Σαν σήμερα: Θεσσαλονίκη, 26 Οκτωβρίου 1912 - Η πόλη περνά στον ελληνικό στρατό

Published on October 26, 2026 at 11:18 AM

Σαν σήμερα, στις 26 Οκτωβρίου 1912, υπογράφηκε η παράδοση της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό στρατό. Η εξέλιξη σφράγισε μια στρατιωτική επιτυχία, αλλά ανέδειξε και τη βαθιά διαφωνία ανάμεσα στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τον αρχιστράτηγο διάδοχο Κωνσταντίνο.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day 

Η Θεσσαλονίκη δεν ήταν απλώς ένας ακόμη σταθμός της ελληνικής προέλασης στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Ήταν το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Μακεδονίας, σημαντικό λιμάνι και κόμβος εμπορίου, σιδηροδρόμων και διοίκησης. Η κατοχή της θα καθόριζε όχι μόνο την πορεία του πολέμου, αλλά και τη μελλοντική ισορροπία ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία.

Στις 26 Οκτωβρίου 1912, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Δημητρίου, ο Οθωμανός διοικητής Χασάν Ταχσίν πασάς υπέγραψε το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στους Έλληνες. Η ελληνική στρατιωτική είσοδος ακολούθησε σταδιακά, ενώ ο διάδοχος Κωνσταντίνος μπήκε στη Θεσσαλονίκη στις 28 Οκτωβρίου. Η διάκριση είναι ουσιαστική: η 26η Οκτωβρίου σηματοδοτεί την παράδοση, όχι την πανηγυρική είσοδο του αρχιστρατήγου.

Ο στρατηγικός αγώνας δρόμου

Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος άρχισε τον Οκτώβριο του 1912. Η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο επιτέθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, επιδιώκοντας να επεκτείνουν τα εδάφη τους στη Μακεδονία και στα Βαλκάνια. Η συμμαχία είχε κοινό αντίπαλο, όχι όμως ενιαίο σχέδιο για το ποιος θα έλεγχε τις περιοχές που θα κατακτούνταν. Η ελληνική Στρατιά Θεσσαλίας προχώρησε βόρεια μετά τις νίκες στο Σαραντάπορο και στα Γιαννιτσά. Η μάχη των Γιαννιτσών, στις 19 και 20 Οκτωβρίου, άνοιξε τον δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα, βουλγαρικές δυνάμεις πλησίαζαν από βορειότερη κατεύθυνση. Η πόλη είχε λοιπόν μετατραπεί σε στόχο ενός αγώνα δρόμου μεταξύ των δύο συμμάχων.

Για την Αθήνα, το διακύβευμα ήταν σαφές: αν η Θεσσαλονίκη καταλαμβανόταν από τον βουλγαρικό στρατό, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο για την Ελλάδα να διεκδικήσει στη συνέχεια τον έλεγχο μιας πόλης με τόσο μεγάλη στρατηγική και οικονομική αξία.

Η διαφωνία Βενιζέλου–Κωνσταντίνου

Η σύγκρουση για την κατεύθυνση της ελληνικής προέλασης έφερε αντιμέτωπους τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τον διάδοχο Κωνσταντίνο, αρχιστράτηγο του ελληνικού στρατού. Ο Κωνσταντίνος έδινε προτεραιότητα στη συνέχιση της στρατιωτικής προέλασης προς το Μοναστήρι, σημερινή Μπίτολα στη Βόρεια Μακεδονία. Η πορεία προς τα εκεί είχε στρατιωτική λογική, καθώς στόχευε στην εξουδετέρωση οθωμανικών δυνάμεων και στην περαιτέρω προώθηση στο μακεδονικό μέτωπο. Ο Βενιζέλος, όμως, αντιμετώπιζε το ζήτημα κυρίως με πολιτικούς και γεωστρατηγικούς όρους: η Θεσσαλονίκη έπρεπε να καταληφθεί πριν φθάσουν οι Βούλγαροι.

Ακολούθησε έντονη ανταλλαγή τηλεγραφημάτων. Ο πρωθυπουργός επέμενε ότι πολιτικοί λόγοι ύψιστης σημασίας επέβαλλαν την άμεση κατάληψη της πόλης. Ο Κωνσταντίνος διαφωνούσε με την αλλαγή της πορείας του στρατού. Η πίεση της κυβέρνησης, σε συνδυασμό με την ταχύτητα των εξελίξεων στο πεδίο, οδήγησε τελικά τον ελληνικό στρατό προς τη Θεσσαλονίκη. Η αντιπαράθεση δεν ήταν απλώς προσωπική. Αντανακλούσε δύο διαφορετικές οπτικές για τον πόλεμο: από τη μια, την επιχειρησιακή κρίση του αρχιστρατήγου για τις κινήσεις του στρατού· από την άλλη, την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης να εξασφαλίσει την πόλη που θεωρούσε καθοριστική για τα ελληνικά συμφέροντα. Η έκβαση δικαίωσε τη στρατηγική επιμονή του Βενιζέλου ως προς την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι στρατιωτικοί υπολογισμοί του Κωνσταντίνου ήταν αβάσιμοι.

Η ένταση μεταξύ των δύο ανδρών προανήγγειλε τις βαθύτερες πολιτικές ρήξεις που θα ακολουθούσαν. Τα επόμενα χρόνια, η διαφωνία τους για τη στάση της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα εξελισσόταν στον Εθνικό Διχασμό, με σοβαρές συνέπειες για τη χώρα. Η αντιπαράθεση του 1912 δεν ταυτίζεται με εκείνη τη μεταγενέστερη κρίση, δείχνει όμως πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνονταν ο Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος τη σχέση στρατιωτικής στρατηγικής και πολιτικής απόφασης.

Η παράδοση της πόλης

Στις 25 Οκτωβρίου, ελληνικά στρατεύματα βρίσκονταν έξω από τη Θεσσαλονίκη. Ο Χασάν Ταχσίν πασάς εκτίμησε ότι η συνέχιση της άμυνας θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη καταστροφή και άρχισε διαπραγματεύσεις με την ελληνική πλευρά. Οι εκπρόσωποι του ελληνικού στρατηγείου, ο αντισυνταγματάρχης Βίκτωρ Δούσμανης και ο λοχαγός Ιωάννης Μεταξάς, συναντήθηκαν με τον Οθωμανό διοικητή. Το πρωτόκολλο υπογράφηκε στις 11 το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου. Η Θεσσαλονίκη παραδιδόταν στον ελληνικό στρατό μέχρι την τελική σύναψη ειρήνης.

Οι όροι προέβλεπαν την παράδοση των όπλων από τους Οθωμανούς στρατιώτες και τη συγκέντρωσή τους σε στρατόπεδα. Οι αξιωματικοί μπορούσαν να διατηρήσουν τα ξίφη τους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα στρέφονταν εναντίον του ελληνικού στρατού και των συμμάχων του όσο διαρκούσε ο πόλεμος. Σύμφωνα με την ιστορική καταγραφή του Γενικού Επιτελείου Στρατού, παραδόθηκαν περίπου 25.000 στρατιώτες και 1.000 αξιωματικοί, καθώς και πυροβόλα, πολυβόλα, ίπποι και άλλο στρατιωτικό υλικό.

Η παράδοση έγινε χωρίς να προηγηθεί καταστροφική μάχη μέσα στην πόλη. Αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους και τις υποδομές της. Η επιτυχία, ωστόσο, δεν έλυνε τις διαφορές με τη Βουλγαρία. Η παρουσία βουλγαρικών μονάδων στη Θεσσαλονίκη τις επόμενες ημέρες ανέδειξε την εύθραυστη φύση της συμμαχίας και την αντιπαράθεση για τον έλεγχο της Μακεδονίας.

Μια πολυεθνική πόλη

Η Θεσσαλονίκη του 1912 δεν ήταν μια ομοιογενής ελληνική πόλη. Ήταν μια πολυεθνική, πολυγλωσσική και πολυθρησκευτική μητρόπολη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με κοινότητες που είχαν διαφορετικές γλώσσες, θρησκείες, θεσμούς και δεσμούς με την ευρύτερη περιοχή.

Οι αριθμοί διαφέρουν ανάλογα με την πηγή, τη χρονιά και τις κατηγορίες που χρησιμοποιούνται. Μία συχνά αναφερόμενη καταγραφή για την πόλη γύρω από την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος υπολογίζει τον πληθυσμό περίπου στους 157.900 κατοίκους: περίπου 61.400 Εβραίους, 45.900 μουσουλμάνους, 40.000 Έλληνες και 10.600 κατοίκους άλλων εθνικών ή θρησκευτικών ομάδων. Τα στοιχεία αυτά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απολύτως αδιαμφισβήτητη απογραφή του 1912· οι τότε καταγραφές δεν ταξινομούσαν πάντοτε τον πληθυσμό με τον ίδιο τρόπο. Δείχνουν, ωστόσο, καθαρά την πολυμορφία της πόλης και το γεγονός ότι καμία κοινότητα δεν μπορούσε να ταυτιστεί με το σύνολο της Θεσσαλονίκης.

Η εβραϊκή κοινότητα, με βαθιές ρίζες στην πόλη και σημαντική παρουσία Σεφαραδιτών που είχαν φτάσει μετά την εκδίωξή τους από την Ιβηρική Χερσόνησο στα τέλη του 15ου αιώνα, ήταν η μεγαλύτερη. Πολλοί Εβραίοι της Θεσσαλονίκης μιλούσαν λαντίνο, μια γλώσσα που διατηρούσε στοιχεία της ισπανικής των Σεφαραδιτών. Η πόλη είχε αποκτήσει διεθνή φήμη ως σημαντικό κέντρο του σεφαραδίτικου εβραϊσμού. Σημαντική ήταν και η μουσουλμανική κοινότητα, στην οποία περιλαμβάνονταν τουρκόφωνοι, αλβανόφωνοι και άλλοι πληθυσμοί της οθωμανικής κοινωνίας. Παράλληλα ζούσαν στην πόλη Έλληνες ορθόδοξοι, Βούλγαροι, Ρομά, Ντονμέδες - μια κοινότητα εβραϊκής καταγωγής που είχε ασπαστεί τον ισλαμισμό - και μικρότερες ομάδες εμπόρων και υπηκόων ευρωπαϊκών κρατών.

Οι κατηγορίες "Έλληνες", "Τούρκοι" ή "Βούλγαροι" δεν αποτύπωναν πάντοτε απλές και αδιαμφισβήτητες ταυτότητες. Στην ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία, η θρησκευτική κοινότητα, η γλώσσα, η πολιτική ταυτότητα και η υπηκοότητα δεν συνέπιπταν αναγκαστικά. Γι’ αυτό και οι δημογραφικοί πίνακες πρέπει να διαβάζονται με προσοχή: συχνά καταγράφουν διαφορετικά πράγματα και εξυπηρετούν διαφορετικές πολιτικές ή διοικητικές ανάγκες.

Η πολυμορφία της Θεσσαλονίκης δεν ήταν μόνο δημογραφικό στοιχείο. Αποτυπωνόταν στην καθημερινή ζωή, στις αγορές, στα σχολεία, στους τόπους λατρείας, στις γλώσσες του δρόμου και στις εμπορικές διασυνδέσεις της πόλης. Το λιμάνι και οι σιδηρόδρομοι συνέδεαν τη Θεσσαλονίκη με τα Βαλκάνια, την Κωνσταντινούπολη και την Κεντρική Ευρώπη. Η πόλη λειτουργούσε ως εμπορική πύλη και ως διοικητικό κέντρο μιας μεγάλης οθωμανικής περιφέρειας.

Από την οθωμανική στη νέα κρατική πραγματικότητα

Η παράδοση του 1912 έθεσε τη Θεσσαλονίκη υπό ελληνικό στρατιωτικό έλεγχο, αλλά η διεθνής κατοχύρωση της νέας κατάστασης ήρθε αργότερα. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, τον Αύγουστο του 1913, η Θεσσαλονίκη και άλλες σημαντικές πόλεις της Μακεδονίας ενσωματώθηκαν επίσημα στο ελληνικό κράτος. Η αλλαγή κυριαρχίας δεν μετέτρεψε αμέσως την πόλη σε ομοιογενή ελληνική κοινωνία. Οι κοινότητες συνέχισαν να συνυπάρχουν, ενώ σταδιακά νέες κρατικές πολιτικές, η μετανάστευση, οι πόλεμοι και οι πληθυσμιακές μετακινήσεις άλλαξαν τη σύνθεση και τον χαρακτήρα της. Καθοριστική τομή υπήρξε η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1923, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οποία οδήγησε στην αποχώρηση μεγάλου μέρους του μουσουλμανικού πληθυσμού και στην εγκατάσταση προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη.

Άξια αναφοράς η πυρκαγιά του 1917, που κατέστρεψε μεγάλο μέρος του ιστορικού κέντρου και οδήγησε σε εκτεταμένο πολεοδομικό ανασχεδιασμό, και η ναζιστική κατοχή, κατά την οποία σχεδόν ολόκληρη η εβραϊκή κοινότητα εκτοπίστηκε και εξοντώθηκε. Αυτές οι μεταγενέστερες τραγωδίες άλλαξαν ριζικά την πληθυσμιακή και αστική φυσιογνωμία της πόλης. Η Θεσσαλονίκη του 1912, με τις πολλές κοινότητες και γλώσσες, δεν υπάρχει πια με την ίδια μορφή.

Η σημασία της 26ης Οκτωβρίου

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης υπήρξε μια από τις καθοριστικές επιτυχίες της Ελλάδας στους Βαλκανικούς Πολέμους. Η κατάληψη της πόλης εξασφάλισε ένα κομβικό λιμάνι και ενίσχυσε την ελληνική θέση στη Μακεδονία. Ταυτόχρονα, η υπόθεση φανέρωσε πόσο στενά συνδέονταν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις με τις πολιτικές αποφάσεις και τον ανταγωνισμό μεταξύ των συμμάχων. Η διαφωνία Βενιζέλου–Κωνσταντίνου δεν ήταν μια απλή προσωπική φιλονικία. Ήταν σύγκρουση ανάμεσα στην πολιτική ανάγκη να εξασφαλιστεί εγκαίρως η Θεσσαλονίκη και στη στρατιωτική εκτίμηση για την κατεύθυνση της εκστρατείας. Η έκβασή της επηρέασε την πορεία του πολέμου και άφησε ένα πρώτο ίχνος της βαθύτερης ρήξης που θα ακολουθούσε.

Και η ίδια η πόλη υπενθυμίζει ότι η ιστορία της δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο ως αλλαγή συνόρων. Το 1912 η Θεσσαλονίκη ήταν μια σύνθετη οθωμανική μητρόπολη, όπου συνυπήρχαν κοινότητες με διαφορετικές μνήμες και προοπτικές. Η 26η Οκτωβρίου σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας πολιτικής εποχής - και μιας μακράς μεταμόρφωσης της πόλης.

Add comment

Comments

There are no comments yet.