Η ανεργία βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία και οι απασχολούμενοι πλησιάζουν τα 4,4 εκατομμύρια. Όμως η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ γυναίκες και νέοι παραμένουν πολύ πιο εκτεθειμένοι στην ανεργία.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η εικόνα της ελληνικής αγοράς εργασίας έχει αλλάξει εντυπωσιακά.
Το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε τον Ιούλιο του 2026 στο 7,9%, από 8,9% έναν χρόνο νωρίτερα και από το αναθεωρημένο 8,1% του Ιουνίου. Πρόκειται για έναν αριθμό που πριν από μερικά χρόνια θα φαινόταν σχεδόν αδιανόητος.
Τον Ιούλιο του 2013 η ανεργία είχε φθάσει στο 28,3%. Σήμερα βρίσκεται κάτω από το 8%.
Η μεταβολή δεν είναι απλώς στατιστική. Πίσω από το ποσοστό βρίσκονται περισσότεροι εργαζόμενοι, λιγότεροι άνεργοι και σταδιακή συρρίκνωση του πληθυσμού που βρίσκεται εκτός εργατικού δυναμικού. Τα αναλυτικά στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτουν μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία.
4,38 εκατομμύρια Έλληνες εργάζονται
Τον Ιούλιο του 2026 οι απασχολούμενοι έφθασαν τους 4.379.823. Σε σχέση με τον Ιούλιο του 2025 αυξήθηκαν κατά 41.365 άτομα, δηλαδή κατά 1%. Ταυτόχρονα οι άνεργοι περιορίστηκαν στους 376.508, κατά 45.192 λιγότεροι σε σχέση με έναν χρόνο πριν - πτώση 10,7%.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι μειώθηκε και ο αριθμός των ανθρώπων κάτω των 75 ετών που βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού. Διαμορφώθηκαν στα 2.951.948 άτομα, 35.528 λιγότερα από τον Ιούλιο του 2025.
Αυτό έχει σημασία. Μια χώρα μπορεί θεωρητικά να εμφανίσει χαμηλότερη ανεργία όχι επειδή περισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν δουλειά, αλλά επειδή εγκαταλείπουν την αναζήτηση εργασίας και παύουν να καταγράφονται ως άνεργοι.
Τα σημερινά ελληνικά στοιχεία δεν δείχνουν μόνο αυτό. Δείχνουν ταυτόχρονα:
Από το 2021 μέχρι σήμερα, δηλαδή μέσα σε πέντε χρόνια, η ελληνική οικονομία έχει προσθέσει περίπου 369.000 απασχολουμένους. Και οι άνεργοι έχουν μειωθεί κατά περίπου 284.000.
Αυτή είναι ουσιαστική μεταβολή της αγοράς εργασίας.
Από το 28,3% στο 7,9%
Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της αλλαγής πρέπει να επιστρέψουμε στην εποχή της κρίσης. Σύμφωνα με τη χρονοσειρά της ΕΛΣΤΑΤ, η ανεργία τον Ιούλιο εξελίχθηκε ως εξής:
Η πτώση από την κορυφή του 28,3% στο 7,9% αντιστοιχεί σε 20,4 ποσοστιαίες μονάδες. Με άλλα λόγια, έχει εξαφανιστεί περισσότερο από το 70% της ανεργίας που μετρούσαμε στην κορύφωση της κρίσης, αν συγκρίνουμε απλώς τα δύο ποσοστά. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες μεταβολές που έχει γνωρίσει η ελληνική οικονομία στη μεταμνημονιακή περίοδο.
Αλλά εδώ αρχίζουν τα δύσκολα
Το 7,9% είναι πολύ καλό νέο. Δεν σημαίνει όμως ότι η Ελλάδα απέκτησε ξαφνικά μία από τις καλύτερες αγορές εργασίας της Ευρώπης. Το αντίθετο.
Η Eurostat κατέγραφε για το 2025 ανεργία 8,9% στην Ελλάδα, έναντι μόλις 6,0% στην ΕΕ. Η Ελλάδα είχε τότε το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην Ένωση, πίσω από την Ισπανία και τη Φινλανδία. Η απόσταση μειώνεται γρήγορα, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί.
Και υπάρχει ένας ακόμη σημαντικότερος δείκτης.
Το πραγματικό ελληνικό πρόβλημα: Δεν εργάζονται αρκετοί
Το ποσοστό ανεργίας εξετάζει τους ανέργους ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού. Δεν μας λέει όμως πόσο μεγάλο μέρος του συνολικού πληθυσμού παραγωγικής ηλικίας εργάζεται.
Εδώ η ελληνική εικόνα παραμένει πολύ λιγότερο εντυπωσιακή. Το 2025 το ποσοστό απασχόλησης των ηλικιών 20–64 στην Ελλάδα ήταν μόλις 71%.
Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 76,1%.
Η Ελλάδα βρισκόταν στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, μαζί με την Ιταλία και τη Ρουμανία. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο για την επόμενη φάση της ελληνικής οικονομίας.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται πλέον μόνο λιγότερους ανέργους. Χρειάζεται περισσότερους ανθρώπους μέσα στην παραγωγική διαδικασία.
Υπάρχει πάντως μια πολύ θετική εξέλιξη: μεταξύ 2024 και 2025 το ελληνικό ποσοστό απασχόλησης αυξήθηκε κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες, τη μεγαλύτερη άνοδο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Άρα η Ελλάδα καλύπτει το κενό. Αλλά ξεκινά από πολύ χαμηλότερη βάση.
Οι γυναίκες παραμένουν η μεγάλη χαμένη ομάδα
Η συνολική ανεργία 7,9% κρύβει μια εντυπωσιακή διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα.
Τον Ιούλιο:
- Άνδρες: 5,9%
- Γυναίκες: 10,4%
Η γυναικεία ανεργία είναι επομένως σχεδόν διπλάσια από την ανδρική.
Και παρότι η πρόοδος είναι μεγάλη - το 2021 η ανεργία των γυναικών βρισκόταν στο 18,7% - η απόσταση παραμένει. Αυτό υποδηλώνει ότι ένα σημαντικό μέρος του ανεκμετάλλευτου εργατικού δυναμικού της Ελλάδας βρίσκεται ακριβώς εκεί.
Η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας μπορεί να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες εσωτερικές πηγές αύξησης της απασχόλησης τα επόμενα χρόνια.
Και οι νέοι;
Η εικόνα έχει βελτιωθεί εντυπωσιακά, αλλά το πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί. Η ανεργία στις ηλικίες 15–24 ετών υποχώρησε τον Ιούλιο του 2026 στο 16,8%. Το 2021 ήταν 34,3%.
Δηλαδή μέσα σε πέντε χρόνια έχει πρακτικά υποδιπλασιαστεί. Ωστόσο εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλότερη από την ανεργία των ηλικιών 25–74, η οποία βρίσκεται πλέον στο 7,4%.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας: η μετάβαση από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας εξακολουθεί να είναι δύσκολη και συχνά οδηγεί σε θέσεις που δεν αντιστοιχούν στις δεξιότητες ή στις σπουδές των νέων.
Το ελληνικό παράδοξο αρχίζει να αντιστρέφεται
Για πολλά χρόνια η Ελλάδα είχε ένα παράδοξο.
Υπήρχαν ταυτόχρονα:
- υψηλή ανεργία,
- μεγάλη μετανάστευση νέων εργαζομένων,
- χαμηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας,
- και επιχειρήσεις που δήλωναν ότι δεν μπορούσαν να βρουν προσωπικό.
Όσο όμως η ανεργία πλησιάζει περισσότερο τα ευρωπαϊκά επίπεδα, το πρόβλημα αλλάζει χαρακτήρα. Η ελληνική οικονομία μπαίνει σταδιακά σε μία περίοδο όπου το ερώτημα δεν θα είναι μόνο: "Πώς θα βρούμε δουλειές για τους ανέργους;" αλλά όλο και περισσότερο: "Πού θα βρούμε εργαζομένους για τις δουλειές που δημιουργούνται;"
Και αυτό συνδέεται άμεσα με το δημογραφικό.
Λιγότεροι νέοι εισέρχονται στην αγορά εργασίας, ένα μεγάλο μέρος της γενιάς που έφυγε στο εξωτερικό την προηγούμενη δεκαετία δεν έχει επιστρέψει, ενώ ο πληθυσμός γερνά.
Η μείωση της ανεργίας, επομένως, είναι ταυτόχρονα επιτυχία και προειδοποίηση.
Το επόμενο όριο δεν είναι η ανεργία. Είναι η παραγωγικότητα
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο οικονομικό συμπέρασμα. Η Ελλάδα έχει ήδη περάσει την πρώτη φάση της ανάκαμψης της αγοράς εργασίας.
Στην πρώτη φάση, το ζητούμενο ήταν σχετικά απλό: να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.
Στη δεύτερη φάση το ερώτημα γίνεται πολύ δυσκολότερο: τι είδους θέσεις εργασίας δημιουργούνται;
Μία οικονομία μπορεί να έχει πολύ χαμηλή ανεργία και παρ’ όλα αυτά χαμηλούς μισθούς και χαμηλό βιοτικό επίπεδο εάν η παραγωγικότητα των εργαζομένων παραμένει χαμηλή.
Εδώ συνδέεται άμεσα και το ζήτημα που εξετάσαμε με τον G2D Minimum Wage Index.
Η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει σχετικά υψηλό κατώτατο μισθό σε σχέση με το ΑΕΠ ανά κάτοικο, χωρίς αυτό να σημαίνει αντίστοιχα υψηλή πραγματική αγοραστική δύναμη.
Το κλειδί βρίσκεται στην παραγωγικότητα.
Εάν ένας εργαζόμενος παράγει περισσότερη οικονομική αξία ανά ώρα εργασίας, η οικονομία μπορεί μακροπρόθεσμα να πληρώνει υψηλότερους πραγματικούς μισθούς χωρίς να χάνει ανταγωνιστικότητα.
Αντίθετα, εάν οι νέες θέσεις συγκεντρώνονται κυρίως σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας, η ανεργία μπορεί να πέφτει χωρίς να αυξάνεται αντίστοιχα το πραγματικό εισόδημα.
Από την ανεργία των 600.000 στην οικονομία των ελλείψεων
Υπάρχει ένας αριθμός που συνοψίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο τη μεταβολή.
- Τον Ιούλιο του 2022 η Ελλάδα είχε περίπου 608.000 ανέργους.
- Τον Ιούλιο του 2026 έχει 376.508.
Η δεξαμενή διαθέσιμου εργατικού δυναμικού συρρικνώνεται γρήγορα. Εάν η οικονομία συνεχίσει να αναπτύσσεται, οι επιχειρήσεις θα πρέπει ολοένα περισσότερο να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για εργαζομένους.
Θεωρητικά αυτό είναι καλό για τους μισθούς. Αλλά μόνο μέχρι ενός σημείου. Εάν η αύξηση των μισθών δεν συνοδεύεται από αύξηση της παραγωγικότητας, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι υψηλότερο κόστος, χαμηλότερα περιθώρια κέρδους, αύξηση τιμών ή απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Γι’ αυτό η επόμενη οικονομική συζήτηση στην Ελλάδα θα πρέπει σταδιακά να μετακινηθεί.
Από το: "πόσες δουλειές δημιουργούμε"
στο: "πόση αξία δημιουργεί κάθε δουλειά".
Η μεγάλη εικόνα
Η πτώση της ανεργίας στο 7,9% είναι αναμφίβολα μια σημαντική επιτυχία της ελληνικής οικονομίας. Δεν χρειάζεται ούτε να υποβαθμιστεί ούτε να παρουσιαστεί ως κάτι που δεν είναι. Από το 28,3% του 2013 στο 7,9% του 2026, η χώρα έχει διανύσει τεράστια απόσταση.
Από το 2021 μόνο, περίπου 369.000 περισσότεροι άνθρωποι εργάζονται, ενώ οι άνεργοι έχουν μειωθεί κατά περίπου 284.000. Όμως το τέλος της μαζικής ανεργίας δεν σημαίνει το τέλος των προβλημάτων της ελληνικής αγοράς εργασίας.
Σημαίνει μάλλον ότι αλλάζει το είδος των προβλημάτων.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει χαμηλό ποσοστό απασχόλησης σε σχέση με την Ευρώπη. Οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πολύ υψηλότερη ανεργία από τους άνδρες. Η ανεργία των νέων παραμένει διψήφια. Και, πάνω απ’ όλα, η χώρα πρέπει να μετατρέψει την αύξηση της απασχόλησης σε αύξηση της παραγωγικότητας και των πραγματικών εισοδημάτων.
Η πρώτη μεγάλη μάχη ήταν να ξαναβρεί δουλειά η Ελλάδα.
Η επόμενη είναι δυσκολότερη: οι δουλειές αυτές να γίνουν αρκετά παραγωγικές ώστε οι Έλληνες να πληρώνονται περισσότερο.
Και ίσως εκεί βρίσκεται πλέον το πραγματικό οικονομικό στοίχημα της επόμενης δεκαετίας.
Add comment
Comments