Εδώ και δεκαετίες, η κυρίαρχη οικονομική θεωρία υποστηρίζει ότι όταν η οικονομία επιβραδύνεται, οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να την επανεκκινήσουν αυξάνοντας την ποσότητα χρήματος. Περισσότερο χρήμα σημαίνει μεγαλύτερη κατανάλωση, περισσότερες επενδύσεις, περισσότερες θέσεις εργασίας και τελικά υψηλότερη ανάπτυξη.

Από την Αληκτώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η προσέγγιση αυτή αποτέλεσε τη βάση των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης (Quantitative Easing), των μηδενικών επιτοκίων και των τεράστιων πακέτων ρευστότητας που εφαρμόστηκαν μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 αλλά και κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Ωστόσο, οι οικονομολόγοι της Αυστριακής Σχολής Οικονομικών υποστηρίζουν ότι αυτή η αντίληψη ξεκινά από μια λανθασμένη παραδοχή: ότι το χρήμα είναι η πηγή της οικονομικής ανάπτυξης.
Κατά την άποψή τους, το χρήμα δεν παράγει πλούτο. Απλώς διευκολύνει την ανταλλαγή του ήδη παραγόμενου πλούτου.
Το χρήμα δεν παράγει αγαθά
Ο Αμερικανός οικονομολόγος Murray Rothbard διατύπωσε ίσως την πιο χαρακτηριστική περιγραφή του ρόλου του χρήματος:
“Το χρήμα από μόνο του δεν μπορεί να καταναλωθεί ούτε να χρησιμοποιηθεί ως παραγωγικό αγαθό. Δεν παράγει τίποτα. Απλώς διευκολύνει τις ανταλλαγές”.
Με άλλα λόγια, κανείς δεν πληρώνει πραγματικά με χρήματα. Πληρώνει με αυτά που έχει παράγει.
Το παράδειγμα του φούρναρη
Ας υποθέσουμε ότι ένας φούρναρης ψήνει ψωμί. Πουλά μέρος της παραγωγής του και αποκτά χρήματα. Στη συνέχεια χρησιμοποιεί αυτά τα χρήματα για να αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια. Φαινομενικά, τα παπούτσια αγοράστηκαν με χρήματα. Στην πραγματικότητα όμως πληρώθηκαν με το ψωμί που παρήγαγε ο φούρναρης.
Το χρήμα ήταν απλώς το μέσο που έκανε την ανταλλαγή ευκολότερη. Η πραγματική αξία προήλθε από την παραγωγή.
Γιατί οι άνθρωποι δεν ζητούν χρήμα αλλά αγοραστική δύναμη
Ο Ludwig von Mises υποστήριζε ότι οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται να έχουν περισσότερα χαρτονομίσματα. Ενδιαφέρονται να έχουν μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη. Ένα εκατομμύριο ευρώ χωρίς δυνατότητα αγοράς αγαθών δεν έχει καμία αξία. Αντίθετα, ακόμη και μικρότερο χρηματικό ποσό μπορεί να θεωρείται πολύτιμο όταν μπορεί να αγοράσει περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες.
Με άλλα λόγια, η αξία του χρήματος δεν βρίσκεται στην ονομαστική του ποσότητα αλλά στην αγοραστική του δύναμη.
Υπάρχει «λίγο» ή «πολύ» χρήμα;
Σύμφωνα με την αυστριακή σχολή, σε μια ελεύθερη αγορά δεν υπάρχει αντικειμενικά ούτε έλλειψη ούτε περίσσεια χρήματος. Όπως κάθε άλλο αγαθό, έτσι και το χρήμα αποκτά την αξία του μέσα από την προσφορά και τη ζήτηση.
Αν η ποσότητα χρήματος είναι μικρότερη, η αγοραστική του δύναμη αυξάνεται. Αν είναι μεγαλύτερη, η αγοραστική δύναμη μειώνεται.
Η αγορά προσαρμόζεται αυτόματα.
Γι' αυτό ο Mises θεωρούσε παράλογη την ιδέα ότι υπάρχει ένας “ιδανικός ρυθμός αύξησης της ποσότητας χρήματος”.
Η συνολική ποσότητα χρήματος, έλεγε, είναι πάντοτε επαρκής για να επιτελέσει τον ρόλο της.

Add comment
Comments