γιατί τέτοιος εκνευρισμός από την Τουρκία;
Αυτό επιτρέπει μια διαφορετική ανάγνωση της Μέκκας. Η συμφωνία δεν προϋποθέτει ότι Σαουδική Αραβία και Τουρκία έλυσαν ξαφνικά τις ιστορικές τους διαφορές. Αρκεί ότι, στη σημερινή συγκυρία, τα συμφέροντά τους τέμνονται αρκετά ώστε να καθιστούν χρήσιμη μια κοινή πολιτική δέσμευση.
Συμφέρον, εμπιστοσύνη και συμμαχία δεν είναι ταυτόσημες έννοιες. Η Μέκκα αποδεικνύει τη σύγκλιση συμφερόντων, διακηρύσσει την πρόθεση αμοιβαίας συνδρομής και αφήνει ανοιχτό το δυσκολότερο ερώτημα: αν πίσω από αυτήν υπάρχει - ή μπορεί να οικοδομηθεί - η εμπιστοσύνη που απαιτεί μια πραγματική στρατιωτική συμμαχία.
Το ίδιο ρήγμα, σε πιο προσωπικό επίπεδο, διατρέχει και τη σχέση Ριάντ - Άγκυρας καθαυτή. Η σχέση Σαουδικής Αραβίας-Τουρκίας έχει βελτιωθεί εντυπωσιακά μετά την κρίση που ακολούθησε τη δολοφονία του Τζαμάλ Κασόγκι το 2018.
Η οικονομική συνεργασία ενισχύθηκε, οι πολιτικές επαφές αποκαταστάθηκαν και η τουρκική αμυντική βιομηχανία προσφέρει στη Σαουδική Αραβία δυνατότητες που το Ριάντ έχει κάθε λόγο να αξιοποιήσει.
Αυτό απέχει ακόμη από τη στρατηγική εμπιστοσύνη. Η Τουρκία διατηρεί τη δική της σχέση με το Ιράν και διαφορετικές προτεραιότητες στη Συρία. Η ιστορική σχέση της με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και τη Χαμάς εξακολουθεί να αποτελεί ευαίσθητο ζήτημα στον αραβικό κόσμο.
Παράλληλα, η εντεινόμενη αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ ανοίγει ένα μέτωπο στο οποίο κάθε άλλο παρά αυτονόητο είναι ότι η Σαουδική Αραβία θα επιθυμούσε να εμπλακεί. Το ίδιο ερώτημα λειτουργεί και αντίστροφα. Θα έστελνε η Τουρκία δυνάμεις για να υπερασπιστούν σαουδαραβικές εγκαταστάσεις απέναντι σε ιρανική ή χουθική επίθεση, αναλαμβάνοντας το κόστος μιας ανοικτής αντιπαράθεσης με την Τεχεράνη;
Η Συμφωνία της Μέκκας αφήνει προς το παρόν τέτοια ερωτήματα αναπάντητα - όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε από το κοινό ανακοινωθέν και μόνο. Και ίσως αυτή η ασάφεια να αποτελεί, εν μέρει, μέρος της αποτρεπτικής της λειτουργίας.
Υπάρχει, τέλος, μια ακόμη μεγαλύτερη εκκρεμότητα: η θέση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ απέναντι στη νέα αυτή διάταξη.
Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε αν η Μέκκα αποτελεί βήμα περιφερειακής αυτονόμησης από την αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας ή, αντίθετα, έναν νέο τρόπο κατανομής του βάρους στο εσωτερικό της.
Εξίσου ανοιχτό παραμένει το πώς μια τέτοια διάταξη μπορεί να συνυπάρξει με τον ιδιαίτερο ρόλο του Ισραήλ στην περιφερειακή αποτροπή - ιδίως όταν ένας από τους τρεις εταίρους, η Τουρκία, βρίσκεται σε ολοένα εντονότερο ανταγωνισμό μαζί του.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από την παρουσία της Τουρκίας είναι, ίσως, η απουσία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Για χρόνια, Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ αποτέλεσαν τον στενότερο στρατηγικό άξονα του αραβικού Κόλπου.
Η Υεμένη όμως αποκάλυψε ότι πίσω από την κοινή αντιμετώπιση των Χούθι υπήρχαν διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις: το Ριάντ ενδιαφερόταν πρωτίστως για τη σταθερότητα ενός γειτονικού κράτους με το οποίο μοιράζεται μακρά χερσαία σύνορα, ενώ το Αμπού Ντάμπι ανέπτυξε περισσότερο θαλάσσια στρατηγική, στηρίζοντας δυνάμεις του νότου και εδραιώνοντας την επιρροή του γύρω από λιμάνια και θαλάσσιες οδούς.
Στη συνέχεια προστέθηκαν ο οικονομικός ανταγωνισμός, οι διαφορές γύρω από το πετρέλαιο και οι αποκλίσεις σε άλλα περιφερειακά μέτωπα, όπως το Σουδάν.
Δύο στενά συνεργαζόμενες ηγεσίες εξελίχθηκαν σταδιακά σε δύο αυτόνομα κέντρα περιφερειακής ισχύος. Αυτό προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στην επιλογή του Ριάντ να συγκροτήσει μια νέα δομή πολιτικής και αμυντικής συνεννόησης έξω από το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ), μαζί με δύο μεγάλες μη αραβικές μουσουλμανικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Η αντίδραση μέσα στον ίδιο τον Κόλπο ήταν άμεση: ώρες μετά την υπογραφή, ο Εμιρατινός ακαδημαϊκός και σύμβουλος Αμπντουλχαλέκ Αμπντάλα ρώτησε δημόσια, σε ανάρτησή του στο X, αν η συμφωνία έγινε εν γνώσει του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου και αν αποδυναμώνει το σύστημα συλλογικής άμυνας του ΣΣΚ που ισχύει από το 2000 - ερώτημα στο οποίο απάντησε δημόσια ο Σαουδάραβας πρίγκιπας Αμπντουλραμάν μπιν Μουσαΐντ, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία δεν στρέφεται εναντίον κανενός.
Δεν ήταν κρατική ρήξη - ήταν ανταλλαγή ανάμεσα σε ιδιώτες, όχι επίσημους φορείς. Αλλά στις μοναρχίες του Κόλπου, όπου πρόσωπα με τόσο στενές σχέσεις με την εξουσία σπανίως εκφράζονται δημόσια εκτός ενός ελεγχόμενου πλαισίου, ακόμη και αυτή η δημόσια τριβή - αντί σιωπηρής αποδοχής - είναι από μόνη της ενδεικτική.
Η Μέκκα δεν αντικαθιστά την υφιστάμενη αρχιτεκτονική ασφαλείας του Κόλπου. Δείχνει όμως ότι η Σαουδική Αραβία αναζητεί πλέον αποτρεπτικές δυνατότητες και πέρα από αυτήν.
Σε αυτό το σημείο βρίσκει το πραγματικό της νόημα και η δήλωση του Χακάν Φιντάν ότι η ρήτρα της Μέκκας είναι "τεχνικά ίδια" με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.
Μπορεί μια ρήτρα να μοιάζει με το Άρθρο 5. Μια συμμαχία όμως δεν αποτελείται από μία ρήτρα. Πίσω από το Άρθρο 5 βρίσκονται δεκαετίες κοινής στρατιωτικής σχεδίασης, ολοκληρωμένη δομή διοίκησης, διαλειτουργικότητα, ανταλλαγή πληροφοριών, κοινές ασκήσεις, προκαθορισμένες διαδικασίες και, κυρίως, μια ευρέως κοινή αντίληψη για το τι ακριβώς καλείται η Συμμαχία να υπερασπιστεί - όλα στοιχεία δημόσια τεκμηριωμένα, ελέγξιμα, κωδικοποιημένα σε δεκαετίες συνθηκών και δογμάτων.
Για τη Μέκκα δεν διαθέτουμε καν το βασικό: το ίδιο το κείμενο της συμφωνίας. Ό,τι γνωρίζουμε προέρχεται από κοινό ανακοινωθέν και δηλώσεις αξιωματούχων - δύο προτάσεις ουσιαστικά, επαναλαμβανόμενες με μικρές παραλλαγές σε κάθε επίσημη ανακοίνωση.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι λείπει η στρατιωτική αρχιτεκτονική· αποδεικνύει ότι δεν έχουμε ακόμη τρόπο να το επιβεβαιώσουμε παρά μόνο εμμέσως - από το ότι όσα έχουν γίνει μέχρι στιγμής δημόσια δεν περιέχουν καμία αναφορά σε δομές διοίκησης, μηχανισμούς ενεργοποίησης ή διαδικασίες.
Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της συμφωνίας. Καθιστά όμως πρόωρο - ίσως διπλά πρόωρο - τον χαρακτηρισμό της ως "ισλαμικού ΝΑΤΟ".
Η Συμφωνία της Μέκκας αποκτά, τελικά, μεγαλύτερη σημασία αν πάψουμε να ζητούμε από αυτήν να είναι κάτι που ίσως οι ίδιοι οι δημιουργοί της δεν επιχείρησαν ακόμη να κατασκευάσουν.
Δεν χρειάζεται να αποδεικνύει ότι Ριάντ, Άγκυρα και Ισλαμαμπάντ απέκτησαν μέσα σε μία νύχτα μεταξύ τους στρατηγική εμπιστοσύνη. Χρειάζεται, προς το παρόν, να δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντίπαλο.
Σε μια στιγμή κατά την οποία το Ιράν επιχειρεί ήδη να επιβάλει μονομερώς καθεστώς ελέγχου στο Ορμούζ και η πιθανότητα νέας περιφερειακής κλιμάκωσης παραμένει υπαρκτή, τρεις μεγάλες μουσουλμανικές δυνάμεις δηλώνουν ότι η επίθεση εναντίον μιας από αυτές μπορεί να πάψει να αποτελεί διμερή υπόθεση.
Αυτό, από μόνο του, είναι ήδη σημαντικό. Το αν αυτή η πολιτική διακήρυξη θα εξελιχθεί σε πραγματική αμυντική συμμαχία θα εξαρτηθεί από όσα ακολουθήσουν: δημοσίευση - έστω μερική - του πραγματικού περιεχομένου της συμφωνίας, κοινό στρατιωτικό σχεδιασμό, δομές διοίκησης, ανταλλαγή πληροφοριών, διαλειτουργικότητα και, τελικά, μια περισσότερο κοινή αντίληψη απειλής.
Μέχρι τότε, η Μέκκα παραμένει μια απολύτως ορθολογική σύμπτωση συμφερόντων. Και ίσως αυτό ακριβώς είναι που την καθιστά ενδιαφέρουσα: δεν γεννήθηκε από την εμπιστοσύνη. Γεννήθηκε από την ανάγκη.
Add comment
Comments