Μπορεί μια κυβέρνηση που δεν σχηματίζεται να αυξήσει το κόστος δανεισμού μιας ολόκληρης χώρας; Στη Ρουμανία, η ερώτηση δεν είναι πλέον θεωρητική.

Από τον Ίκαρο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα συναντά μια οικονομία με μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, αυξανόμενες ανάγκες δανεισμού και πιστοληπτική αξιολόγηση που βρίσκεται επικίνδυνα κοντά στη μη επενδυτική βαθμίδα.
Και κάπου ανάμεσα στην πολιτική διαπραγμάτευση του Βουκουρεστίου και στις αίθουσες συναλλαγών του Λονδίνου και της Φρανκφούρτης υπάρχει ένας αριθμός που αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία: πόσο επιτόκιο πρέπει να πληρώνει η Ρουμανία για να βρει κάποιον πρόθυμο να της δανείσει χρήματα;
Η περίπτωση της χώρας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επειδή καταρρίπτει μια συνηθισμένη παρανόηση. Η Ρουμανία δεν διαθέτει δημόσιο χρέος αντίστοιχο της Ελλάδας ή της Ιταλίας. Ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα. Κι όμως οι αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης ανησυχούν. Γιατί;
Επειδή στις αγορές ομολόγων δεν έχει σημασία μόνο πόσο χρέος έχεις ήδη. Έχει σημασία και πόσο γρήγορα δημιουργείς καινούργιο.
Το πρόβλημα δεν αρχίζει από το χρέος
Για να καταλάβουμε τη ρουμανική περίπτωση πρέπει πρώτα να ξεχωρίσουμε δύο έννοιες που συχνά συγχέονται. Το δημόσιο χρέος είναι το συσσωρευμένο ποσό που οφείλει το κράτος. Το δημοσιονομικό έλλειμμα είναι η νέα τρύπα που δημιουργείται κάθε χρόνο όταν οι κρατικές δαπάνες υπερβαίνουν τα έσοδα.
Μια χώρα μπορεί επομένως να ξεκινά με σχετικά χαμηλό χρέος αλλά να βρίσκεται σε επικίνδυνη πορεία εάν εμφανίζει επί σειρά ετών μεγάλα ελλείμματα. Αυτό είναι το πρόβλημα της Ρουμανίας. Η χώρα μπήκε στη σημερινή περίοδο με δημόσιο χρέος πολύ χαμηλότερο από εκείνο πολλών κρατών της Ευρωζώνης.
Αλλά τα τελευταία χρόνια τα δημοσιονομικά ελλείμματα παρέμειναν εξαιρετικά υψηλά. Κάθε έλλειμμα πρέπει να χρηματοδοτηθεί. Και συνήθως χρηματοδοτείται με νέο δανεισμό.
Άρα ένα μεγάλο έλλειμμα οδηγεί σε περισσότερα νέα ομόλογα, που σημαίνει περισσότερο χρέος και προφανώς μεγαλύτερες δαπάνες τόκων. Εάν αυτό συνεχιστεί για αρκετά χρόνια, μια χώρα που ξεκίνησε με διαχειρίσιμο χρέος μπορεί να βρεθεί πολύ γρήγορα σε διαφορετική θέση.
Γιατί οι αγορές κοιτάζουν το Βουκουρέστι
Η πολιτική αστάθεια γίνεται οικονομικό πρόβλημα όταν αρχίζει να εμποδίζει τη δημοσιονομική πολιτική. Ένα κράτος με μεγάλο έλλειμμα πρέπει να πείσει τους επενδυτές ότι διαθέτει αξιόπιστο σχέδιο περιορισμού του. Αυτό συνήθως σημαίνει έναν δύσκολο συνδυασμό περιορισμού δαπανών, αύξησης ορισμένων φορολογικών εσόδων, μεταρρυθμίσεων και αρκετής οικονομικής ανάπτυξης ώστε η προσαρμογή να μην οδηγήσει σε ύφεση.
Όλα αυτά απαιτούν κυβέρνηση με κοινοβουλευτική στήριξη. Εάν όμως η κυβέρνηση δεν μπορεί να σχηματιστεί ή η πολιτική της επιβίωση είναι συνεχώς αμφίβολη, ο επενδυτής αρχίζει να αναρωτιέται: ποιος ακριβώς θα εφαρμόσει το δημοσιονομικό πρόγραμμα;
Και κυρίως: θα εξακολουθήσει να το εφαρμόζει όταν αρχίσουν οι κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις;
Αυτή είναι η σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική κρίση και στην αγορά ομολόγων.
Τι φοβάται ένας οίκος αξιολόγησης;
Ένας οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης δεν βαθμολογεί εάν του αρέσει ή όχι μια κυβέρνηση. Προσπαθεί να αξιολογήσει την ικανότητα και την προθυμία ενός κράτους να εξυπηρετεί κανονικά τις οικονομικές του υποχρεώσεις. Για τον σκοπό αυτό εξετάζει, μεταξύ άλλων:
- το δημόσιο χρέος,
- το δημοσιονομικό έλλειμμα,
- την οικονομική ανάπτυξη,
- τις δαπάνες τόκων,
- την εξωτερική θέση της χώρας,
- την ποιότητα των θεσμών,
- τη σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής,
- και την ικανότητα της κυβέρνησης να εφαρμόσει όσα έχει δεσμευθεί ότι θα κάνει.
Εδώ ακριβώς η πολιτική αστάθεια μετατρέπεται σε πιστωτικό κίνδυνο. Όχι επειδή μια χώρα χωρίς κυβέρνηση παύει αυτομάτως να πληρώνει τα ομόλογά της. Αλλά επειδή αυξάνεται η αβεβαιότητα γύρω από την οικονομική πολιτική των επόμενων ετών.
Γιατί η επενδυτική βαθμίδα έχει τόσο μεγάλη σημασία;
Η διάκριση ανάμεσα στην επενδυτική και στη μη επενδυτική βαθμίδα μπορεί να φαίνεται σαν τεχνικό ζήτημα. Δεν είναι. Πολλά μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια λειτουργούν με αυστηρούς κανόνες σχετικά με το είδος των ομολόγων που επιτρέπεται να κατέχουν. Συνταξιοδοτικά ταμεία.
Ασφαλιστικές εταιρείες. Αμοιβαία κεφάλαια. Θεσμικά χαρτοφυλάκια.
Ορισμένα από αυτά μπορούν να επενδύουν μόνο ή κυρίως σε τίτλους επενδυτικής βαθμίδας. Εάν ένα κρατικό ομόλογο υποβαθμιστεί κάτω από αυτό το όριο, μέρος των επενδυτών μπορεί να χρειαστεί να μειώσει ή να εκκαθαρίσει τις θέσεις του.
Όχι επειδή ξαφνικά θεωρεί ότι η χώρα θα χρεοκοπήσει. Αλλά επειδή οι κανονισμοί του χαρτοφυλακίου δεν του επιτρέπουν πλέον να κρατά τον τίτλο.
Έτσι μια υποβάθμιση μπορεί να προκαλέσει ακριβότερο νέο δανεισμό. Και αυτό ακριβώς θέλει να αποφύγει η Ρουμανία.
Η αγορά δεν περιμένει πάντα την υποβάθμιση
Υπάρχει όμως ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές δεν περιμένουν συνήθως τον οίκο αξιολόγησης για να αποφασίσουν τι πιστεύουν. Εάν οι επενδυτές θεωρούν ότι αυξάνεται η πιθανότητα υποβάθμισης, μπορούν να αρχίσουν να πουλούν νωρίτερα.
Έτσι το κόστος δανεισμού αυξάνεται πριν ακόμη αλλάξει επισήμως η αξιολόγηση. Αυτό εξηγεί γιατί οι αποδόσεις των ομολόγων λειτουργούν συχνά σαν καθημερινό δημοψήφισμα εμπιστοσύνης στην οικονομική πολιτική μιας χώρας. Ο οίκος αξιολόγησης δημοσιεύει την απόφασή του μερικές φορές τον χρόνο.
Η αγορά ψηφίζει κάθε δευτερόλεπτο.
Πόσο κοστίζει μια μονάδα επιτοκίου;
Εδώ η συζήτηση γίνεται πολύ συγκεκριμένη. Ας υποθέσουμε ότι μια κυβέρνηση χρειάζεται να δανειστεί €20 δισ. Με επιτόκιο 4%, το ετήσιο κόστος τόκων για αυτόν τον νέο δανεισμό είναι περίπου: €800 εκατ. Εάν η πολιτική αβεβαιότητα και ο αυξημένος κίνδυνος ανεβάσουν το απαιτούμενο επιτόκιο στο 5%, το κόστος γίνεται €1 δισ. Διαφορά: €200 εκατ κάθε χρόνο. Και αυτό μόνο για τα συγκεκριμένα €20 δισ.
Όταν μια χώρα πρέπει να δανείζεται συνεχώς για να καλύπτει ελλείμματα και να αναχρηματοδοτεί παλιότερο χρέος, η διαφορά συσσωρεύεται. Έτσι οι μονάδες βάσης που εμφανίζονται στις οθόνες των επενδυτών μετατρέπονται τελικά σε πραγματικές δημόσιες δαπάνες.
Χρήματα που διαφορετικά θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν υποδομές, υγεία, εκπαίδευση ή μειώσεις φόρων καταλήγουν στην εξυπηρέτηση του χρέους.
Το παράδοξο: Γιατί μια χώρα με λιγότερο χρέος μπορεί να πληρώνει περισσότερο;
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον μάθημα της ρουμανικής περίπτωσης. Θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει: πώς είναι δυνατόν η Ρουμανία, με πολύ χαμηλότερο λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ από την Ελλάδα ή την Ιταλία, να αντιμετωπίζει τόσο έντονη πίεση;
Επειδή η αγορά δεν κοιτάζει μόνο έναν αριθμό. Η σύνθεση του χρέους έχει σημασία. Η διάρκεια έχει σημασία. Το νόμισμα έχει σημασία. Η επενδυτική βάση έχει σημασία. Οι χρηματοδοτικές ανάγκες έχουν σημασία.
Και κυρίως έχει σημασία η κατεύθυνση.
Μια χώρα μπορεί να έχει υψηλό χρέος αλλά να εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα και να μειώνει σταδιακά τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Μια άλλη μπορεί να έχει χαμηλότερο χρέος αλλά πολύ μεγάλα ελλείμματα που το αυξάνουν γρήγορα.
Για τον επενδυτή η ερώτηση δεν είναι μόνο: "Πού βρίσκεσαι σήμερα;" Είναι επίσης: "Πού θα βρίσκεσαι σε πέντε χρόνια;"
Και εδώ εμφανίζεται η Ελλάδα
Η σύγκριση με την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα διδακτική, αλλά χρειάζεται προσοχή. Το ελληνικό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει πολύ υψηλότερο από το ρουμανικό.
Ωστόσο μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους έχει ιδιαίτερα μεγάλη μέση διάρκεια και σημαντικό τμήμα του βρίσκεται στα χέρια επίσημων ευρωπαϊκών πιστωτών με όρους που διαφέρουν από τον συνηθισμένο βραχυπρόθεσμο δανεισμό της αγοράς.
Παράλληλα, η Ελλάδα έχει επιστρέψει σε πρωτογενή πλεονάσματα και ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει κινηθεί πτωτικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ελληνικό χρέος παύει να αποτελεί σημαντικό μακροπρόθεσμο περιορισμό.
Δείχνει όμως γιατί δύο χώρες δεν μπορούν να συγκρίνονται απλώς κοιτάζοντας τη στήλη "χρέος προς ΑΕΠ". Το κρίσιμο ερώτημα έχει να κάνε με το πόσο πρέπει να δανειστείς από την αγορά, πότε πρέπει να το κάνεις και με τι κόστος;
Η Ρουμανία έχει και ένα δεύτερο πρόβλημα
Το δημοσιονομικό έλλειμμα δεν υπάρχει σε κενό. Η χώρα πρέπει παράλληλα να χρηματοδοτήσει επενδύσεις, υποδομές, άμυνα και κοινωνικές δαπάνες. Ταυτόχρονα, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται υπό πίεση να επαναφέρει τα δημόσια οικονομικά της σε πιο βιώσιμη πορεία.
Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια δύσκολη πολιτική εξίσωση. Εάν προχωρήσει γρήγορα σε δημοσιονομική προσαρμογή, μπορεί να προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις και να επιβραδύνει την οικονομία.
Εάν κινηθεί πολύ αργά, κινδυνεύει να χάσει την εμπιστοσύνη των αγορών και των οίκων αξιολόγησης. Και εάν η πολιτική αστάθεια εμποδίσει οποιαδήποτε απόφαση, το κόστος μπορεί να εμφανιστεί πρώτα στα ομόλογα.
Ο φαύλος κύκλος που πρέπει να αποφευχθεί
Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η δημοσιονομική κατάσταση μπορεί να αρχίσει να αυτοτροφοδοτείται.
Η αλυσίδα είναι απλή. Η πολιτική αβεβαιότητα δημιουργεί αμφιβολία για τη δημοσιονομική προσαρμογή, αυτή με τη σειρά της υψηλότερη απόδοση των ομολόγων, μεγαλύτερες δαπάνες τόκων μεγαλύτερη πίεση στον προϋπολογισμό, ανάγκη για περισσότερη προσαρμογή, άρα μεγαλύτερο πολιτικό κόστος.
Δεν σημαίνει ότι η Ρουμανία έχει ήδη μπει σε αυτόν τον κύκλο. Σημαίνει ότι οι αγορές παρακολουθούν εάν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί. Και γι’ αυτό η πολιτική σταθερότητα αποκτά οικονομική αξία.
Υπάρχει όμως και ένας μεγάλος αποσβεστήρας: η Ευρωπαϊκή Ένωση
Η Ρουμανία δεν βρίσκεται μόνη της. Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σημαντικό οικονομικό πλεονέκτημα. Η χώρα έχει πρόσβαση σε ευρωπαϊκούς πόρους που μπορούν να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις χωρίς να αυξάνουν στον ίδιο βαθμό την ανάγκη για νέο δανεισμό από τις αγορές.
Τα ευρωπαϊκά κονδύλια μπορούν επίσης να αυξήσουν την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας.
Υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι να βελτιώσεις τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Να περιορίσεις το χρέος. Ή να μεγαλώσεις το ΑΕΠ. Η καλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή είναι εκείνη που επιτυγχάνει και τα δύο χωρίς να καταστρέφει την ανάπτυξη.
Γι’ αυτό η αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με τις περικοπές ή τις αυξήσεις φόρων.
Η υποβάθμιση δεν σημαίνει χρεοκοπία
Χρειάζεται εδώ μια σημαντική διευκρίνιση. Ακόμη και αν μια χώρα χάσει την επενδυτική βαθμίδα, αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκεται στα πρόθυρα χρεοκοπίας. Υπάρχουν πολλές χώρες που δανείζονται κανονικά από τις αγορές χωρίς επενδυτική βαθμίδα. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως:
- στο μέγεθος της επενδυτικής βάσης,
- στο απαιτούμενο ασφάλιστρο κινδύνου,
- στη μεταβλητότητα,
- και στο πόσο ευάλωτη γίνεται μια χώρα όταν το διεθνές περιβάλλον χειροτερεύει.
Όταν τα παγκόσμια επιτόκια είναι χαμηλά και υπάρχει άφθονη ρευστότητα, οι επενδυτές αναζητούν αποδόσεις και είναι περισσότερο πρόθυμοι να αναλάβουν κίνδυνο. Όταν όμως τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα προσφέρουν υψηλές αποδόσεις, ο ανταγωνισμός για τα κεφάλαια γίνεται πολύ σκληρότερος.
Τότε ένας επενδυτής μπορεί να ρωτήσει: "Γιατί να αναλάβω ρουμανικό κίνδυνο εάν μπορώ να πάρω ελκυστική απόδοση από έναν ασφαλέστερο τίτλο;
Και η Ρουμανία πρέπει να απαντήσει προσφέροντας υψηλότερη απόδοση.
Από την πολιτική αίθουσα στην τιμή του ομολόγου
Αυτό είναι τελικά το σημαντικότερο μάθημα της ρουμανικής ιστορίας. Η πολιτική αστάθεια δεν έχει από μόνη της χρηματιστηριακή τιμή. Δεν υπάρχει στην οθόνη ένας δείκτης που να γράφει: "κυβερνητική κρίση: 3,7". Η αγορά όμως βρίσκει τρόπο να την τιμολογήσει. Τη μετατρέπει σε υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου. Σε μεγαλύτερη απόδοση ομολόγων. Σε ακριβότερο δανεισμό.
Και τελικά σε μεγαλύτερες δαπάνες τόκων για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Έτσι μια πολιτική διαπραγμάτευση που φαίνεται να αφορά υπουργεία, κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και κομματικές ισορροπίες μπορεί να καταλήξει να επηρεάζει το ποσό που πληρώνει ο φορολογούμενος για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη ερώτηση για τη Ρουμανία σήμερα. Όχι απλώς ποιος θα κυβερνήσει.
Αλλά πόσο θα κοστίσει μέχρι να υπάρξει κυβέρνηση που μπορεί να πείσει τις αγορές ότι το δημοσιονομικό σχέδιο θα εφαρμοστεί.


Add comment
Comments