Τελικά αλλάζει το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο;

Published on September 28, 2026 at 2:36 PM

Το πραγματικό μέτρο επιτυχίας μιας χώρας στις επενδύσεις δεν είναι πόσοι ξένοι όμιλοι ανακοίνωσαν ότι θα τοποθετήσουν κεφάλαια. Είναι πόσοι, αφού έβαλαν τα πρώτα, γνώρισαν από κοντά το ελληνικό περιβάλλον και αποφάσισαν να βάλουν κι άλλα καθώς και πόσοι νέοι επενδυτές ακολούθησαν την πρώτη επιτυχία.

Από τον Πέτρο Λάζο | Capital.gr

Με αυτό το κριτήριο, η Ελλάδα φαίνεται να περνά από την αποκατάσταση του επενδυτικού ενδιαφέροντος στη δυσκολότερη φάση: τη μετατροπή του σε μόνιμη παρουσία. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε από περίπου 11% του ΑΕΠ το 2019 σε 16,8% το 2025. Η πρόοδος είναι μεγάλη, αλλά το 21,4% της ΕΕ υπογραμμίζει ότι η απόσταση παραμένει. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς περισσότερες επενδύσεις, αλλά επενδύσεις που θα αυξήσουν παραγωγικότητα, εξαγωγές και την δυνατότητα παραγωγής αξίας από την χώρα.

Η επενδυτική βαθμίδα, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η εξυγίανση των τραπεζών, η ψηφιοποίηση του κράτους και ένα προβλέψιμο περιβάλλον μείωσαν αισθητά το country risk. Το RRF πρόσθεσε άφθονο και φθηνότερο χρήμα, αλλά επέβαλε επίσης milestones, deadlines, παραδοτέα και έλεγχο. Αυτονόητα πράγματα αλλού, στη χώρα όπου ένας επενδυτής γερνούσε περιμένοντας μια υπογραφή, όχι πάντα.


Η Pfizer στη Θεσσαλονίκη δείχνει τι σημαίνει πραγματική συνέχεια. Η επένδυση ξεκίνησε το 2020 και εξελίχθηκε σε τέσσερις παγκόσμιους οργανισμούς με πάνω από 1.000 εργαζομένους. Στο Ελληνικό παρατηρείται κάτι διαφορετικό: clustering κεφαλαίων. Καθώς το βασικό έργο προχωρά, τρίτοι επενδυτές αγοράζουν γη και αναπτύσσουν δικά τους projects, όπως έδειξε η πώληση οικοπέδων σε εταιρείες της Ten Brinke το 2026. Το ένα δείχνει επανεπένδυση σε δραστηριότητα υψηλής προστιθέμενης αξίας, το άλλο δεύτερο κύμα κεφαλαίων γύρω από μια μεγάλη ανάπτυξη.

Εδώ βρίσκεται και μια βολική ελληνική παρεξήγηση. Δεν είναι όλα τα κεφάλαια ίδια. Η αγορά ενός έτοιμου ξενοδοχείου ή μιας υπάρχουσας εταιρείας μπορεί να καταγραφεί ως επένδυση, αλλά δεν αυξάνει κατ’ ανάγκην την παραγωγική ικανότητα. Ένα νέο εργοστάσιο, ένα R&D center ή μια εξαγωγική μονάδα €300 εκατ. έχουν διαφορετική επίδραση από την αγορά υφιστάμενου περιουσιακού στοιχείου ίδιας αξίας. Αν όλα μπαίνουν στο ίδιο σακί, μπορεί να ευημερεί η στατιστική, ενώ στην πραγματικότητα απλώς αλλάζουν χέρια ήδη υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία, χωρίς να δημιουργείται αντίστοιχη νέα παραγωγική ικανότητα.

Υπάρχει και δεύτερο φίλτρο: το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Οι μεγάλες επενδύσεις απαιτούν εισαγωγές μηχανημάτων, τεχνολογίας και ενέργειας. Αν μια επένδυση εισάγει εξοπλισμό €500 εκατ. και στη συνέχεια παράγει για χρόνια προϊόντα ή υπηρεσίες πολλαπλάσιας αξίας, το αρχικό κόστος έχει οικονομική λογική. Πρόβλημα υπάρχει όταν οι εισαγωγές αυξάνονται μόνιμα χωρίς αντίστοιχη άνοδο παραγωγής, εξαγωγών ή υποκατάσταση άλλων εισαγωγών.

Το μεγάλο τεστ για την εξέλιξη του επενδυτικού ενδιαφέροντος θα αρχίσει μετά το 2026, όταν η ώθηση του RRF θα μειωθεί. Δεν απαιτείται να διατηρηθεί για πάντα το σημερινό επίπεδο επενδύσεων. Απαιτείται όμως ο ιδιωτικός επενδυτικός ρυθμός να παραμείνει σαφώς υψηλότερος από την προ-RRF εποχή. Διαφορετικά, απλά θα έχει χρηματοδοτηθεί μια ισχυρή παρένθεση και όχι μόνιμη αλλαγή παραγωγικού μοντέλου.


Για να αποφευχθεί αυτό χρειάζεται λιγότερο κόψιμο ταινιών και πολύ περισσότερη σοβαρότητα, συνέπεια και ταχύτητα στην εφαρμογή. Δραστική επιτάχυνση της Δικαιοσύνης σε διοικητικές προσφυγές, χωροταξία, απαλλοτριώσεις, συμβάσεις, πτωχεύσεις και εκτέλεση αποφάσεων. Μια σωστή απόφαση ύστερα από επτά χρόνια είναι ένα ρίσκο με κρατική σφραγίδα. Χρειάζονται επίσης σταθερό φορολογικό πλαίσιο μακροπρόθεσμου ορίζοντα, χωροταξική ασφάλεια, ψηφιακό "διαβατήριο" κάθε μεγάλης επένδυσης, deadlines εγκρίσεων (και όχι μόνο…) για τη διοίκηση, επαρκή ενεργειακά δίκτυα και σοβαρότερη σύνδεση εκπαίδευσης με τις ανάγκες της οικονομίας.

Οι μεγάλες επενδύσεις δημιουργούν και χαμένους. Σε μια μικρή αγορά εργασίας, ένας μεγάλος όμιλος μπορεί να απορροφήσει στελέχη που δύσκολα αντικαθίστανται από υγιείς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ένας νέος κόμβος να εκτινάξει τα ενοίκια και ένα data center να δεσμεύσει ηλεκτρική ισχύ που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εξαγωγικές βιομηχανίες. Η λύση είναι να αυξάνεται η προσφορά γης, ενέργειας, δεξιοτήτων και υποδομών ώστε η ανάπτυξη να μην εξελίσσεται σε αθέμιτο ανταγωνισμό ή να μετατρέπεται σε παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.

Ακριβώς εδώ αποκτούν νόημα το Growthfund και το HIIF. Αντί το κράτος να περιορίζεται σε επιδοτήσεις, μπορεί να χρησιμοποιεί επαγγελματικά επενδυτικά εργαλεία και να ανακυκλώνει κεφάλαια. Με όρια και όρους: να διακυβεύεται πάντα πραγματικό πραγματικό ιδιωτικό, η διοίκηση να μην αλλάζει με τον υπουργό και η απόδοση να μετριέται αντικειμενικά απέναντι στην αγορά. Διαφορετικά το "επενδυτικό εργαλείο" θα γίνει πολιτικό πορτοφόλι με ακριβότερη συσκευασία.

Η Ελλάδα ξαναμπήκε στον επενδυτικό χάρτη. Η μεγάλη επιτυχία θα καταγραφεί όταν πάψει η ανάγκη να πείθει ότι αξίζει μια ευκαιρία. Όταν η δεύτερη και η τρίτη επένδυση θα θεωρούνται φυσική συνέχεια της πρώτης και όταν η πρώτη θα γεννά καινούργιους επενδυτές, τότε θα μπορεί να ειπωθεί ειλικρινά, ότι η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου έπαψε να είναι ακόμη μία εξαγγελία.

Add comment

Comments

There are no comments yet.