Ενεργειακή κρίση: Επιστρέφει ο φόρος στα "υπερκέρδη" των εταιρειών ενέργειας - Το μεγάλο δίλημμα της Ευρώπης

Published on August 26, 2026 at 1:10 PM

Η εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου μετά τη στρατιωτική κλιμάκωση Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν και το μερικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επαναφέρει στο τραπέζι ένα μέτρο που δίχασε την Ευρώπη το 2022: την έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των ενεργειακών κολοσσών. Πόσα είναι πραγματικά τα "ουρανοκατέβατα κέρδη", πώς μπορούν να φορολογηθούν και ποιος θα πληρώσει τελικά τον λογαριασμό;

Από τον Δ.Α. | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Η νέα ενεργειακή αναταραχή στη Μέση Ανατολή ξυπνά στην Ευρώπη μνήμες από το ενεργειακό σοκ του 2022. Η στρατιωτική κλιμάκωση μεταξύ Ισραήλ, Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν και κυρίως το μερικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν προκαλέσει ισχυρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Και μαζί με τις τιμές της ενέργειας επιστρέφει μια πολιτικά εκρηκτική συζήτηση που πολλοί θεωρούσαν ότι είχε κλείσει: Πρέπει οι κυβερνήσεις να φορολογήσουν ξανά τα υπερκέρδη των πετρελαϊκών και ενεργειακών εταιρειών;

Το ζήτημα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς οι τιμές των καυσίμων έχουν αρχίσει να κινούνται και πάλι απότομα ανοδικά. Σε ορισμένα πρατήρια αυτοκινητοδρόμων στην Ιταλία έχουν καταγραφεί τιμές που ξεπερνούν ακόμη και τα €3 το λίτρο, επαναφέροντας την πίεση στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την Corriere della Sera, ένα από τα σενάρια που εξετάζονται είναι η επιβολή μιας νέας έκτακτης εισφοράς στις μεγάλες ενεργειακές εταιρείες, με τα έσοδα να χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση μέτρων στήριξης απέναντι στο αυξανόμενο ενεργειακό κόστος.

Το πρόβλημα όμως παραμένει το ίδιο με το 2022: Τι ακριβώς είναι "υπερκέρδος" και ποιος αποφασίζει ποιο μέρος των κερδών μιας εταιρείας είναι υπερβολικό;

Γιατί μιλάμε ξανά για «υπερκέρδη»

Η θεωρητική βάση της έκτακτης φορολόγησης είναι σχετικά απλή. Ένα μέρος των κερδών που αποκομίζουν οι ενεργειακές εταιρείες σε περιόδους γεωπολιτικών κρίσεων δεν προκύπτει από νέες επενδύσεις, αύξηση παραγωγικότητας, καινοτομία ή καλύτερη επιχειρηματική διαχείριση. Προκύπτει επειδή ένα εξωτερικό γεγονός προκαλεί ξαφνικά τεράστια αύξηση της τιμής του προϊόντος που ήδη παράγουν. Το μερικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Από αυτή τη στενή θαλάσσια δίοδο περνά περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου, γεγονός που την καθιστά μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη. Οποιαδήποτε σοβαρή διαταραχή στη λειτουργία της μεταφράζεται σχεδόν αμέσως σε υψηλότερο γεωπολιτικό ασφάλιστρο στις τιμές του αργού και του υγροποιημένου φυσικού αερίου. Για τις εταιρείες εξόρυξης και παραγωγής υδρογονανθράκων αυτό σημαίνει ότι μπορούν να πουλήσουν την ίδια ποσότητα πετρελαίου σε πολύ υψηλότερη τιμή. Και άρα να καταγράψουν πολύ μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους.

Οι μεγάλοι διεθνείς πετρελαϊκοί όμιλοι - από την ExxonMobil και τη Chevron μέχρι τη Shell, την BP και την TotalEnergies - βρίσκονται επομένως στην πρώτη γραμμή της συζήτησης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, η άνοδος των ενεργειακών τιμών έχει δημιουργήσει πρόσθετα έσοδα δισεκατομμυρίων δολαρίων για τις μεγάλες εταιρείες του κλάδου. Για ολοκληρωμένους ευρωπαϊκούς ομίλους όπως η Eni, η εικόνα είναι περισσότερο σύνθετη. Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου ενισχύουν σημαντικά την κερδοφορία του τομέα Exploration & Production, αλλά μπορεί ταυτόχρονα να δημιουργούν προβλήματα σε άλλες δραστηριότητες, όπως η διύλιση, η εμπορία και η διανομή.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει η μεγάλη δυσκολία της φορολόγησης. Πόσο είναι πραγματικά το "υπερκέρδος"; Δεν υπάρχει ένας διεθνώς αποδεκτός λογιστικός ορισμός του υπερκέρδους. Η συνηθέστερη μέθοδος είναι η σύγκριση της σημερινής κερδοφορίας μιας εταιρείας με τον ιστορικό μέσο όρο της. Αυτό ακριβώς έκανε η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Στο πλαίσιο της έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης του 2022, η ΕΕ χρησιμοποίησε ως βάση αναφοράς τα μέσα φορολογητέα κέρδη των προηγούμενων τεσσάρων ετών.

Το τμήμα των κερδών που υπερέβαινε αυτόν τον μέσο όρο κατά περισσότερο από 20% μπορούσε να θεωρηθεί έκτακτο. Η λογική ήταν ότι μια εταιρεία δικαιούται φυσικά να εμφανίζει υψηλότερα κέρδη από το παρελθόν. Αλλά όταν η κερδοφορία εκτοξεύεται πολύ πάνω από τα ιστορικά επίπεδα εξαιτίας ενός πολέμου ή μιας ενεργειακής κρίσης, το κράτος μπορεί να διεκδικήσει μέρος αυτής της έκτακτης προσόδου.

Εάν εφαρμοζόταν σήμερα ένα αντίστοιχο μοντέλο, σημαντικό μέρος των πρόσθετων κερδών που δημιουργεί η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί "υπερκέρδος". Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα ποσά θα μπορούσαν να φτάσουν σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ, αν και ασφαλής υπολογισμός μπορεί να γίνει μόνο όταν δημοσιευθούν οι πλήρεις οικονομικές καταστάσεις των εταιρειών. 

Το ιταλικό πείραμα του 2022 – Και γιατί απέτυχε

Η Ιταλία ήταν μία από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που επιχείρησαν να φορολογήσουν τα ενεργειακά υπερκέρδη μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Τον Μάρτιο του 2022, η κυβέρνηση του Mario Draghi επέβαλε έκτακτη εισφορά στις εταιρείες παραγωγής, εισαγωγής και εμπορίας ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου και πετρελαιοειδών. Ο αρχικός συντελεστής ήταν 10% και στη συνέχεια αυξήθηκε στο 25%. Η κυβέρνηση υπολόγιζε ότι θα μπορούσε να συγκεντρώσει περίπου €10 δισ., τα οποία θα χρηματοδοτούσαν μέτρα προστασίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων από την εκτίναξη των λογαριασμών ενέργειας.

Όμως η επιλογή της φορολογικής βάσης αποδείχθηκε προβληματική. Αντί να φορολογήσει τα πραγματικά λογιστικά κέρδη των επιχειρήσεων, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε ως βάση την αύξηση των φορολογητέων συναλλαγών ΦΠΑ μεταξύ δύο διαφορετικών περιόδων. Η επιλογή είχε ένα προφανές πλεονέκτημα: το κράτος μπορούσε να εισπράξει γρήγορα, χωρίς να περιμένει την ολοκλήρωση και έγκριση των ετήσιων ισολογισμών. Είχε όμως και ένα σοβαρό μειονέκτημα.

Αύξηση των συναλλαγών δεν σημαίνει απαραίτητα αύξηση των πραγματικών κερδών.

Οι εταιρείες υποστήριξαν ότι στη φορολογική βάση συμπεριλαμβάνονταν δραστηριότητες που δεν είχαν καμία σχέση με τα υποτιθέμενα υπερκέρδη από την ενεργειακή κρίση. Ακολούθησε κύμα δικαστικών προσφυγών και έντονη συζήτηση γύρω από τη συνταγματικότητα του μέτρου. Το μάθημα ήταν σαφές: Είναι πολύ ευκολότερο πολιτικά να ανακοινώσεις ότι θα φορολογήσεις τα υπερκέρδη από το να προσδιορίσεις νομικά τι ακριβώς είναι αυτά.


Το διαφορετικό μοντέλο των Βρυξελλών

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολούθησε το 2022 διαφορετικό δρόμο. Η προσωρινή "εισφορά αλληλεγγύης" αφορούσε εταιρείες στους κλάδους του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, του άνθρακα και της διύλισης. Σε αντίθεση με το ιταλικό μοντέλο, όμως, δεν χρησιμοποιούσε τις συναλλαγές ΦΠΑ. Χρησιμοποιούσε τα πραγματικά φορολογητέα κέρδη. Η έκτακτη επιβάρυνση μπορούσε να εφαρμοστεί στο μέρος των κερδών που υπερέβαινε κατά περισσότερο από 20% τον μέσο όρο των προηγούμενων τεσσάρων οικονομικών ετών.

Το μοντέλο θεωρήθηκε από πολλούς νομικά και οικονομικά πιο συνεκτικό, ακριβώς επειδή προσπαθούσε να φορολογήσει τα πραγματικά έκτακτα κέρδη και όχι έναν έμμεσο δείκτη της οικονομικής δραστηριότητας. 

Τα τρία σενάρια για έναν νέο φόρο

Εάν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποφασίσουν να επαναφέρουν την έκτακτη φορολόγηση, υπάρχουν ουσιαστικά τρεις βασικές επιλογές.

Η πρώτη είναι η επανάληψη του ευρωπαϊκού μοντέλου του 2022.

Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να επιβληθεί ένας πρόσθετος συντελεστής 25%-33% στο τμήμα των κερδών που υπερβαίνει κατά 20% ή 30% τον ιστορικό μέσο όρο μιας εταιρείας.

Η δεύτερη επιλογή είναι πιο στοχευμένη.

Ο φόρος θα μπορούσε να περιοριστεί αποκλειστικά στις δραστηριότητες εξόρυξης και παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, αφήνοντας εκτός άλλες βιομηχανικές ή εμπορικές δραστηριότητες των ενεργειακών ομίλων.

Η λογική είναι ότι οι upstream δραστηριότητες είναι εκείνες που ωφελούνται αμεσότερα από την εκτόξευση της τιμής του αργού. 

Η τρίτη επιλογή είναι μια κοινή ευρωπαϊκή λύση.

Ένας συντονισμένος μηχανισμός σε επίπεδο ΕΕ θα μπορούσε να περιορίσει τον κίνδυνο φορολογικού arbitrage, κατά τον οποίο οι εταιρείες μεταφέρουν δραστηριότητες ή κέρδη σε χώρες με ευνοϊκότερο καθεστώς. 

Το επιχείρημα υπέρ: Γιατί να πληρώνει μόνο ο καταναλωτής;

Οι υποστηρικτές της έκτακτης φορολόγησης προβάλλουν ένα ισχυρό πολιτικό και οικονομικό επιχείρημα. Όταν ένας πόλεμος ή μια γεωπολιτική κρίση προκαλεί απότομη αύξηση των τιμών, εκατομμύρια καταναλωτές υφίστανται απώλεια πραγματικού εισοδήματος. Οι επιχειρήσεις βλέπουν το ενεργειακό τους κόστος να αυξάνεται. Ο πληθωρισμός ενισχύεται. Οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να δαπανήσουν δισεκατομμύρια για επιδοτήσεις. Την ίδια στιγμή, οι παραγωγοί πετρελαίου μπορούν να εμφανίζουν πολύ υψηλότερα κέρδη χωρίς να έχουν αυξήσει αντίστοιχα την παραγωγικότητα ή τις επενδύσεις τους.

Για τους υποστηρικτές του φόρου, επομένως, είναι εύλογο ένα μέρος αυτών των έκτακτων κερδών να επιστρέφει στην κοινωνία.

Το επιχείρημα κατά: Ποιος θα επενδύσει αν το κράτος αλλάζει τους κανόνες;

Η άλλη πλευρά της συζήτησης είναι εξίσου σημαντική. Οι επικριτές των windfall taxes προειδοποιούν ότι η εκ των υστέρων φορολόγηση της υψηλής κερδοφορίας δημιουργεί ρυθμιστική αβεβαιότητα. Η πετρελαϊκή βιομηχανία απαιτεί τεράστιες επενδύσεις, συχνά με χρονικό ορίζοντα δεκαετιών. Οι εταιρείες αναλαμβάνουν τον κίνδυνο της έρευνας και εξόρυξης όταν οι τιμές είναι χαμηλές, γνωρίζοντας ότι σε περιόδους υψηλών τιμών μπορεί να ανακτήσουν τις επενδύσεις και τις ζημιές προηγούμενων ετών.

Εάν το κράτος φορολογεί εκτάκτως τα κέρδη κάθε φορά που οι τιμές ανεβαίνουν, το επιχείρημα είναι ότι οι επιχειρήσεις θα έχουν μικρότερο κίνητρο να επενδύσουν σε νέα παραγωγική δυναμικότητα. Και αυτό μπορεί μακροπρόθεσμα να οδηγήσει σε ένα παράδοξο αποτέλεσμα: μικρότερη παραγωγή, μικρότερη προσφορά και ακόμη υψηλότερες τιμές ενέργειας.

Ο γνωστός ενεργειακός αναλυτής Daniel Yergin έχει προειδοποιήσει ακριβώς γι' αυτόν τον κίνδυνο, υποστηρίζοντας ότι η φορολόγηση των έκτακτων κερδών μπορεί να αποτελεί πολιτικά ελκυστική λύση, αλλά να υπονομεύει τις επενδύσεις που απαιτούνται για την ενεργειακή ασφάλεια.

Και ποιος πληρώνει τελικά τον φόρο;

Υπάρχει και ένα ακόμη ερώτημα που συχνά απουσιάζει από την πολιτική συζήτηση. Ποιος επιβαρύνεται πραγματικά από έναν φόρο στα υπερκέρδη; Θεωρητικά, ο φόρος επιβάλλεται στην ενεργειακή εταιρεία. Στην πράξη, μέρος του κόστους μπορεί να μεταφερθεί στους μετόχους μέσω χαμηλότερων κερδών και μερισμάτων, στους εργαζομένους μέσω μικρότερων επενδύσεων ή ακόμη και στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τη δομή της αγοράς και από το πόσο εύκολα μια εταιρεία μπορεί να μετακυλίσει την επιβάρυνση.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο σχεδιασμός ενός τέτοιου φόρου είναι πολύ πιο σύνθετος από το πολιτικό σύνθημα "φορολογήστε τις ενεργειακές εταιρείες".

Η Ευρώπη δεν έχει αποφασίσει ακόμη

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καταστήσει σαφές ότι η φορολόγηση των υπερκερδών βρίσκεται κατά κύριο λόγο στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Οι Βρυξέλλες δεν αποκλείουν εθνικές παρεμβάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Προς το παρόν, ωστόσο, δεν φαίνεται να υπάρχει σαφής βούληση για επανάληψη ενός πανευρωπαϊκού μηχανισμού αντίστοιχου με εκείνον του 2022. Η μάχη μεταφέρεται επομένως στις εθνικές πρωτεύουσες.

Και όσο οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν υψηλές, τα καύσιμα ακριβαίνουν και η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ συνεχίζεται, η πολιτική πίεση θα αυξάνεται.

Το πραγματικό δίλημμα της Ευρώπης

Πίσω από τη συζήτηση για τα υπερκέρδη κρύβεται τελικά ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα. Η Ευρώπη πρέπει να επιτύχει ταυτόχρονα τρεις στόχους που δεν συμβαδίζουν πάντοτε μεταξύ τους: να προστατεύσει τους καταναλωτές, να διατηρήσει την ενεργειακή ασφάλεια και να μη σκοτώσει τα κίνητρα για επενδύσεις.

Ένας καλά σχεδιασμένος έκτακτος φόρος μπορεί να μεταφέρει μέρος του κόστους μιας γεωπολιτικής κρίσης από τα νοικοκυριά προς τις εταιρείες που αποκομίζουν απροσδόκητα κέρδη. Ένας κακοσχεδιασμένος φόρος, αντίθετα, μπορεί να δημιουργήσει δικαστικές διαμάχες, να αποθαρρύνει επενδύσεις και τελικά να περιορίσει την ενεργειακή προσφορά. Η εμπειρία του 2022 απέδειξε πόσο λεπτή είναι αυτή η ισορροπία.

Και τώρα, με τη Μέση Ανατολή ξανά στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά στο ίδιο δύσκολο ερώτημα: Όταν ένας πόλεμος δημιουργεί δισεκατομμύρια σε έκτακτα κέρδη για εταιρείες, τις φορολογείς, όταν μια άλλη έκτακτη συνθήκη δημιουργεί τεράστιες ζημιές στις ίδιες εταιρείες, τους επιστρέφεις τους υπερφόρους που πλήρωσαν;

Add comment

Comments

There are no comments yet.