Το ασφαλιστικό που αποσύρθηκε το 2001, η κρίση που ακολούθησε και ένα οικονομικό πείραμα για το πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είναι η Ελλάδα

Από τους Κέλσο και Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Την άνοιξη του 2001 η Ελλάδα βρισκόταν σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Η χώρα είχε μόλις ενταχθεί στο ευρώ. Η οικονομία αναπτυσσόταν, τα επιτόκια είχαν υποχωρήσει θεαματικά και οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας πλησίαζαν. Η αίσθηση ότι η Ελλάδα είχε πλέον ενταχθεί οριστικά στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης ήταν ισχυρή. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο τότε υπουργός Εργασίας Τάσος Γιαννίτσης επιχείρησε να ανοίξει ένα από τα δυσκολότερα πολιτικά ζητήματα της Μεταπολίτευσης: το ασφαλιστικό.
Η βασική θέση ήταν απλή αλλά πολιτικά εκρηκτική: Το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, όπως λειτουργούσε, δεν ήταν μακροχρόνια βιώσιμο. Η πρόταση προκάλεσε σφοδρές κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Η κυβέρνηση Κώστα Σημίτη τελικά υποχώρησε και το αρχικό σχέδιο αποσύρθηκε. Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, όμως, έχουμε ένα πλεονέκτημα που δεν είχαν όσοι συμμετείχαν στη συζήτηση του 2001: γνωρίζουμε τι συνέβη όταν η μεταρρύθμιση δεν εφαρμόστηκε.
Και μπορούμε επομένως να επιχειρήσουμε ένα οικονομικό πείραμα: Τι θα είχε συμβεί αν η μεταρρύθμιση Γιαννίτση είχε εφαρμοστεί;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι βέβαιη. Η Ιστορία δεν διαθέτει εργαστήριο στο οποίο μπορούμε να ξανατρέξουμε το 2001 με διαφορετικές παραμέτρους. Μπορούμε όμως να χρησιμοποιήσουμε τα πραγματικά δημοσιονομικά δεδομένα και να κατασκευάσουμε διαφορετικά σενάρια. Και τα αποτελέσματα έχουν ενδιαφέρον.
Τι πραγματικά πρότεινε ο Γιαννίτσης
Πριν από τους αριθμούς χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Η μεταρρύθμιση Γιαννίτση δεν ήταν απλώς μια πρόταση "να πάνε όλοι στα 65". Το σχέδιο επιχειρούσε να αλλάξει βασικές παραμέτρους ενός εξαιρετικά κατακερματισμένου συστήματος. Στις δημόσιες τοποθετήσεις του τον Απρίλιο του 2001, ο Γιαννίτσης εξηγούσε ότι για όσους συνταξιοδοτούνταν κάτω από τα 65 και δεν καλύπτονταν από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, θα υπήρχε σταδιακή σύγκλιση προς το γενικό όριο των 65 ετών και όχι άμεση μεταβολή. Παράλληλα, το σχέδιο προέβλεπε αλλαγές στον υπολογισμό των συντάξεων. Για ασφαλισμένους πριν από το 1993 που θα έβγαιναν στη σύνταξη από το 2007 και μετά, τα χρόνια έως το 2002 θα υπολογίζονταν με το παλαιό καθεστώς, ενώ για τα επόμενα θα χρησιμοποιούνταν ποσοστό αναπλήρωσης 80% και τα καλύτερα χρόνια της τελευταίας δεκαπενταετίας.
Η ευρύτερη κατεύθυνση ήταν επομένως: μεγαλύτερος πραγματικός εργασιακός βίος, περιορισμός των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των παροχών και μεγαλύτερη σύνδεση εισφορών και συντάξεων.
Και οι ανησυχίες δεν προέρχονταν μόνο από την ελληνική κυβέρνηση. Ο ΟΟΣΑ το 2001 επισήμαινε τα υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης, τη σύντομη περίοδο αποδοχών που χρησιμοποιούνταν για τον υπολογισμό των συντάξεων και τις πολυάριθμες εξαιρέσεις και δυνατότητες πρόωρης συνταξιοδότησης. Μεταξύ των επιλογών που πρότεινε ήταν η αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης προς τα 65, ο περιορισμός των πρόωρων συντάξεων, η επέκταση της περιόδου υπολογισμού, η μείωση των ποσοστών αναπλήρωσης και η αύξηση πέραν των 35 των ετών που απαιτούνταν για πλήρη δικαιώματα.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα ήταν ήδη ορατό.
Η προειδοποίηση που υπήρχε ήδη το 2001
Τα στοιχεία που υπήρχαν τότε είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό μέρος της ιστορίας. Το ΔΝΤ κατέγραφε συνταξιοδοτικές δαπάνες άνω του 12% του ΑΕΠ το 2000, ήδη από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Χωρίς ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, οι τότε προβολές έδειχναν αύξηση κατά περίπου 12 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέσα στις επόμενες πέντε δεκαετίες. Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν η προβολή για την καθαρή επιβάρυνση του κράτους - συνταξιοδοτικές δαπάνες μείον εισφορές και έσοδα περιουσίας. Από περίπου 5% του ΑΕΠ θα μπορούσε να πλησιάσει το 17% του ΑΕΠ.
Οι προβολές που έβλεπαν το 2001
Η διαφορά είναι τεράστια. Στο βασικό σενάριο της εποχής, το ελληνικό ασφαλιστικό θα κατανάλωνε το 2050 σχεδόν ένα στα τέσσερα ευρώ του ΑΕΠ. Η αύξηση των 12,2 ποσοστιαίων μονάδων ήταν η μεγαλύτερη από όλες τις χώρες της ΕΕ που περιλαμβάνονταν στην ανάλυση.
Το 2001 υπήρχε κάτι που χάθηκε αργότερα: χρόνος
Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης Γιαννίτση. Η Ελλάδα το 2001 δεν βρισκόταν σε κρίση χρηματοδότησης.
- Δεν υπήρχε Τρόικα.
- Δεν υπήρχαν Μνημόνια.
- Δεν υπήρχε ανάγκη να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα μέσα σε μερικούς μήνες.
Μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση μπορούσε επομένως να εφαρμοστεί σταδιακά, σε βάθος ετών. Οι αλλαγές στα όρια ηλικίας μπορούσαν να γίνουν προοδευτικά. Ο τρόπος υπολογισμού μπορούσε να μεταβληθεί κυρίως για μελλοντικά χρόνια ασφάλισης. Οι ασφαλισμένοι θα είχαν μεγαλύτερο χρόνο προσαρμογής. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή πολλές από τις αλλαγές που θεωρήθηκαν πολιτικά εξαιρετικά δύσκολες το 2001 εφαρμόστηκαν τελικά μετά το 2010.
Μόνο που τότε η χώρα δεν είχε πλέον χρόνο.
Τι συνέβη τελικά
Κατά τη δεκαετία που ακολούθησε, το δημοσιονομικό βάρος του ασφαλιστικού αυξήθηκε σημαντικά.
Η μεταγενέστερη ανάλυση του ΔΝΤ δείχνει ότι η αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών στην Ελλάδα μεταξύ 2001 και 2010 ήταν η μεγαλύτερη σε σχετικούς όρους μεταξύ των συγκρινόμενων χωρών της Ευρωζώνης. Οι παράγοντες περιλάμβαναν την ταχεία αύξηση των ονομαστικών συντάξεων, τα υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης και τις δυνατότητες πρόωρης συνταξιοδότησης.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό.
Το ασφαλιστικό το 2010
Αυτός ο αριθμός είναι κρίσιμος. Δεν σημαίνει ότι το ασφαλιστικό "προκάλεσε" την ελληνική κρίση. Δείχνει όμως το μέγεθος της δημοσιονομικής πίεσης που είχε συσσωρευτεί.
Και το κράτος δεν ξόδευε περισσότερο μόνο στις συντάξεις
Εδώ πρέπει να αποφύγουμε μια πολύ εύκολη αλλά λανθασμένη ερμηνεία. Η δημοσιονομική εκτροπή της δεκαετίας του 2000 δεν ήταν αποκλειστικά ασφαλιστική. Τα συνολικά δημόσια έσοδα ήταν 40,9% του ΑΕΠ το 2001 και μόλις 38,0% το 2009. Την ίδια περίοδο, οι συνολικές δαπάνες αυξήθηκαν από 45,3% σε 53,8% του ΑΕΠ. Οι μισθολογικές δαπάνες αυξήθηκαν επίσης, ενώ οι κοινωνικές παροχές ανέβηκαν από 15,4% σε 21,1% του ΑΕΠ.
Πώς άλλαξαν τα δημόσια οικονομικά
Άρα ακόμη και μια επιτυχημένη ασφαλιστική μεταρρύθμιση δεν θα εξαφάνιζε τις υπόλοιπες ανισορροπίες. Και αυτό είναι απαραίτητο για το οικονομικό πείραμα που ακολουθεί.
Τι θα είχε συμβεί αν είχε περάσει ο Γιαννίτσης;
Από εδώ και πέρα εγκαταλείπουμε την καταγραφή της πραγματικής ιστορίας και περνάμε στην ανάλυση ενός υποθετικού εναλλακτικού σεναρίου. Δεν γνωρίζουμε πόσο ακριβώς θα περιόριζε τις δαπάνες η αρχική μεταρρύθμιση Γιαννίτση. Επομένως δεν θα της αποδώσουμε αυθαίρετα ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Θα χρησιμοποιήσουμε δύο σενάρια ευαισθησίας.
Τα δύο σενάρια του Greece2Day
Η δεύτερη υπόθεση είναι εξίσου σημαντική. Θεωρούμε ότι τα χρήματα που εξοικονομούνται δεν δαπανώνται αλλού αλλά μειώνουν τον δανεισμό. Στην πραγματικότητα αυτό κάθε άλλο παρά βέβαιο θα ήταν.
Πόσο θα μπορούσε να είχε μειωθεί η δαπάνη;
Για το μοντέλο χρησιμοποιούμε ως τάξη μεγέθους την πολύ μεγάλη αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά τη δεκαετία του 2000 και εξετάζουμε τι θα συνέβαινε εάν η μεταρρύθμιση συγκρατούσε σταδιακά το 25% ή το 50% της πρόσθετης επιβάρυνσης. Στο τέλος της περιόδου η διαφορά θα μπορούσε να είναι περίπου η εξής:
Υποθετική επίδραση στη συνταξιοδοτική δαπάνη
Και εδώ αρχίζει να φαίνεται η τάξη μεγέθους. Με ΑΕΠ κοντά στα €235–240 δισ. λίγο πριν από την κρίση, 1,25% του ΑΕΠ αντιστοιχεί περίπου σε €3 δισ. ετησίως, ενώ 2,5% αντιστοιχεί περίπου σε €6 δισ. Όχι αρκετά για να λύσουν όλα τα προβλήματα της Ελλάδας. Αλλά κάθε άλλο παρά αμελητέα ποσά.
Η σωρευτική επίδραση είναι πολύ μεγαλύτερη
Το ασφαλιστικό έχει μια ιδιαιτερότητα. Εάν μια μεταρρύθμιση εξοικονομήσει €1 δισ. το 2004, το όφελος δεν εξαφανίζεται στο τέλος του έτους. Το Δημόσιο χρειάζεται να δανειστεί €1 δισ. λιγότερο. Άρα το χρέος του 2005 είναι μικρότερο. Και εφόσον το χρέος είναι μικρότερο, πληρώνει λιγότερους τόκους. Οι χαμηλότεροι τόκοι μειώνουν ξανά τον δανεισμό. Έτσι δημιουργείται ένα μικρό αλλά σωρευτικό αντίστροφο φαινόμενο χιονοστβάδας.
Στο δικό μας απλοποιημένο μοντέλο, όπου η επίδραση της μεταρρύθμισης αυξάνεται σταδιακά, προκύπτουν οι ακόλουθες τάξεις μεγέθους:
Εδώ αρχίζουμε να βλέπουμε γιατί η χρονική στιγμή μιας δημοσιονομικής μεταρρύθμισης έχει τόσο μεγάλη σημασία.
Και αν προσθέσουμε τους τόκους;
Μπορούμε να κάνουμε ένα ακόμη βήμα. Αν το κράτος είχε δανειστεί λιγότερο όλα αυτά τα χρόνια, δεν θα πλήρωνε τόκους πάνω σε αυτό το χρέος. Για λόγους απλοποίησης χρησιμοποιούμε μια ενδεικτική μέση ονομαστική επιβάρυνση 4,5% πάνω στο χρέος που θα είχε αποφευχθεί. Δεν πρόκειται για ιστορική απόδοση συγκεκριμένου ελληνικού ομολόγου. Είναι τεχνική υπόθεση του μοντέλου για να εκτιμηθεί η δεύτερη τάξη επίδρασης.
Άμεση εξοικονόμηση + τόκοι
Και τώρα φτάνουμε στο ερώτημα που έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Με πόσο χρέος θα έμπαινε η Ελλάδα στην κρίση;
Αν χρησιμοποιήσουμε ως κοινή βάση ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 126%-127% του ΑΕΠ για το 2009 και αφαιρέσουμε αποκλειστικά την επίδραση που δίνει το μοντέλο μας, το αποτέλεσμα αλλάζει αισθητά.
Το υποθετικό χρέος του 2009
Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο εύρημα ολόκληρης της άσκησης. Ακόμη και στο αρκετά ισχυρό σενάριο του 50%, η Ελλάδα δεν θα γινόταν ξαφνικά χώρα χαμηλού χρέους. Θα έμπαινε στην κρίση με χρέος περίπου 114% του ΑΕΠ αντί περίπου 127%. Πολύ καλύτερα. Αλλά όχι χωρίς πρόβλημα.
Θα είχε λοιπόν αποφευχθεί το Μνημόνιο;
Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε - και τα δεδομένα δεν επιτρέπουν να αποδώσουμε μια τόσο σύνθετη εξέλιξη σε μία μόνο μεταρρύθμιση. Η ελληνική κρίση δεν ήταν απλώς κρίση του ασφαλιστικού. Υπήρχαν μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, προβλήματα φορολογικών εσόδων, αυξανόμενες δημόσιες δαπάνες, απώλεια ανταγωνιστικότητας, μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα και ήδη υψηλό δημόσιο χρέος. Τα στοιχεία του 2009 είναι αρκετά για να το αποδείξουν.
Οι συνολικές δημόσιες δαπάνες είχαν φτάσει το 53,8% του ΑΕΠ, ενώ τα έσοδα είχαν πέσει στο 38%. Άρα η μεταρρύθμιση Γιαννίτση από μόνη της δεν θα εξαφάνιζε το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα. Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι διαφορετικό: Με τι οικονομία θα έμπαινε η Ελλάδα στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση;
Και εδώ το εναλακτικό σενάριο γίνεται ουσιαστικό. Με μικρότερη συνταξιοδοτική δαπάνη, μικρότερα ελλείμματα, λιγότερο συσσωρευμένο χρέος και χαμηλότερες μελλοντικές ασφαλιστικές υποχρεώσεις, η χώρα θα βρισκόταν - όλα τα άλλα ίσα - σε καλύτερη δημοσιονομική αφετηρία. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό θα ήταν αρκετό για να αλλάξει την τελική έκβαση.
Γνωρίζουμε όμως ότι θα άλλαζε τις αρχικές συνθήκες.
Υπάρχει και ένας παράγοντας που το μοντέλο μας δεν μετρά
Το δημόσιο χρέος δεν αξιολογείται μόνο με βάση το σημερινό του ύψος. Οι επενδυτές ενδιαφέρονται και για τη μελλοντική τροχιά του. Και αυτό ήταν ακριβώς το πρόβλημα που είχαν εντοπίσει οι διεθνείς οργανισμοί πολλά χρόνια πριν από την κρίση. Το ΔΝΤ προειδοποιούσε ήδη το 2001-2002 ότι χωρίς αλλαγές η αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε μη βιώσιμη δυναμική χρέους είτε σε εκτόπιση άλλων δημόσιων δαπανών είτε σε μεγάλες αυξήσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.
Μια αξιόπιστη μεταρρύθμιση από το 2001 θα μπορούσε επομένως να αλλάξει όχι μόνο το χρέος που εμφανιζόταν στους λογαριασμούς του κράτους αλλά και τις προσδοκίες για το μελλοντικό χρέος. Αυτό όμως δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί αξιόπιστα και γι' αυτό δεν το ενσωματώνουμε στο αριθμητικό μας αποτέλεσμα.
Η ιστορική ειρωνεία: το 2010 κάναμε πολύ περισσότερα
Η πιο παράδοξη πλευρά της ιστορίας είναι ότι η Ελλάδα τελικά δεν απέφυγε τη μεταρρύθμιση. Απλώς τη μετέθεσε. Το 2010 το ΔΝΤ περιέγραφε πλέον το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα ως μη βιώσιμο και επείγον προς μεταρρύθμιση. Η τότε μεταρρύθμιση προέβλεπε, μεταξύ άλλων, μείωση του μέσου ετήσιου συντελεστή συσσώρευσης συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, υπολογισμό των παροχών με βάση τις αποδοχές ολόκληρου του εργασιακού βίου αντί λίγων ετών, περιορισμό των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, εξίσωση του κανονικού ορίου ηλικίας στα 65 και σύνδεσή του με το προσδόκιμο ζωής.
Και η διαφορά είναι θεμελιώδης.
- Το 2001 η Ελλάδα μπορούσε να αλλάξει το ασφαλιστικό ενώ η οικονομία αναπτυσσόταν.
- Το 2010 αναγκάστηκε να το αλλάξει ενώ η οικονομία κατέρρεε.
Το παράδοξο των συνταξιούχων
Αυτό δημιουργεί και μια ενδιαφέρουσα οικονομική αντίφαση. Η αντίσταση σε μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση γίνεται συνήθως για να προστατευθούν υφιστάμενα ή προσδοκώμενα συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Αλλά η αναβολή μιας αναγκαίας προσαρμογής μπορεί τελικά να απαιτήσει πολύ απότομες αλλαγές αργότερα, όταν το κράτος έχει χάσει τη δυνατότητα να επιλέξει τον χρόνο και τον ρυθμό εφαρμογής. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι κάθε συνταξιούχος θα ήταν καλύτερα με το σχέδιο Γιαννίτση. Οι επιπτώσεις διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με ηλικία, ταμείο, επάγγελμα και ασφαλιστικό ιστορικό.
Σε επίπεδο συστήματος, όμως, η διαφορά ανάμεσα σε μια προληπτική και μια αναγκαστική μεταρρύθμιση είναι μεγάλη.
- Η πρώτη μπορεί να απλωθεί σε δεκαετίες.
- Η δεύτερη πρέπει να αποδώσει δημοσιονομικά αποτελέσματα σχεδόν αμέσως.
Τι μας λέει τελικά το data experiment
Ας συγκεντρώσουμε τα αποτελέσματα.
Η ανάλυση των εναλλακτικών σεναρίων της μεταρρύθμισης Γιαννίτση
Και ίσως ο πιο ενδιαφέρων αριθμός δεν είναι ούτε τα €30,6 δισ. ούτε το 113,9%. Είναι το 7,3% του ΑΕΠ. Τόσο υπολογιζόταν το έλλειμμα του συνταξιοδοτικού συστήματος το 2010. Αυτό δείχνει πόσο μεγάλο είχε γίνει μέσα σε μία δεκαετία ένα πρόβλημα που ήταν ήδη γνωστό όταν ξεκίνησε η συζήτηση του 2001.
Τι δεν μας λένε οι αριθμοί
Υπάρχει όμως ένας σοβαρός περιορισμός σε ολόκληρη την ανάλυση. Το μοντέλο μας υποθέτει ότι κάθε ευρώ που θα εξοικονομούσε το ασφαλιστικό θα πήγαινε στη μείωση του ελλείμματος και του χρέους. Αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο. Μια κυβέρνηση θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μέρος της εξοικονόμησης για:
- μειώσεις φόρων,
- αυξήσεις άλλων κοινωνικών δαπανών,
- μισθολογικές παροχές,
- δημόσιες επενδύσεις
- ή οποιαδήποτε άλλη δημοσιονομική επιλογή.
Σε μια τέτοια περίπτωση, το ασφαλιστικό θα ήταν περισσότερο βιώσιμο αλλά η μείωση του δημόσιου χρέους θα ήταν μικρότερη από αυτή που δείχνει το μοντέλο. Υπάρχει και η αντίθετη πιθανότητα. Μια επιτυχημένη ασφαλιστική μεταρρύθμιση θα μπορούσε να αυξήσει την απασχόληση μεγαλύτερων ηλικιών, να επηρεάσει την οικονομική ανάπτυξη, τις ασφαλιστικές εισφορές και την εμπιστοσύνη των αγορών.
Δεν επιχειρούμε να ενσωματώσουμε καμία από αυτές τις δευτερογενείς επιδράσεις. Γι' αυτό το αποτέλεσμα πρέπει να διαβαστεί ως δημοσιονομική ανάλυση ευαισθησίας και όχι ως πρόβλεψη μιας εναλλακτικής Ελλάδας.
Το πραγματικό μάθημα του 2001
Η υπόθεση Γιαννίτση είναι τελικά κάτι μεγαλύτερο από μια συζήτηση για το ασφαλιστικό. Είναι μια περίπτωση του κόστους της αναβολής. Στην πολιτική οικονομία υπάρχει ένα μόνιμο πρόβλημα: το κόστος μιας μεταρρύθμισης είναι συχνά άμεσο και ορατό, ενώ το όφελος βρίσκεται πολλά χρόνια στο μέλλον.
Όσοι θεωρούν ότι χάνουν από τη μεταρρύθμιση γνωρίζουν σήμερα τι διακυβεύεται. Οι άνθρωποι που θα ωφεληθούν από ένα περισσότερο βιώσιμο σύστημα μπορεί να είναι οι εργαζόμενοι και οι φορολογούμενοι των επόμενων δεκαετιών. Το 2001 πολλοί από αυτούς ήταν ακόμη παιδιά.
Και κάποιοι δεν είχαν ακόμη γεννηθεί.
Η Ελλάδα δεν απέφυγε τη μεταρρύθμιση
Κοιτάζοντας την ιστορία από το 2026, το δίλημμα αποδεικνύεται διαφορετικό από εκείνο που φαινόταν το 2001. Η πραγματική επιλογή δεν ήταν: μεταρρύθμιση ή καμία μεταρρύθμιση.
Ήταν περισσότερο: σταδιακή μεταρρύθμιση όταν υπήρχε χρόνος ή πολύ σκληρότερη προσαρμογή όταν ο χρόνος θα είχε τελειώσει.
Η Ελλάδα τελικά μεταρρύθμισε το ασφαλιστικό της. Αλλά το έκανε όταν είχε ήδη ξεσπάσει η μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής ιστορίας της. Το δικό μας counterfactual δεν αποδεικνύει ότι η μεταρρύθμιση Γιαννίτση θα είχε αποτρέψει την κρίση ή τα Μνημόνια. Δείχνει όμως κάτι πολύ πιο μετρήσιμο. Υπό ένα συντηρητικό σενάριο, η χώρα θα μπορούσε να είχε μπει στο 2009 με περίπου €15 δισ. λιγότερο χρέος. Υπό ένα πολύ ισχυρότερο σενάριο, η διαφορά θα μπορούσε να ξεπερνά τα €30 δισ. Και το χρέος θα μπορούσε, στο συγκεκριμένο μοντέλο, να βρίσκεται περίπου στο 114%-120% του ΑΕΠ αντί περίπου 127%.
Δεν θα ήταν μια Ελλάδα χωρίς δημοσιονομικό πρόβλημα. Θα ήταν όμως μια Ελλάδα που θα ξεκινούσε την κρίση από διαφορετικό σημείο. Και αυτό ίσως οδηγεί στο πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα της ιστορίας: Η Ελλάδα δεν απέφυγε τελικά τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού. Απέφυγε τη μεταρρύθμιση όταν ακόμη είχε την πολυτέλεια να την κάνει σταδιακά.
Add comment
Comments