Ο κίνδυνος του «καθωσπρέπει» αντισημιτισμού

Published on July 6, 2026 at 3:44 PM

Ο αντισημιτισμός σπάνια εμφανίζεται στην ιστορία με το πραγματικό του πρόσωπο. Πολύ πιο συχνά μεταμφιέζεται σε “υπεράσπιση των αξιών”, σε “ρεαλιστική πολιτική”, σε “κριτική προς τις ελίτ” ή ακόμη και σε επίκληση της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Δεν χρειάζεται πάντα φανατικούς δημαγωγούς, πογκρόμ ή ολοκληρωτικά καθεστώτα για να εξαπλωθεί. Αρκεί να γίνει κοινωνικά αποδεκτός, να αποκτήσει διανοούμενους υπερασπιστές, να θεωρηθεί εύλογη ή ακόμη και “ευπρεπής” άποψη.  Αυτή ακριβώς η μετάλλαξη του μίσους σε κάτι φαινομενικά λογικό και αξιοσέβαστο αποτελεί μία από τις πιο επικίνδυνες εξελίξεις στη σύγχρονη πολιτική ιστορία.

Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί ιστορικοί επισημαίνουν πως οι μεγαλύτερες τραγωδίες δεν ξεκίνησαν από τους ακραίους, αλλά από τη σταδιακή αποδοχή προκαταλήψεων από ανθρώπους που θεωρούσαν τους εαυτούς τους μορφωμένους, φιλελεύθερους ή πολιτικά μετριοπαθείς.

Η Ευρώπη έχει γνωρίσει αυτή τη διαδικασία περισσότερες από μία φορές. Από τη Γαλλία του τέλους του 19ου αιώνα μέχρι τη Γερμανία του Μεσοπολέμου, ο αντισημιτισμός απέκτησε θεσμική υπόσταση πολύ πριν εξελιχθεί σε κρατική βία.

Εφημερίδες, πανεπιστήμια, πολιτικοί, ακόμη και τμήματα της δικαιοσύνης συνέβαλαν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου οι προκαταλήψεις έπαψαν να θεωρούνται ντροπιαστικές και μετατράπηκαν σε “σεβαστές” πολιτικές θέσεις.

Σήμερα, ο δημόσιος διάλογος επιστρέφει συχνά σε εκείνα τα ιστορικά παραδείγματα. Η αναζωπύρωση αντισημιτικών επιθέσεων σε πολλές δυτικές κοινωνίες μετά το 2023, οι εντάσεις γύρω από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και η αυξανόμενη πόλωση στα πανεπιστήμια και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν επαναφέρει ένα παλιό ερώτημα: πώς ένα μίσος που θεωρήθηκε κάποτε ηθικά απαράδεκτο μπορεί να επιστρέφει με νέες μορφές και διαφορετική γλώσσα;

Η απάντηση ίσως βρίσκεται σε μια υπόθεση που συγκλόνισε τη Γαλλία πριν από περισσότερα από εκατό χρόνια και άλλαξε για πάντα την ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη.

Η υπόθεση που δίχασε μια ολόκληρη χώρα

Το 1894, ένας νεαρός αξιωματικός του γαλλικού στρατού, ο Άλφρεντ Ντρέιφους, συνελήφθη με την κατηγορία ότι παρέδιδε στρατιωτικά μυστικά στη Γερμανία.

Η υπόθεση φαινόταν αρχικά μια ακόμη δίκη για κατασκοπεία. Στην πραγματικότητα, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες δικαστικές και πολιτικές κρίσεις της σύγχρονης Ευρώπης.

Τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν εξαιρετικά αδύναμα. Μετέπειτα αποκαλύφθηκε ότι αρκετά είχαν παραποιηθεί ή ακόμη και κατασκευαστεί. Ωστόσο, για μεγάλο μέρος της γαλλικής κοινής γνώμης η ενοχή του Ντρέιφους θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητη.

Ο λόγος δεν ήταν τόσο οι αποδείξεις όσο η καταγωγή του.

Ο Ντρέιφους ήταν Εβραίος, μέλος μιας εύπορης οικογένειας από την Αλσατία, περιοχή που είχε περάσει στον γερμανικό έλεγχο μετά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο. Για τους εθνικιστικούς κύκλους της εποχής αυτό αρκούσε ώστε να θεωρείται ύποπτος.

Στη δημόσια συζήτηση άρχισαν να κυριαρχούν στερεότυπα περί “διπλής πίστης”, οικονομικής ισχύος και έλλειψης πατριωτισμού - στερεότυπα που κυκλοφορούσαν ήδη επί δεκαετίες στην Ευρώπη.

Η καταδίκη του σε ισόβια εξορία στο Νησί του Διαβόλου δεν αποτέλεσε μόνο δικαστική πλάνη. Έγινε σύμβολο του τρόπου με τον οποίο οι προκαταλήψεις μπορούν να υπερισχύσουν των θεσμών όταν μια κοινωνία είναι πρόθυμη να πιστέψει ότι μια μειονότητα αποτελεί εγγενή απειλή.

Όταν ένας συγγραφέας αποφάσισε να συγκρουστεί με το κράτος

Λίγα χρόνια αργότερα, ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της Γαλλίας αποφάσισε να αμφισβητήσει δημόσια ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό.

Ο Εμίλ Ζολά δημοσίευσε το ιστορικό πλέον άρθρο J'Accuse…!” (“Κατηγορώ…!”), μια δημόσια επιστολή προς τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας που κατηγορούσε ευθέως στρατιωτικούς, δικαστές και πολιτικούς για συγκάλυψη της αλήθειας.

Το κείμενο δεν ήταν απλώς μια υπεράσπιση του Ντρέιφους. Ήταν μια καταγγελία απέναντι σε μια ολόκληρη κοινωνία που είχε επιτρέψει στον αντισημιτισμό να μεταμφιεστεί σε πατριωτισμό.

Ο Ζολά γνώριζε ότι θα πλήρωνε βαρύ τίμημα. Πράγματι, καταδικάστηκε για δυσφήμιση και αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αγγλία για να αποφύγει τη φυλάκιση. Ωστόσο, η παρέμβασή του άλλαξε τη δημόσια συζήτηση.

Για πρώτη φορά, η υπόθεση Ντρέιφους έπαψε να αντιμετωπίζεται ως μια απλή στρατιωτική δίκη και μετατράπηκε σε σύγκρουση ανάμεσα στο κράτος δικαίου και στις συλλογικές προκαταλήψεις.

Η Γαλλία χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα: εκείνους που θεωρούσαν την αλήθεια υπέρτατη αξία και εκείνους που πίστευαν ότι η υπεράσπιση του έθνους δικαιολογούσε ακόμη και μια άδικη καταδίκη.

Και αυτή η διαίρεση επρόκειτο να επηρεάσει ολόκληρο τον 20ό αιώνα.

Ο Σαρτρ και η ψυχολογία του αντισημιτισμού

Η υπόθεση Ντρέιφους δεν άφησε μόνο πολιτική παρακαταθήκη. Έθεσε και ένα βαθύτερο φιλοσοφικό ερώτημα: γιατί άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους λογικό, μορφωμένο και ηθικό υιοθετούν προκαταλήψεις ακόμη και όταν τα γεγονότα τις διαψεύδουν;

Λίγες δεκαετίες αργότερα, ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους φιλοσόφους του 20ού αιώνα, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, επιχείρησε να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το ερώτημα.

Το 1946 δημοσίευσε το βιβλίο Réflexions sur la question juive (“Σκέψεις για το εβραϊκό ζήτημα”), ένα έργο που εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές αναλύσεις του αντισημιτισμού. Αντί να εξετάσει τους Εβραίους ως αντικείμενο της προκατάληψης, ο Σαρτρ έστρεψε το βλέμμα του προς τον ίδιο τον αντισημίτη.

Η αντιστροφή αυτή ήταν ριζοσπαστική.

Δεν αναρωτήθηκε γιατί κάποιοι άνθρωποι γίνονται στόχος του μίσους. Αναρωτήθηκε γιατί άλλοι έχουν ανάγκη να μισούν.

Ο αντισημίτης δεν αναζητά την αλήθεια

Η κεντρική θέση του Σαρτρ παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρη. Κατά τον Γάλλο φιλόσοφο, ο αντισημιτισμός δεν είναι προϊόν έρευνας, εμπειρίας ή λογικής ανάλυσης. Είναι μια εκ των προτέρων επιλογή. Ο αντισημίτης αποφασίζει πρώτα ποιον θα θεωρήσει υπεύθυνο και στη συνέχεια αναζητά επιχειρήματα που επιβεβαιώνουν την απόφασή του.

Με άλλα λόγια, τα γεγονότα δεν δημιουργούν την προκατάληψη· η προκατάληψη επιλέγει ποια γεγονότα θα αποδεχθεί.

Αυτό εξηγεί γιατί οι θεωρίες συνωμοσίας διαθέτουν τόσο μεγάλη αντοχή στον χρόνο. Όταν ο στόχος δεν είναι η αναζήτηση της αλήθειας αλλά η επιβεβαίωση μιας ήδη διαμορφωμένης πεποίθησης, κάθε στοιχείο μπορεί να ερμηνευθεί ως απόδειξη.

Αν δεν υπάρχουν αποδείξεις, αυτό θεωρείται ένδειξη ότι η “συνωμοσία” είναι ακόμη πιο ισχυρή. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, μέσα στον οποίο η λογική αδυνατεί να λειτουργήσει.

Το μίσος ως πολιτική ταυτότητα

Ο Σαρτρ προχώρησε ακόμη περισσότερο. Υποστήριξε ότι ο αντισημιτισμός λειτουργεί ως μέσο συγκρότησης ταυτότητας. Ο άνθρωπος που αισθάνεται ανασφάλεια απέναντι στις κοινωνικές αλλαγές, στις οικονομικές κρίσεις ή στις προσωπικές του αποτυχίες αναζητά έναν εξωτερικό υπεύθυνο.

Η ύπαρξη ενός “εχθρού” προσφέρει μια απλή εξήγηση για έναν περίπλοκο κόσμο.

Αντί να αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα, μεταφέρει την ευθύνη σε μια ομάδα ανθρώπων, την οποία παρουσιάζει ως πανίσχυρη, οργανωμένη και υπεύθυνη για κάθε αρνητική εξέλιξη.

Πρόκειται για έναν ψυχολογικό μηχανισμό που δεν περιορίζεται στον αντισημιτισμό. Η ιστορία δείχνει ότι παρόμοια μοτίβα εμφανίζονται απέναντι σε πολλές μειονότητες.

Ωστόσο, στην περίπτωση των Εβραίων, ο μηχανισμός αυτός απέκτησε ιδιαίτερη ένταση, επειδή συνδυάστηκε επί αιώνες με θρησκευτικές προκαταλήψεις, εθνικιστικές αφηγήσεις και οικονομικούς μύθους.

Η «σοβαρότητα» ως προσωπείο της προκατάληψης

Μία από τις πιο πρωτότυπες παρατηρήσεις του Σαρτρ αφορά την εικόνα που επιδιώκει να προβάλλει ο αντισημίτης. Δεν παρουσιάζεται ως φανατικός. Παρουσιάζεται ως άνθρωπος της κοινής λογικής.

Οι απόψεις του εκφέρονται με ήρεμο τόνο, συνοδεύονται από επιλεκτικές αναφορές σε ιστορικά γεγονότα ή στατιστικά στοιχεία και εμφανίζονται ως αποτέλεσμα ψύχραιμης σκέψης. Ακριβώς εκεί βρίσκεται, κατά τον Σαρτρ, ο μεγαλύτερος κίνδυνος.

Το μίσος παύει να μοιάζει με μίσος. Μεταμφιέζεται σε λογική. Αποκτά κοινωνική νομιμοποίηση. Και τελικά γίνεται αποδεκτό από ανθρώπους που δεν θα θεωρούσαν ποτέ τους εαυτούς τους ακραίους.

Από τη Γαλλία του 19ου αιώνα στη σημερινή Ευρώπη

Οι ιδέες αυτές γεννήθηκαν μέσα από την εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της ναζιστικής κατοχής της Γαλλίας. Ο Σαρτρ είχε δει από κοντά πώς η αντιεβραϊκή προπαγάνδα δεν στηριζόταν μόνο σε βίαιους εξτρεμιστές. Στηρίχθηκε επίσης σε δημόσιους λειτουργούς, πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, δικαστές και ανθρώπους που θεωρούσαν ότι απλώς υπερασπίζονταν την “τάξη”, το “έθνος” ή την “κανονικότητα”.

Αυτό το στοιχείο εξηγεί γιατί αρκετοί σύγχρονοι ιστορικοί μιλούν για τον κίνδυνο του σεβαστού αντισημιτισμού.

Δεν πρόκειται απαραίτητα για ανοιχτές εκκλήσεις σε βία. Πρόκειται για τη σταδιακή κανονικοποίηση στερεοτύπων που παρουσιάζονται ως εύλογες πολιτικές ή πολιτισμικές κρίσεις. Όταν αυτό συμβαίνει, οι θεσμοί δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν έγκαιρα τον κίνδυνο, επειδή η ρητορική δεν εμφανίζεται με τις ακραίες μορφές του παρελθόντος.

Κι όμως, η ιστορία δείχνει ότι οι πιο επικίνδυνες μορφές μίσους σπάνια ξεκινούν με κραυγές. Ξεκινούν με λέξεις που ακούγονται “λογικές”, επαναλαμβάνονται αρκετές φορές και, τελικά, παύουν να προκαλούν αντίδραση.

Από το Ολοκαύτωμα στις νέες μορφές αντισημιτισμού

Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δημιούργησε την εντύπωση ότι ο αντισημιτισμός είχε ηττηθεί οριστικά.

Οι εικόνες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι αποκαλύψεις για τη βιομηχανική εξόντωση έξι εκατομμυρίων Εβραίων και οι Δίκες της Νυρεμβέργης προκάλεσαν ένα πρωτοφανές ηθικό σοκ στη Δύση.

Για πρώτη φορά, ο αντισημιτισμός δεν αντιμετωπιζόταν απλώς ως μια ακόμη μορφή προκατάληψης, αλλά ως ιδεολογία που είχε οδηγήσει σε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Για αρκετές δεκαετίες, τουλάχιστον στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, η δημόσια έκφραση αντισημιτικών απόψεων θεωρούνταν κοινωνικά απαράδεκτη. Πολιτικά κόμματα απέφευγαν τέτοιου είδους ρητορική, τα μέσα ενημέρωσης την περιόριζαν και τα πανεπιστήμια την αντιμετώπιζαν ως ιστορικό απομεινάρι μιας σκοτεινής εποχής.

Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι οι προκαταλήψεις εξαφανίστηκαν. Συχνά απλώς μετακινήθηκαν από το δημόσιο στο ιδιωτικό πεδίο.

Η αλλαγή της γλώσσας

Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του σύγχρονου αντισημιτισμού είναι ότι χρησιμοποιεί διαφορετικό λεξιλόγιο από εκείνο του 19ου ή των αρχών του 20ού αιώνα.

Οι αναφορές στη “φυλή” ή στη “βιολογική ανωτερότητα”, που κυριαρχούσαν στη ναζιστική προπαγάνδα, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από τον δημόσιο λόγο. Στη θέση τους εμφανίζονται υπαινιγμοί περί “παγκόσμιων δικτύων”, “οικονομικών ελίτ”, “κρυφής επιρροής” ή “αόρατης εξουσίας”.

Οι θεωρίες αυτές δεν κατονομάζουν πάντοτε τους Εβραίους. Ωστόσο, συχνά αναπαράγουν στερεότυπα που έχουν τις ρίζες τους στον ευρωπαϊκό αντισημιτισμό του 19ου αιώνα.

Η αλλαγή της ορολογίας καθιστά δυσκολότερο τον εντοπισμό τους. Το μήνυμα παραμένει το ίδιο· αλλάζει μόνο η μορφή του.

Το διαδίκτυο και η επιστροφή των θεωριών συνωμοσίας

Η έκρηξη των κοινωνικών δικτύων δημιούργησε ένα εντελώς νέο περιβάλλον.

Αλγόριθμοι που ανταμείβουν το εντυπωσιακό, η δυνατότητα ανώνυμης δημοσίευσης και η ταχύτητα διάδοσης πληροφοριών επιτρέπουν στις θεωρίες συνωμοσίας να εξαπλώνονται πολύ πιο γρήγορα από ό,τι στο παρελθόν.

Παλιές πλαστογραφίες, όπως τα περίφημα “Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών”, έχουν προ πολλού αποδειχθεί κατασκευασμένα κείμενα. Παρ' όλα αυτά, οι βασικές τους ιδέες επανεμφανίζονται διαρκώς με νέα μορφή, προσαρμοσμένες στη σύγχρονη πολιτική επικαιρότητα.

Η οικονομική κρίση, η πανδημία, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις ή ακόμη και οι τεχνολογικές εξελίξεις γίνονται, κατά καιρούς, αντικείμενο αφηγήσεων που αναζητούν έναν “κρυφό σκηνοθέτη” πίσω από τα γεγονότα.

Ο μηχανισμός είναι σχεδόν πάντα ο ίδιος: η σύνθετη πραγματικότητα συμπυκνώνεται σε μια απλή εξήγηση, όπου όλα συνδέονται μέσω μιας υποτιθέμενης πανίσχυρης ομάδας.

Αυτό ακριβώς είχε περιγράψει ο Σαρτρ δεκαετίες νωρίτερα.

Η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην πολιτική κριτική και την προκατάληψη

Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, έχει αναζωπυρωθεί μια έντονη συζήτηση γύρω από τα όρια της πολιτικής κριτικής.

Η κριτική στις επιλογές οποιασδήποτε κυβέρνησης - συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης του Ισραήλ - αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας. Όπως συμβαίνει με κάθε κράτος, οι αποφάσεις του μπορούν και πρέπει να υπόκεινται σε δημόσιο έλεγχο.

Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η κριτική μετατρέπεται σε γενικεύσεις για όλους τους Εβραίους ή όταν χρησιμοποιούνται ιστορικά στερεότυπα που αποδίδουν συλλογική ευθύνη σε μια ολόκληρη θρησκευτική ή εθνοτική κοινότητα.

Αυτή η διάκριση δεν είναι πάντοτε εύκολη στην πράξη. Ωστόσο, αποτελεί κρίσιμο σημείο για όσους επιδιώκουν να υπερασπιστούν τόσο την ελευθερία της έκφρασης όσο και την προστασία απέναντι στις διακρίσεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι πανεπιστήμια, κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί συνεχίζουν να συζητούν πώς μπορεί να διατυπωθεί αυτή η ισορροπία χωρίς να περιορίζεται ούτε η δημόσια κριτική ούτε η προστασία από τη ρητορική μίσους.

Όταν το μίσος ντύνεται με τον μανδύα της ηθικής

Η ιστορία δείχνει ότι οι προκαταλήψεις σπάνια παρουσιάζονται ως προκαταλήψεις. Σχεδόν πάντοτε εμφανίζονται ως υπεράσπιση μιας ανώτερης αξίας. Άλλοτε ονομάζονται πατριωτισμός. Άλλοτε προστασία της εθνικής ταυτότητας. Άλλοτε κοινωνική δικαιοσύνη. Άλλοτε αντισυστημική στάση.

Το περιεχόμενο αλλάζει ανάλογα με την εποχή. Ο μηχανισμός, όμως, παραμένει εντυπωσιακά σταθερός.

Ο στόχος είναι πάντοτε η δημιουργία μιας ηθικής νομιμοποίησης για την αντιμετώπιση μιας ομάδας ανθρώπων ως συλλογικού προβλήματος.

Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετοί ιστορικοί επιμένουν πως η πιο επικίνδυνη μορφή αντισημιτισμού δεν είναι εκείνη που εμφανίζεται στο περιθώριο της κοινωνίας.

Είναι εκείνη που αποκτά θέση στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου.

Ένα μάθημα που παραμένει επίκαιρο

Η υπόθεση Ντρέιφους απέδειξε ότι μια δημοκρατία μπορεί να παρασυρθεί από τον φόβο και τις προκαταλήψεις. Ο Ζολά απέδειξε ότι ένας διανοούμενος μπορεί να αλλάξει την πορεία της δημόσιας συζήτησης. Ο Σαρτρ εξήγησε ότι ο αντισημιτισμός δεν είναι κυρίως πρόβλημα γνώσης, αλλά πρόβλημα πολιτικής και ψυχολογικής επιλογής.

Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, τα ερωτήματα που έθεσαν παραμένουν ανοιχτά.

  • Πώς αναγνωρίζεται μια προκατάληψη όταν δεν εκφράζεται με κραυγές αλλά με ήρεμο και “λογικό” λόγο;
  • Πώς προστατεύεται η δημόσια συζήτηση από τη δαιμονοποίηση χωρίς να περιορίζεται η ελευθερία της έκφρασης;
  • Και πότε η πολιτική αντιπαράθεση παύει να αφορά ιδέες και μετατρέπεται σε συλλογική ενοχοποίηση ανθρώπων λόγω της ταυτότητάς τους;

Αυτά τα ερωτήματα δεν αφορούν μόνο την ιστορία του αντισημιτισμού. Αφορούν κάθε δημοκρατική κοινωνία που επιδιώκει να διατηρήσει τον δημόσιο διάλογο απαλλαγμένο από τη λογική του αποδιοπομπαίου τράγου.

Το διαχρονικό μάθημα της Ιστορίας 

Στον σημερινό κόσμο, όπου οι πληροφορίες διαδίδονται με πρωτοφανή ταχύτητα και οι πολιτικές συγκρούσεις μεταφέρονται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο στις οθόνες εκατομμυρίων ανθρώπων, η ανάγκη για ιστορική γνώση είναι ίσως μεγαλύτερη από ποτέ.

Η υπόθεση Ντρέιφους υπενθυμίζει ότι ακόμη και οι πιο ώριμες δημοκρατίες μπορούν να κάνουν σοβαρά λάθη όταν υποκαθιστούν τα αποδεικτικά στοιχεία με την καχυποψία.

Ο Ζολά υπενθυμίζει ότι η υπεράσπιση του κράτους δικαίου απαιτεί προσωπικό κόστος και δημόσιο θάρρος.

Ο Σαρτρ υπενθυμίζει ότι το μίσος δεν είναι προϊόν λογικής αλλά επιλογής.

Και όλοι μαζί υπενθυμίζουν κάτι ακόμη σημαντικότερο:

Η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο προστατεύει όσους συμφωνούν με την πλειοψηφία, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο προστατεύει εκείνους που κινδυνεύουν να μετατραπούν στον επόμενο “εύκολο ένοχο”.

Η ιστορία του αντισημιτισμού αποτελεί προειδοποίηση όχι μόνο για το παρελθόν, αλλά και για το μέλλον. Υπενθυμίζει ότι οι δημοκρατίες δεν καταρρέουν μόνο από πραξικοπήματα ή πολέμους. Μπορούν να διαβρωθούν και από τη σταδιακή αποδοχή της ιδέας ότι κάποιοι άνθρωποι είναι εκ φύσεως λιγότερο άξιοι εμπιστοσύνης, λιγότερο πατριώτες ή λιγότερο ανθρώπινοι από τους υπόλοιπους.

 

Γ.Π.

Add comment

Comments

There are no comments yet.