Ευρώπη: Επέστρεψε το εμπορικό έλλειμμα – Η ενεργειακή κρίση και η Κίνα πιέζουν ξανά την ΕΕ

Published on August 25, 2026 at 10:52 PM

Για πρώτη φορά εδώ και τρία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφάνισε εμπορικό έλλειμμα στις συναλλαγές αγαθών με τον υπόλοιπο κόσμο. Η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους λόγω του πολέμου με το Ιράν, η υποχώρηση των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ και το ολοένα μεγαλύτερο βιομηχανικό έλλειμμα απέναντι στην Κίνα αποκαλύπτουν τρεις διαφορετικές αλλά αλληλένδετες αδυναμίες της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Από την Μ.Κ. | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Η επιστροφή του εμπορικού ελλείμματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία αρνητική ένδειξη σε έναν στατιστικό πίνακα. Πίσω από τα €21,8 δισ. του ελλείμματος στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 κρύβονται τρία από τα μεγαλύτερα οικονομικά και γεωπολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη: η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, η νέα εμπορική πραγματικότητα που δημιουργούν οι δασμοί του Donald Trump και η αυξανόμενη βιομηχανική πίεση από την Κίνα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η Eurostat στις 25 Αυγούστου, οι εισαγωγές αγαθών από χώρες εκτός ΕΕ έφτασαν στο δεύτερο τρίμηνο τα €701,8 δισ., ενώ οι εξαγωγές περιορίστηκαν στα €680 δισ. Το αποτέλεσμα ήταν έλλειμμα €21,8 δισ., έναντι πλεονάσματος το προηγούμενο τρίμηνο. Είναι η πρώτη φορά που η ΕΕ περνά σε αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο αγαθών από το δεύτερο τρίμηνο του 2023 – την περίοδο δηλαδή κατά την οποία η προηγούμενη ενεργειακή κρίση είχε εκτοξεύσει το κόστος των ευρωπαϊκών εισαγωγών.

Και η ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται.

Από το πλεόνασμα των €51 δισ. στο έλλειμμα

Η μεταβολή είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή αν εξεταστεί σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Στις αρχές του 2025, το εμπορικό πλεόνασμα της ΕΕ είχε φτάσει περίπου στα €51 δισ. Σήμερα η εικόνα έχει αντιστραφεί. Μόνο μεταξύ πρώτου και δεύτερου τριμήνου του 2026, οι συνολικές εισαγωγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκαν κατά: €63,4 δισ. ή 9,9%. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν επίσης, αλλά πολύ λιγότερο: €34,9 δισ. ή 5,4%.

Αυτό ήταν αρκετό για να μετατρέψει το προηγούμενο πλεόνασμα σε σημαντικό έλλειμμα. Και ο βασικός ένοχος είναι εύκολο να εντοπιστεί.

Η ενέργεια ξαναχτυπά την ευρωπαϊκή οικονομία

Το ενεργειακό εμπορικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτινάχθηκε μέσα σε μόλις ένα τρίμηνο: Α΄ τρίμηνο 2026: -€71,3 δισ. - Β΄ τρίμηνο 2026: -€101,1 δισ. Δηλαδή επιδείνωση σχεδόν €30 δισ. μέσα σε τρεις μήνες. 

Η αιτία βρίσκεται στην εκρηκτική άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου, φυσικού αερίου και καυσίμων μετά την έναρξη του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου με το Ιράν και τις σοβαρές διαταραχές στις ενεργειακές ροές της Μέσης Ανατολής. Το Reuters περιγράφει τη σημερινή κατάσταση ως πρωτοφανή: σχεδόν το μισό της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου προέρχεται πλέον από περιοχές που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από πολεμικές συγκρούσεις. Παράλληλα, οι διαταραχές στη διύλιση έχουν επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση στις αγορές καυσίμων.

Η Ευρώπη βρίσκεται ιδιαίτερα εκτεθειμένη. Μετά τη δραστική μείωση της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η ΕΕ στράφηκε περισσότερο στο LNG και κυρίως στις διεθνείς αγορές. Αυτό ενίσχυσε την ενεργειακή ασφάλεια από γεωπολιτική άποψη, αλλά δημιούργησε ένα διαφορετικό πρόβλημα: μεγαλύτερη έκθεση στις παγκόσμιες τιμές ενέργειας.

Η νέα εξάρτηση από το αμερικανικό LNG

Ένα σημαντικό μέρος αυτής της νέας ενεργειακής αρχιτεκτονικής βασίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν τη νέα εικόνα του ευρωπαϊκού εμπορίου, οι εισαγωγές καυσίμων από τις ΗΠΑ αυξήθηκαν από €19,8 δισ. σε €29 δισ. μεταξύ πρώτου και δεύτερου τριμήνου. Δεν πρόκειται για συγκυριακή εξέλιξη. Οι αμερικανικές εξαγωγές LNG σημειώνουν ιστορικά υψηλά επίπεδα το 2026, έχοντας αυξηθεί κατά περίπου 23% σε ετήσια βάση έως τον Ιούλιο, καθώς οι διαταραχές στη Μέση Ανατολή ενίσχυσαν τη ζήτηση από Ευρώπη και Ασία.

Η ειρωνεία είναι εμφανής. Η Ευρώπη περιόρισε τη στρατηγική εξάρτηση από τη Ρωσία, αλλά σήμερα καλείται να αγοράζει πολύ ακριβότερη ενέργεια από τις διεθνείς αγορές. Και αυτό εμφανίζεται πλέον καθαρά στο εμπορικό της ισοζύγιο.

Οι αποθήκες φυσικού αερίου και ο φόβος του χειμώνα

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις εισαγωγές. Στις 20 Αυγούστου, οι ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου βρίσκονταν περίπου στο 62% της χωρητικότητάς τους, έναντι 74% την ίδια περίοδο του 2025. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλώνει ότι δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος επάρκειας, όμως οι υψηλές τιμές έχουν αποθαρρύνει τις εταιρείες από το να αγοράσουν μεγάλες ποσότητες για αποθήκευση. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, το Reuters είχε καταγράψει τα χαμηλότερα επίπεδα αποθεμάτων για τη συγκεκριμένη εποχή από τότε που υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία, επισημαίνοντας ότι η αυξημένη εξάρτηση από LNG αφήνει την Ευρώπη περισσότερο εκτεθειμένη στον διεθνή ανταγωνισμό για φορτία φυσικού αερίου.

Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι απλώς λογιστικό. Εάν οι ενεργειακές τιμές παραμείνουν υψηλές, η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει ταυτόχρονα: μεγαλύτερο εμπορικό έλλειμμα → υψηλότερο κόστος παραγωγής → μεγαλύτερες πληθωριστικές πιέσεις → χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.

Ήδη ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε στο 2,9% τον Ιούλιο, έναντι 2,8% τον Ιούνιο. 

Το δεύτερο μέτωπο: Οι δασμοί του Trump

Αν η ενέργεια εξηγεί την εκτίναξη των εισαγωγών, στην πλευρά των εξαγωγών υπάρχει ένα διαφορετικό πρόβλημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είχαν επιχειρήσει να προλάβουν τους νέους αμερικανικούς δασμούς, επιταχύνοντας τις αποστολές προϊόντων προς τις ΗΠΑ πριν τεθούν σε εφαρμογή τα νέα εμπορικά μέτρα. Αυτό το λεγόμενο front-loading δημιούργησε προσωρινά μια τεχνητά ισχυρή εικόνα των ευρωπαϊκών εξαγωγών.

Όταν όμως το απόθεμα αυτό εξαντλήθηκε και οι δασμοί άρχισαν να επηρεάζουν τις εμπορικές ροές, η εικόνα αντιστράφηκε. Η Eurostat είχε ήδη καταγράψει το προειδοποιητικό σημάδι: στο πρώτο τρίμηνο του 2026, οι εξαγωγές της ΕΕ προς τις ΗΠΑ είχαν μειωθεί κατά 30,4% σε ετήσια βάση.

Οι ΗΠΑ παραμένουν βέβαια η μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πρώτο τρίμηνο απορρόφησαν ευρωπαϊκά αγαθά αξίας €119,4 δισ., δηλαδή περίπου 18,6% των συνολικών εξαγωγών της ΕΕ προς τρίτες χώρες. Αυτό ακριβώς κάνει τη νέα εμπορική σύγκρουση τόσο επικίνδυνη.

Η Ευρώπη στριμωγμένη ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα

Η ΕΕ βρίσκεται πλέον σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η Αμερική, η σημαντικότερη αγορά για τα ευρωπαϊκά προϊόντα, η οποία υψώνει υψηλότερους δασμολογικούς φραγμούς. Από την άλλη βρίσκεται η Κίνα, ο μεγαλύτερος προμηθευτής αγαθών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία διοχετεύει ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες βιομηχανικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά. Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη εμπορική μέγγενη: δυσκολότερες εξαγωγές προς τις ΗΠΑ – περισσότερες εισαγωγές και μεγαλύτερο έλλειμμα με την Κίνα.

Και τα τελευταία στοιχεία κάνουν το πρόβλημα ιδιαίτερα εμφανές.

€103,3 δισ. έλλειμμα με την Κίνα σε ένα τρίμηνο

Το εμπορικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Κίνα αυξήθηκε κατά περίπου €2,9 δισ. μέσα σε ένα τρίμηνο, φτάνοντας: €103,3 δισ. Το μέγεθος είναι εντυπωσιακό, αλλά η τάση είναι ακόμη σημαντικότερη. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι το συνολικό έλλειμμα αγαθών της ΕΕ με την Κίνα έφτασε τα €359,9 δισ. το 2025, έναντι €312,2 δισ. το 2024. Σε μία δεκαετία, από το 2015 έως το 2025, το έλλειμμα υπερδιπλασιάστηκε σε αξία, ενώ σε όρους όγκου αυξήθηκε περισσότερο από πέντε φορές.

Και το σημαντικότερο είναι τι ακριβώς εισάγει η Ευρώπη.

Δεν είναι μπλουζάκια και παιχνίδια – Είναι μηχανές και αυτοκίνητα

Το παλιό μοντέλο της Κίνας ως παραγωγού φθηνών καταναλωτικών προϊόντων έχει αλλάξει. Το 97,3% των εισαγωγών της ΕΕ από την Κίνα το 2025 ήταν μεταποιημένα προϊόντα. Από αυτά: 54,4% ήταν μηχανήματα και οχήματα, 33% άλλα βιομηχανικά προϊόντα, 9,8% χημικά.

Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο για την ευρωπαϊκή οικονομία. Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πλέον την Κίνα μόνο ως ανταγωνιστή σε προϊόντα χαμηλού κόστους. Την αντιμετωπίζει στους ίδιους τους κλάδους που αποτέλεσαν επί δεκαετίες τον πυρήνα του ευρωπαϊκού βιομηχανικού μοντέλου: αυτοκίνητα, μηχανήματα, ηλεκτρολογικός εξοπλισμός, χημικά και προηγμένη μεταποίηση.

Η Eurostat είχε ήδη διαπιστώσει στο πρώτο τρίμηνο του 2026 ότι το εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα ήταν το υψηλότερο από το τρίτο τρίμηνο του 2022, με τα μεγαλύτερα ανοίγματα να εντοπίζονται στα μηχανήματα, στα οχήματα και στα υπόλοιπα μεταποιημένα προϊόντα. 

Το πρόβλημα της κινεζικής υπερπαραγωγής

Για τις Βρυξέλλες, το πρόβλημα έχει πλέον αποκτήσει στρατηγική διάσταση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μιλά ανοιχτά για κινεζικές βιομηχανικές πολιτικές που δημιουργούν υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα, η οποία στη συνέχεια διοχετεύεται στις διεθνείς αγορές και πιέζει τους εγχώριους παραγωγούς των εμπορικών εταίρων της Κίνας. Τον Ιούλιο, μάλιστα, η Επιτροπή αναβάθμισε τον μηχανισμό παρακολούθησης εισαγωγών, ακριβώς για να εντοπίζει μακροχρόνιες και συστηματικές αυξήσεις εισαγωγών που συνδέονται με ξένη βιομηχανική υπερπαραγωγή και μπορούν να πλήξουν την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Το ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο εάν η Ευρώπη εισάγει περισσότερα από όσα εξάγει. Το ερώτημα είναι εάν χάνει σταδιακά παραγωγική ικανότητα στους κλάδους στους οποίους βασίστηκε η οικονομική της ισχύς. 

Και μετά έρχονται οι σπάνιες γαίες

Η σχέση με την Κίνα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο λόγω των κρίσιμων πρώτων υλών. Το 2025, η Κίνα προμήθευσε περίπου 46,8% των εισαγωγών σπάνιων γαιών της ΕΕ σε όρους βάρους. Οι πρώτες αυτές ύλες είναι απαραίτητες για ηλεκτρονικά, ηλεκτρικά οχήματα, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προηγμένες βιομηχανικές εφαρμογές και τεχνολογίες με στρατιωτική χρήση. Παράλληλα, η Κίνα έχει διευρύνει τους περιορισμούς εξαγωγών σε κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογίες, κάτι που σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή επηρεάζει ήδη αρνητικά τις ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες.

Έτσι δημιουργείται ένα ακόμη παράδοξο: η Ευρώπη ανταγωνίζεται την κινεζική βιομηχανία, αλλά ταυτόχρονα εξαρτάται από την Κίνα για ορισμένα από τα υλικά που χρειάζεται ώστε να αναπτύξει τη δική της βιομηχανία του μέλλοντος.

Οι Βρυξέλλες ζητούν «απτά αποτελέσματα»

Γι' αυτό και η εμπορική σχέση ΕΕ–Κίνας έχει μετακινηθεί πλέον πολύ ψηλότερα στην πολιτική ατζέντα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιγράφει επισήμως την Κίνα ταυτόχρονα ως εταίρο, οικονομικό ανταγωνιστή και συστημικό αντίπαλο, ενώ θεωρεί τη σημερινή οικονομική σχέση "κρίσιμα ανισόρροπη". Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εμπορίου Maroš Šefčovič ζητά πλέον "απτά αποτελέσματα" από το Πεκίνο σχετικά με το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας και τους περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων υλικών, πριν από την προγραμματισμένη επίσκεψή του στο Πεκίνο τον Οκτώβριο.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι η διαπραγματευτική θέση της Ευρώπης γίνεται δυσκολότερη όσο αυξάνονται οι εξαρτήσεις.

Τρία σοκ ταυτόχρονα

Η επιστροφή του εμπορικού ελλείμματος αποκαλύπτει τελικά κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια κακή τριμηνιαία επίδοση. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τρία διαφορετικά εξωτερικά σοκ.

  • Ενέργεια: εισάγει ακριβότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο εξαιτίας της γεωπολιτικής κρίσης.
  • Ηνωμένες Πολιτείες: αντιμετωπίζει υψηλότερα εμπορικά εμπόδια στην σημαντικότερη εξαγωγική αγορά της.
  • Κίνα: δέχεται αυξανόμενη πίεση από μια τεράστια βιομηχανική μηχανή που ανταγωνίζεται πλέον άμεσα τους σημαντικότερους ευρωπαϊκούς παραγωγικούς κλάδους.

Η θετική πλευρά είναι ότι η ευρωπαϊκή οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,5% στην ΕΕ και 0,4% στην Ευρωζώνη σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Η βιομηχανική παραγωγή της ΕΕ αυξήθηκε επίσης κατά 0,2% τον Ιούνιο. Υπάρχουν επίσης τομείς στους οποίους η Ευρώπη εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντική διεθνή ισχύ.

Το εμπορικό πλεόνασμα στα χημικά αυξήθηκε από €47,1 δισ. σε €54 δισ., ενώ στα τρόφιμα και ποτά από €10,7 δισ. σε €11,5 δισ. Αλλά αυτά δεν αναιρούν τη μεγάλη εικόνα.

Το πραγματικό πρόβλημα της Ευρώπης είναι η ανταγωνιστικότητα

Το έλλειμμα των €21,8 δισ. μπορεί να εξαφανιστεί ξανά σε ένα ή δύο τρίμηνα εάν υποχωρήσουν οι τιμές της ενέργειας. Αυτό όμως θα μπορούσε να κρύψει το βαθύτερο πρόβλημα. Η Ευρώπη εξακολουθεί να πληρώνει περισσότερο για την ενέργειά της από βασικούς ανταγωνιστές, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ολοένα ισχυρότερη κινεζική βιομηχανία και πλέον δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την ανεμπόδιστη πρόσβαση στην τεράστια αμερικανική αγορά.

Το ενεργειακό έλλειμμα είναι ενδεχομένως κυκλικό. Το βιομηχανικό έλλειμμα απέναντι στην Κίνα είναι πολύ περισσότερο διαρθρωτικό. Και η εμπορική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών δημιουργεί έναν τρίτο παράγοντα αβεβαιότητας που η Ευρώπη δεν ελέγχει. Γι' αυτό τα τελευταία στοιχεία της Eurostat πρέπει να διαβαστούν περισσότερο ως προειδοποίηση παρά ως απλή αρνητική οικονομική είδηση.

Η Ευρώπη βρίσκεται ανάμεσα σε ακριβή ενέργεια, αμερικανικό προστατευτισμό και κινεζική βιομηχανική υπερδύναμη. Και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν το επόμενο τρίμηνο θα επιστρέψει σε εμπορικό πλεόνασμα. Είναι εάν μπορεί να ξαναχτίσει μια παραγωγική βάση αρκετά ανταγωνιστική ώστε να μην εξαρτάται από τις ΗΠΑ για την ενέργεια, από την Κίνα για τη βιομηχανική εφοδιαστική αλυσίδα και από την καλή διάθεση οποιασδήποτε από τις δύο υπερδυνάμεις για την πρόσβαση στις αγορές.

Αυτό είναι πλέον το πραγματικό ευρωπαϊκό εμπορικό πρόβλημα.

Add comment

Comments

There are no comments yet.