Οι κυβερνήσεις μετρούν την επιτυχία τους με στατιστικά και παρουσιάσεις, ενώ οι πολίτες αξιολογούν την πρόοδο στο ταμείο του σουπερμάρκετ και στο υπόλοιπο του τραπεζικού τους λογαριασμού.

Από τον Αλέξανδρο Σκούρα | Liberal.gr
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο αυτές αποτιμήσεις εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την πολιτική δυσκολία του Ντόναλντ Τραμπ και περιέχει ένα σημαντικό μάθημα για την Ελλάδα. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι κάλπες στις ΗΠΑ δεν έχουν κλείσει και το αποτέλεσμα παραμένει ανοιχτό, όμως ο πρόεδρος και το κόμμα του αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο εκλογικής ήττας, παρά τις σημαντικές επιδόσεις στο εσωτερικό.
Ο Τραμπ περιόρισε δραστικά τις παράτυπες διελεύσεις στα νότια σύνορα, ενώ επί των ημερών του συνεχίζεται η μείωση της εγκληματικότητας, η οικονομία αναπτύσσεται με ισχυρό ρυθμό και η ανεργία παραμένει χαμηλή. Πρόκειται για πραγματικά αποτελέσματα, τα οποία δεν ακυρώνουν ο χαρακτήρας, το στιλ ή οι αμφισβητούμενες πολιτικές του προέδρου.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν την επιβράβευση των ψηφοφόρων, καθώς οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν επίμονα τη δυσαρέσκειά τους για το κόστος ζωής. Στο βενζινάδικο και στο καλάθι του σουπερμάρκετ, οι καλές επιδόσεις της οικονομίας αποκτούν μικρότερη βαρύτητα όταν ο οικογενειακός προϋπολογισμός εξακολουθεί να πιέζεται.
Το φαινομενικό παράδοξο εξηγείται εύκολα, αν αναγνωρίσουμε ότι η πρόοδος μιας οικονομίας δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αντίστοιχη βελτίωση για κάθε νοικοκυριό. Ένας εργαζόμενος μπορεί να βλέπει το εισόδημά του να αυξάνεται, αλλά η αύξηση αυτή να καλύπτει απλώς ένα μέρος των ανατιμήσεων που προηγήθηκαν.
Ακόμη και όταν ο πληθωρισμός υποχωρεί, οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν, απλώς με χαμηλότερο ρυθμό, πάνω σε ένα ήδη επιβαρυμένο κόστος διαβίωσης. Όταν μια κυβέρνηση απαντά σε αυτή την πίεση παραθέτοντας μακροοικονομικούς δείκτες, κινδυνεύει να δώσει την εντύπωση ότι θεωρεί λανθασμένη την εμπειρία του πολίτη, αντί να αναζητά τρόπους να τη βελτιώσει.
Διαβάστε ακόμα: Ελλάδα: Δημοσιονομική πειθαρχία εναντίον γήρανσης
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να προσέξει, καθώς η οικονομία μας αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η ανεργία έχει υποχωρήσει και καταγράφονται βελτιώσεις σε σημαντικούς δείκτες ασφάλειας, όπως οι κλοπές και οι ληστείες, καθώς και περιορισμός των μεταναστευτικών ροών.
Οι επιδόσεις αυτές έχουν ουσιαστική αξία, αλλά συνυπάρχουν με την πίεση των τιμών στα οικογενειακά εισοδήματα. Οι οικονομίες των δύο χωρών έχουν διαφορετική δομή και οι δυσκολίες τους διαφορετικές αιτίες, όμως η πολιτική δοκιμασία μοιάζει: μια κυβέρνηση δυσκολεύεται να πείσει ότι αξίζει την επανεκλογή της όταν σημαντικό μέρος των πολιτών αναβάλλει διαρκώς ανάγκες που κάποτε μπορούσε να καλύψει.
Στον χρόνο που απομένει μέχρι τις ελληνικές εκλογές, η κυβέρνηση χρειάζεται πρωτοβουλίες που θα μεταφέρουν μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής προόδου στην καθημερινότητα. Μόνιμες μειώσεις φόρων, με αντίστοιχη δημοσιονομική κάλυψη, μπορούν να ενισχύσουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ η κατάργηση περιττών αδειών, περιορισμών και γραφειοκρατικών υποχρεώσεων μπορεί να περιορίσει το κόστος των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, το άνοιγμα των αγορών και η διευκόλυνση της εισόδου νέων ανταγωνιστών μπορούν να δημιουργήσουν ισχυρότερη πίεση στις τιμές. Επειδή ορισμένες παρεμβάσεις αποδίδουν γρηγορότερα από άλλες, η κυβέρνηση οφείλει να τις ξεκινήσει τώρα, με σαφές χρονοδιάγραμμα και μετρήσιμους στόχους.
Μια τέτοια πολιτική προϋποθέτει συγκρούσεις, καθώς κάθε στρέβλωση έχει ωφελούμενους και κάθε εμπόδιο εισόδου προστατεύει όσους δραστηριοποιούνται ήδη στην αγορά. Το πολιτικό κόστος μπορεί να είναι μεγάλο, αλλά μεγάλη μπορεί να αποδειχθεί και η ανταμοιβή, τόσο για τη χώρα όσο και για την παράταξη που θα το αναλάβει.
Περισσότερη οικονομική ελευθερία, μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη και ευκαιρίες για περισσότερους πολίτες αποτελούν έναν απολογισμό που μπορεί να στηρίξει την επανεκλογή μιας κυβέρνησης. Αυτό είναι το αμερικανικό μάθημα για την ελληνική κεντροδεξιά: οι καλές επιδόσεις αποκτούν εκλογική δύναμη όταν ο πολίτης αναγνωρίζει τα αποτελέσματά τους στη δική του ζωή.

Add comment
Comments