Ελλάδα: 5η στον κατώτατο μισθό, 18η στην αγοραστική δύναμη – Το παράδοξο που αποκαλύπτει το πραγματικό πρόβλημα της οικονομίας

Published on August 27, 2026 at 11:57 PM

Ο νέος G2D Minimum Wage Index, βασισμένος σε στοιχεία του ΟΟΣΑ για 30 χώρες, οδηγεί σε ένα φαινομενικά παράδοξο αποτέλεσμα: ο ελληνικός κατώτατος μισθός είναι από τους υψηλότερους σε σχέση με το ΑΕΠ ανά κάτοικο, αλλά πολύ χαμηλότερος όταν εξετάζεται η πραγματική αγοραστική του δύναμη.

Η εξήγηση οδηγεί πολύ πέρα από τη συζήτηση για τον ίδιο τον μισθό - στην παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και τελικά στη δομή της ελληνικής οικονομίας.

Η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό στην Ελλάδα επανέρχεται σχεδόν πάντα στο ίδιο ερώτημα: είναι υψηλός ή χαμηλός;

Για τον εργαζόμενο που προσπαθεί να πληρώσει ενοίκιο, τρόφιμα, ενέργεια και μετακινήσεις, η απάντηση μοιάζει αυτονόητη. Η αγοραστική δύναμη του ελληνικού μισθού παραμένει χαμηλή σε σύγκριση με μεγάλο μέρος της ανεπτυγμένης Ευρώπης.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ερώτηση, που τίθεται πολύ σπανιότερα: Πόσο υψηλό μισθό μπορεί να υποστηρίξει η παραγωγική βάση μιας οικονομίας;

Για να διερευνήσουμε αυτή την πλευρά του προβλήματος, δημιουργήσαμε τον G2D Minimum Wage Index (G2D-MWI), χρησιμοποιώντας στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2024. Και το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό.

Η Ελλάδα βρίσκεται 5η μεταξύ 30 χωρών.

Όταν όμως διορθώσουμε τον κατώτατο μισθό για τις διαφορές στις τιμές και εξετάσουμε την αγοραστική του δύναμη, η χώρα υποχωρεί στην 18η θέση.

5η → 18η.

Αυτές οι δύο θέσεις συνοψίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού οικονομικού προβλήματος.

Ο G2D Minimum Wage Index

Ο δείκτης ξεκινά από μια εξαιρετικά απλή σχέση:

Δεν επιχειρεί να μετρήσει το κόστος ζωής. Δεν είναι δείκτης φτώχειας, ούτε υποκατάστατο του γνωστού Kaitz Index που συγκρίνει τον κατώτατο με τον διάμεσο ή μέσο μισθό. Απαντά σε διαφορετική ερώτηση: Πόσο μεγάλος είναι ο θεσμοθετημένος κατώτατος μισθός σε σχέση με το εισόδημα που παράγει κατά μέσο όρο η οικονομία ανά κάτοικο;

Για το 2024 ο ΟΟΣΑ καταγράφει για την Ελλάδα ετήσιο κατώτατο μισθό €11.444,97.

Το ποσό δεν είναι απλώς €830 × 14. Ο κατώτατος αυξήθηκε από €780 σε €830 την 1η Απριλίου 2024 και η ετήσια σειρά αποτυπώνει τη μεταβολή μέσα στη χρονιά.

Με ονομαστικό ΑΕΠ ανά κάτοικο περίπου €22.479, έχουμε:

€11.444,97 / €22.479 = 50,91%.

Και αυτό το 50,91% τοποθετεί την Ελλάδα εξαιρετικά ψηλά.

Ο μέσος όρος των 30 χωρών βρίσκεται περίπου στο 42,00%. Επομένως, από αυτή την οπτική, ο ελληνικός κατώτατος δεν είναι χαμηλός.

Είναι ήδη πολύ υψηλός σε σχέση με το ΑΕΠ ανά κάτοικο της χώρας. Και κάπου εδώ αρχίζει το παράδοξο.

Όταν βάζουμε μέσα την αγοραστική δύναμη, η Ελλάδα πέφτει 13 θέσεις

Για να απαντήσουμε στην επόμενη ερώτηση χρησιμοποιήσαμε τις ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης του ΟΟΣΑ. Και συγκεκριμένα το PPP της τελικής καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών – Household Final Consumption Expenditure (HFCE).

Η επιλογή είναι σκόπιμη. Δεν θέλουμε πλέον να μετρήσουμε το συνολικό προϊόν της οικονομίας. Θέλουμε να προσεγγίσουμε τι μπορεί να αγοράσει ο μισθός σε αγαθά και υπηρεσίες που καταναλώνει ένα νοικοκυριό.

Ο ελληνικός ετήσιος κατώτατος των €11.444,97 αντιστοιχεί περίπου σε: $20.511 PPP

Προσοχή: δεν πρόκειται για πραγματικά αμερικανικά δολάρια ούτε για μετατροπή με την ισοτιμία ευρώ/δολαρίου.

Είναι μονάδες αγοραστικής δύναμης.

Και όταν κατατάξουμε τις 30 χώρες με αυτό το κριτήριο η Ελλάδα βρίσκεται 18η. Αυτό είναι το βασικό εύρημα της έρευνας.

Η Ελλάδα βρίσκεται 5η όταν εξετάζουμε πόσο μεγάλο μέρος της οικονομικής της βάσης αντιπροσωπεύει ο κατώτατος, αλλά μόλις 18η όταν εξετάζουμε πόσα μπορεί πραγματικά να αγοράσει αυτός ο μισθός. Γιατί;

Ελλάδα και Πορτογαλία: ίσοι μισθοί, πολύ διαφορετικό οικονομικό βάρος

Η καλύτερη σύγκριση ίσως είναι η Πορτογαλία. Η πραγματική αγοραστική δύναμη των δύο κατώτατων μισθών είναι σχεδόν πανομοιότυπη:

  • Ελλάδα: $20.511 PPP
  • Πορτογαλία: $20.537 PPP

Ακόμη πιο ενδιαφέρον: το γενικό επίπεδο των καταναλωτικών τιμών είναι επίσης σχεδόν ίδιο.

Με ΗΠΑ=100:

  • Ελλάδα: 60,4
  • Πορτογαλία: 60,5

Άρα η διαφορά δεν μπορεί να αποδοθεί στην ακρίβεια.

Κι όμως:

  • G2D-MWI Ελλάδας: 50,91%
  • G2D-MWI Πορτογαλίας: 42,37%.

Με άλλα λόγια, για να προσφέρει περίπου την ίδια αγοραστική δύναμη στον εργαζόμενο του κατώτατου μισθού, η ελληνική οικονομία πρέπει να αφιερώσει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ ανά κάτοικο.

Και η εξήγηση αρχίζει να εμφανίζεται όταν κοιτάξουμε την παραγωγικότητα.

Η Ελλάδα παράγει περίπου $38 ανά ώρα – η Πορτογαλία σχεδόν $49

Σε όρους PPP, η παραγωγή ανά ώρα εργασίας είναι περίπου:

Η Πορτογαλία παράγει περίπου 27% περισσότερη αξία ανά ώρα εργασίας από την Ελλάδα.

Η Ισπανία περίπου 61% περισσότερο.

Και η Γερμανία περίπου 116% περισσότερο.

Εδώ βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της απάντησης.

Το ακόμη μεγαλύτερο παράδοξο: οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο

Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι το πρόβλημα είναι πως οι Έλληνες εργάζονται λιγότερο. Συμβαίνει περίπου το αντίθετο.

Οι ετήσιες ώρες εργασίας ανά απασχολούμενο κινούνται περίπου στα εξής επίπεδα:

Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι οι απόλυτες συγκρίσεις των ετήσιων ωρών μεταξύ χωρών χρειάζονται προσοχή λόγω διαφορών στις εθνικές μεθόδους μέτρησης. Ωστόσο η γενική εικόνα είναι σαφής: Ο Έλληνας εργάζεται πολλές ώρες.

Το πρόβλημα είναι ότι σε κάθε μία από αυτές παράγεται σχετικά μικρή αξία.

Η διαφορά Ελλάδας–Γερμανίας είναι χαρακτηριστική: ο Έλληνας εργάζεται πολύ περισσότερες ώρες, αλλά η γερμανική οικονομία παράγει περισσότερο από διπλάσια αξία ανά ώρα.

Το πραγματικό πρόβλημα επομένως δεν είναι: "Πρέπει να δουλέψουμε περισσότερο".

Αλλά: "Πρέπει κάθε ώρα εργασίας να παράγει περισσότερη αξία".

Η Πολωνία δείχνει και τον ρόλο των τιμών

Η Πολωνία έχει G2D-MWI 52,41%, σχεδόν ίδιο με το ελληνικό 50,91%.

Κι όμως:

Πολωνικός κατώτατος: $25.499 PPP

Ελληνικός: $20.511 PPP

Η διαφορά αγοραστικής δύναμης είναι περίπου 24% υπέρ της Πολωνίας.

Εδώ λειτουργούν δύο μηχανισμοί ταυτόχρονα.

Η Πολωνία παράγει περισσότερα ανά ώρα:

$52,12 έναντι $38,39.

Και έχει χαμηλότερο επίπεδο τιμών:

50,5 έναντι 60,4.

Έτσι ο Πολωνός εργαζόμενος στον κατώτατο επωφελείται από έναν ισχυρό συνδυασμό:

μεγαλύτερη παραγωγικότητα + χαμηλότερες τιμές.

Η Ισπανία αποδεικνύει ότι δεν φταίει μόνο η «ελληνική ακρίβεια»

Η Ισπανία είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Το επίπεδο τιμών της είναι ελαφρώς υψηλότερο από το ελληνικό:

Ισπανία: 63,7

Ελλάδα: 60,4

Κι όμως ο ισπανικός κατώτατος έχει αγοραστική δύναμη περίπου $27.000 PPP έναντι $20.511 στην Ελλάδα. Περίπου 32% περισσότερο.

Η παραγωγικότητα ανά ώρα, όμως, είναι:

Ισπανία: $61,96

Ελλάδα: $38,39.

Άρα δεν μπορούμε να εξηγήσουμε το ελληνικό μισθολογικό πρόβλημα απλώς λέγοντας ότι "η Ελλάδα είναι ακριβή". Η Ισπανία είναι λίγο ακριβότερη, αλλά η παραγωγική της βάση είναι πολύ ισχυρότερη.

Και μετά υπάρχει η Γερμανία

Η Γερμανία έχει πολύ υψηλότερο επίπεδο τιμών: 75,9 έναντι 60,4 της Ελλάδας.

Κι όμως ο κατώτατος μισθός της αντιστοιχεί σε περίπου $35.111 PPP έναντι $20.511 στην Ελλάδα. Δηλαδή περίπου 71% μεγαλύτερη πραγματική αγοραστική δύναμη.

Και παρ’ όλα αυτά ο γερμανικός G2D-MWI είναι μόλις 47,55%, χαμηλότερος από το ελληνικό 50,91%.

Αυτό ίσως είναι το πιο καθαρό μάθημα της σύγκρισης: Μια χώρα δεν χρειάζεται να είναι φθηνή για να προσφέρει υψηλούς πραγματικούς μισθούς. Χρειάζεται να παράγει αρκετή αξία ώστε να μπορεί να τους χρηματοδοτήσει.

Γιατί όμως η ελληνική παραγωγικότητα είναι τόσο χαμηλή;

Εδώ ο δείκτης κατώτατου μισθού μάς οδήγησε σε ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Τα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν τουλάχιστον τέσσερις σημαντικούς μηχανισμούς.

1. Χαμηλές επενδύσεις

Οι επενδύσεις στην Ελλάδα κινούνται περίπου στο 16% του ΑΕΠ, έναντι περίπου 20% σε Πορτογαλία, Ισπανία και Γερμανία.

Τέσσερις μονάδες του ελληνικού ΑΕΠ αντιστοιχούν χονδρικά σε €9,5 δισ. ετησίωςΑυτό δεν σημαίνει ότι €9,5 δισ. πρόσθετων επενδύσεων θα έλυναν αυτομάτως το πρόβλημα. Αλλά δεκαετίες χαμηλότερων επενδύσεων σημαίνουν λιγότερο παραγωγικό κεφάλαιο: μηχανήματα, αυτοματισμούς, λογισμικό, υποδομές και τεχνολογία.

Και ένας εργαζόμενος με καλύτερο κεφαλαιακό εξοπλισμό μπορεί να παράγει πολύ περισσότερη αξία στην ίδια ώρα.

2. Μικρή μεταποιητική βάση

Η μεταποίηση αντιπροσωπεύει περίπου:

  • Ελλάδα: 9% του ΑΕΠ
  • Πορτογαλία: 12%
  • Ισπανία: 11%
  • Πολωνία: 16%
  • Γερμανία: 18%.

Δεν σημαίνει ότι κάθε εργοστάσιο είναι παραγωγικότερο από κάθε επιχείρηση υπηρεσιών. Σημαίνει όμως ότι η μεταποίηση συνδέεται συχνά με κεφαλαιακό εξοπλισμό, εξαγωγές, αυτοματοποίηση, μεγαλύτερες επιχειρήσεις, διεθνείς αλυσίδες παραγωγής και οικονομίες κλίμακας.

Και η ελληνική παραγωγική βάση σε αυτούς τους τομείς παραμένει μικρή.

3. Η οικονομία των πολύ μικρών επιχειρήσεων

Εδώ βρίσκεται ένα από τα πλέον δομικά ελληνικά χαρακτηριστικά. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι στην Ελλάδα απασχολούνται σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 εργαζομένους, ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό σε ευρωπαϊκή σύγκριση.

Οι μικρές επιχειρήσεις δεν είναι από μόνες τους πρόβλημα. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μια ολόκληρη οικονομία είναι υπερβολικά συγκεντρωμένη σε πολύ μικρές παραγωγικές μονάδες που δυσκολεύονται να αποκτήσουν:

  • οικονομίες κλίμακας,
  • εξειδικευμένα διοικητικά στελέχη,
  • αυτοματοποίηση,
  • πρόσβαση σε χρηματοδότηση,
  • οργανωμένη R&D,
  • εξαγωγική παρουσία.

Και ο ΟΟΣΑ καταγράφει σημαντικό χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ μικρών και μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων.

4. Το τεχνολογικό χάσμα

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον στην εποχή όπου το πρόβλημα είναι απλώς η πρόσβαση στο InternetΗ διαφορά εμφανίζεται στις πιο προηγμένες εφαρμογές: cloud, data analytics, AI, αυτοματοποίηση και ολοκληρωμένα ψηφιακά συστήματα.

Η υιοθέτηση αυτών των τεχνολογιών είναι ακριβώς ένας από τους μηχανισμούς μέσω των οποίων ένας εργαζόμενος μπορεί να παράγει περισσότερα χωρίς να εργάζεται περισσότερες ώρες.

Και αυτό είναι ακριβώς που χρειάζεται η Ελλάδα.

Και τι μας λέει το R&D;

Οι δαπάνες R&D ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι περίπου:

  • Ελλάδα: 1,54%
  • Πορτογαλία: 1,73%
  • Ισπανία: 1,50%
  • Πολωνία: 1,41%
  • Γερμανία: 3,13%.

Η Γερμανία βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο. Αλλά η Πολωνία προσφέρει μια χρήσιμη προειδοποίηση. Δαπανά μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ σε R&D από την Ελλάδα και παρ’ όλα αυτά έχει υψηλότερη παραγωγικότητα.

Άρα η λύση δεν είναι απλώς: "δώστε περισσότερα χρήματα στην έρευνα". Το κρίσιμο είναι εάν η τεχνολογία, η γνώση και οι επενδύσεις ενσωματώνονται τελικά στην παραγωγή.

Η αλυσίδα του ελληνικού προβλήματος

Αν ενώσουμε πλέον όλα τα στοιχεία, σχηματίζεται μια αρκετά συνεκτική ακολουθία:

Και τότε επιστρέφουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε. Ο ελληνικός κατώτατος φτάνει ήδη στο: 50,91% του ΑΕΠ ανά κάτοικο και μας τοποθετεί: 5ους μεταξύ 30 χωρών.

Αλλά η πραγματική αγοραστική του δύναμη παραμένει περίπου $20.511 PPP και μας κατεβάζει: στην 18η θέση.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι οι Έλληνες «δεν δουλεύουν αρκετά»

Ούτε τα στοιχεία δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι ο κατώτατος μισθός είναι "υπερβολικά υψηλός" και πρέπει να μειωθεί. Το εύρημα είναι διαφορετικό - και κατά τη γνώμη μας πολύ σημαντικότερο.

Ο ελληνικός κατώτατος είναι χαμηλός ως προς αυτά που μπορεί να αγοράσει ο εργαζόμενος, αλλά ταυτόχρονα υψηλός ως προς το εισόδημα που παράγει ανά κάτοικο η οικονομία.

Αυτό είναι το ελληνικό παράδοξο. Και δεν λύνεται μακροχρόνια μόνο με μια διοικητική απόφαση για τον κατώτατο μισθό. Για να αυξηθούν ουσιαστικά και διατηρήσιμα οι πραγματικοί μισθοί χρειάζεται να αυξηθεί η αξία που παράγει κάθε ώρα ελληνικής εργασίας.

  • Περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις.
  • Μεγαλύτερες και αποτελεσματικότερες επιχειρήσεις.
  • Περισσότερος εξοπλισμός και αυτοματοποίηση.
  • Περισσότερη τεχνολογία.
  • Περισσότερες δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
  • Και τελικά υψηλότερη παραγωγικότητα.

Γιατί μια χώρα μπορεί για ένα διάστημα να αυξάνει τους μισθούς ταχύτερα από την παραγωγικότητά της. Δεν μπορεί όμως να γίνει μόνιμα χώρα υψηλών πραγματικών μισθών χωρίς να γίνει οικονομία υψηλότερης παραγωγικότητας.

Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα που κρύβεται πίσω από τη διαφορά δύο απλών αριθμών:

  • 5η στον G2D Minimum Wage Index.
  • 18η στην πραγματική αγοραστική δύναμη.

Δεκατρείς θέσεις που αφηγούνται ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της ελληνικής οικονομίας.

Όταν οι μισθοί τρέχουν ταχύτερα από την παραγωγικότητα – Ένας πιθανός φαύλος κύκλος

Υπάρχει όμως και μία ακόμη πλευρά του προβλήματος που δεν πρέπει να αγνοήσουμε. Μέχρι τώρα εξετάσαμε τη σχέση από τη μία κατεύθυνση: η χαμηλή παραγωγικότητα περιορίζει τη δυνατότητα μιας οικονομίας να πληρώνει υψηλούς πραγματικούς μισθούς.

Τι συμβαίνει όμως όταν, με διοικητικές αποφάσεις, ο κατώτατος μισθός αυξάνεται πολύ ταχύτερα από την παραγωγικότητα;

Τα ελληνικά στοιχεία της περιόδου 2019–2024 κάνουν το ερώτημα ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε από τα €650 στα €830, δηλαδή κατά περίπου: +27,7%

Την ίδια περίοδο, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας αυξήθηκε περίπου: +2,7%

Με άλλα λόγια, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε περίπου δέκα φορές ταχύτερα από την ωριαία παραγωγικότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι δεν έπρεπε να λάβουν αυξήσεις. Μεσολάβησε άλλωστε μια μεγάλη πληθωριστική κρίση που περιόρισε σημαντικά την πραγματική αξία των εισοδημάτων.

Δημιουργεί όμως ένα πραγματικό οικονομικό ζήτημα. Σε βάθος χρόνου, η δυνατότητα μιας επιχείρησης να πληρώνει υψηλότερους πραγματικούς μισθούς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόση αξία παράγει κάθε εργαζόμενος.

Η βασική σχέση είναι απλή:

Αν λοιπόν οι αμοιβές αυξάνονται ταχύτερα από την παραγωγικότητα, το κόστος εργασίας ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος τείνει να αυξάνεται. Η επιχείρηση πρέπει τότε να αντιδράσει.

  • Μπορεί να αυξήσει τις τιμές της.
  • Μπορεί να δεχθεί χαμηλότερο περιθώριο κέρδους.
  • Μπορεί να περιορίσει νέες προσλήψεις.
  • Μπορεί να μειώσει άλλα κόστη.
  • Μπορεί να επενδύσει σε αυτοματοποίηση ώστε να αυξήσει την παραγωγικότητα.
  • Ή, στην ακραία περίπτωση, αν δεν μπορεί να κάνει τίποτε από αυτά, μπορεί να πάψει να είναι βιώσιμη.

Δεν επηρεάζονται όμως όλες οι επιχειρήσεις το ίδιο

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα. Μια μεγάλη, εξαγωγική και υψηλής παραγωγικότητας επιχείρηση μπορεί να απορροφήσει πολύ ευκολότερα μια αύξηση του μισθολογικού κόστους.

Για μια πολύ μικρή επιχείρηση χαμηλής παραγωγικότητας, όμως, το ίδιο ποσό μπορεί να αποτελεί πολύ μεγαλύτερο μέρος του λειτουργικού της κόστους.

Και η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικά μεγάλο αριθμό τέτοιων επιχειρήσεων. Εδώ λοιπόν εμφανίζεται ένας πιθανός μηχανισμός ανατροφοδότησης.

Θα ήταν όμως λάθος να παρουσιάσουμε αυτή την αλυσίδα ως αποδεδειγμένο αποτέλεσμα για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας.

Τα στοιχεία δεν δείχνουν ότι την περίοδο 2019–2024 κατέρρευσαν συνολικά ούτε τα επιχειρηματικά κέρδη ούτε οι επενδύσεις. Αντίθετα, οι συνολικές επενδύσεις αυξήθηκαν σημαντικά από τα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα στα οποία είχαν βρεθεί μετά τη δεκαετή ελληνική κρίση.

Άρα δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε μια απλουστευτική σχέση: Αυξήθηκε ο κατώτατος → έπεσαν τα κέρδη → μειώθηκαν οι επενδύσεις

Τα πραγματικά οικονομικά συστήματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Υπάρχει όμως ένας σοβαρός λόγος να εξετάζουμε προσεκτικά τη σχέση μεταξύ μισθολογικών αυξήσεων και παραγωγικότητας.

Γιατί η μακροχρόνια αύξηση των πραγματικών μισθών δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε διοικητικές αποφάσεις. Ο κατώτατος μπορεί να ανεβάσει τον μισθό. Δεν μπορεί από μόνος του να δημιουργήσει την παραγωγικότητα που θα τον χρηματοδοτεί.

Και εδώ ο G2D-MWI αποκτά μια δεύτερη χρησιμότητα. Το 50,91% της Ελλάδας δεν μας λέει ποιος "πρέπει" να είναι ο κατώτατος μισθός και δεν αποδεικνύει ότι βρίσκεται σε υπερβολικό επίπεδο.

Μας προειδοποιεί όμως ότι ο κατώτατος είναι ήδη πολύ υψηλός σε σχέση με το εισόδημα που παράγει η οικονομία ανά κάτοικο. Ταυτόχρονα, η 18η θέση της Ελλάδας στην αγοραστική δύναμη δείχνει ότι ο εργαζόμενος εξακολουθεί να μην απολαμβάνει υψηλό πραγματικό εισόδημα.

Και έτσι επιστρέφουμε στο ελληνικό παράδοξο: ο εργαζόμενος αισθάνεται ότι πληρώνεται λίγο, ενώ η οικονομία πληρώνει ήδη έναν σχετικά υψηλό κατώτατο σε σχέση με αυτά που παράγει.

Και οι δύο διαπιστώσεις μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινές.

Η βιώσιμη έξοδος από αυτή την αντίφαση δεν είναι ούτε η μόνιμη συμπίεση των μισθών ούτε η υπόθεση ότι οι διοικητικές αυξήσεις μπορούν από μόνες τους να δημιουργήσουν υψηλό βιοτικό επίπεδο.

Είναι η αύξηση της παραγωγικότητας.

Γιατί όταν κάθε ώρα εργασίας παράγει περισσότερη αξία, δημιουργείται μεγαλύτερος οικονομικός χώρος για υψηλότερους μισθούς, υψηλότερα επιχειρηματικά κέρδη και περισσότερες επενδύσεις ταυτόχρονα.

Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο ο φαύλος κύκλος μπορεί να μετατραπεί σε ενάρετο.

Add comment

Comments

There are no comments yet.