FT Vs Guardian: Χρειάζεται η Βρετανία (και η Ευρώπη) αλυσοπρίονο;

Published on October 25, 2026 at 10:00 PM

Δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν σήμερα στους Financial Times και στον Guardian παρουσιάζουν εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις για το οικονομικό μέλλον της Βρετανίας. 

Από τον Κέλσο | Συντακτική ομάδα Greece2Day 

Δύο διαφορετικές συνταγές για την ίδια οικονομική ασθένεια

Τρεις ημέρες πριν από την παρουσίαση του βρετανικού προϋπολογισμού, στις 28 Οκτωβρίου, η συζήτηση για την οικονομική πολιτική στο Ηνωμένο Βασίλειο αποκτά ιδιαίτερη ένταση. Η βρετανική οικονομία αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα που δεν λύνεται εύκολα με τις παραδοσιακές επιλογές της δημοσιονομικής πολιτικής.

Η παραγωγικότητα έχει αυξηθεί με χαμηλούς ρυθμούς μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Οι επενδύσεις παραμένουν ανεπαρκείς, το κόστος κατασκευής κατοικιών και υποδομών είναι υψηλό και οι δημοσιονομικές πιέσεις περιορίζουν τη δυνατότητα του κράτους να στηρίξει την οικονομία. Την ίδια στιγμή, οι πολίτες ζητούν καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες, μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη και περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι Financial Times δημοσίευσαν στις 25 Οκτωβρίου άρθρο γνώμης με τίτλο Britain needs 'chainsaw economics', προτείνοντας μια τολμηρή αναδιάρθρωση του φορολογικού, ασφαλιστικού και ρυθμιστικού συστήματος. Η αναφορά στο αλυσοπρίονο παραπέμπει στην πολιτική εικόνα του προέδρου της Αργεντινής Χαβιέρ Μιλέι, ο οποίος το χρησιμοποίησε ως σύμβολο της πρόθεσής του να περιορίσει δραστικά το κράτος.

Την ίδια ημέρα, η οικονομική αρθρογράφος Heather Stewart υποστήριξε στον Guardian ότι η εμμονή στην κατάργηση της γραφειοκρατίας αποτελεί μια υπεραπλουστευμένη προσέγγιση, η οποία αγνοεί τη σημασία των κανόνων για τη λειτουργία των αγορών.

Οι δύο προσεγγίσεις διαφέρουν ως προς τη διάγνωση και τη θεραπεία. Για τη μία, η υπερβολική κρατική παρέμβαση αποτελεί βασική αιτία της οικονομικής στασιμότητας. Για την άλλη, το πρόβλημα δεν είναι αναγκαστικά η ύπαρξη πολλών κανόνων, αλλά η ποιότητα, η συνοχή και η αποτελεσματικότητά τους.

Και οι δύο αναλύσεις συμφωνούν εμμέσως σε κάτι ουσιαστικό: η σημερινή οικονομική οργάνωση της Βρετανίας δεν παράγει την ανάπτυξη που χρειάζεται η χώρα.

Οι αριθμοί αποτυπώνουν το μέγεθος της πρόκλησης. Η κυβέρνηση προσπαθεί να εξοικονομήσει εκατοντάδες εκατομμύρια λίρες μέσω διοικητικών αλλαγών, ενώ το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ενδέχεται να φθάσει σε επίπεδα πολλών δεκάδων δισεκατομμυρίων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η απλοποίηση των διαδικασιών είναι ασήμαντη. Σημαίνει ότι, από μόνη της, δεν επαρκεί για να μεταβάλει ουσιαστικά τη μακροοικονομική πορεία της χώρας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι θεσμικές αλλαγές μπορούν να κινητοποιήσουν νέες παραγωγικές επενδύσεις και να αυξήσουν μόνιμα την παραγωγικότητα.

Η πρόταση των Financial Times: Οικονομική πολιτική με «αλυσοπρίονο»

Η ανάλυση των Financial Times ξεκινά από την εκτίμηση ότι η βρετανική οικονομία έχει παγιδευτεί σε δύο αλληλοτροφοδοτούμενους φαύλους κύκλους. Ο πρώτος αφορά τα δημόσια οικονομικά. Η γήρανση του πληθυσμού, η αυξανόμενη ανάγκη για κοινωνικές υπηρεσίες, οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ενισχύουν τις πιέσεις στον προϋπολογισμό.

Οι κυβερνήσεις απαντούν συχνά με αυξήσεις φόρων ή περιορισμό άλλων δαπανών. Όμως οι υψηλότεροι φόροι, όταν επηρεάζουν δυσμενώς την εργασία και τις επενδύσεις, μπορούν να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα. Η ασθενέστερη ανάπτυξη δυσκολεύει με τη σειρά της τη σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους.

Ο δεύτερος φαύλος κύκλος αφορά τη συσσώρευση ρυθμίσεων και κρατικών παρεμβάσεων. Με την πάροδο των δεκαετιών, οι φορολογικές εξαιρέσεις, οι επιδοτήσεις, οι ειδικές ρυθμίσεις και οι περίπλοκες διαδικασίες αδειοδότησης δημιουργούν ένα σύστημα το οποίο γίνεται ολοένα δυσκολότερο να μεταρρυθμιστεί. Κάθε αλλαγή παράγει ομάδες που κερδίζουν και ομάδες που χάνουν.

Οι πολιτικές κυβερνήσεις, φοβούμενες το βραχυχρόνιο εκλογικό κόστος, επιλέγουν συχνά μικρές διορθώσεις αντί για συνολική αναδιάρθρωση. Το αποτέλεσμα, κατά τους Financial Times, είναι μια οικονομία στην οποία οι περιορισμοί στην εργασία, στο κεφάλαιο, στη γη και στην ενέργεια εμποδίζουν την αύξηση της παραγωγικότητας.

Η εφημερίδα υποστηρίζει ότι η Βρετανία χρειάζεται μια συντονισμένη μεταρρύθμιση, αντί για διαδοχικά αποσπασματικά μέτρα.

Τι θα σήμαινε στην πράξη μια βρετανική εκδοχή του Μιλέι;

Η πρόταση δεν περιορίζεται σε γενικόλογες εκκλήσεις για λιγότερο κράτος. Περιλαμβάνει συγκεκριμένες αλλαγές.

1. Ριζική αναμόρφωση της φορολογίας

Μία από τις σημαντικότερες προτάσεις αφορά τη φορολογία ακινήτων. Σήμερα, οι συναλλαγές ακινήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο επιβαρύνονται με φόρους μεταβίβασης, ενώ η τοπική φορολογία βασίζεται σε ένα διαφορετικό σύστημα αποτίμησης της περιουσίας.

Οι Financial Times προτείνουν την αντικατάσταση του φόρου μεταβίβασης και του council tax από έναν αναλογικό φόρο επί της αξίας των ακινήτων, σχεδιασμένο ώστε συνολικά να μην μειωθούν τα φορολογικά έσοδα. Η οικονομική λογική είναι ότι ένας υψηλός φόρος συναλλαγής αποθαρρύνει τη μετακίνηση των νοικοκυριών.

Ένας εργαζόμενος μπορεί να διστάζει να μετακομίσει κοντά σε μια καλύτερα αμειβόμενη θέση εργασίας εάν η αγορά νέας κατοικίας συνεπάγεται μεγάλο φορολογικό κόστος. Αντίστοιχα, ηλικιωμένα νοικοκυριά μπορεί να παραμένουν σε κατοικίες μεγαλύτερες από τις ανάγκες τους, επειδή η μετακόμιση είναι ακριβή.

Ένας περισσότερο ουδέτερος φόρος κατοχής θα μπορούσε θεωρητικά να περιορίσει αυτές τις στρεβλώσεις. Ωστόσο, θα δημιουργούσε και νέους πολιτικούς προβληματισμούς: νοικοκυριά με μεγάλη ακίνητη περιουσία αλλά χαμηλό τρέχον εισόδημα ενδέχεται να αντιμετωπίσουν υψηλότερες ετήσιες υποχρεώσεις.

Η μεταρρύθμιση θα χρειαζόταν επομένως μεταβατικές ρυθμίσεις και ειδική προστασία για περιπτώσεις πραγματικής αδυναμίας πληρωμής.

2. Φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις

Η δεύτερη κατεύθυνση αφορά το παραγωγικό κεφάλαιο. Οι Financial Times προτείνουν την κατάργηση του φόρου μεταβίβασης μετοχών, την ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις και την επέκταση της δυνατότητας άμεσης φορολογικής έκπτωσης επενδυτικών δαπανών.

Η θεωρητική βάση είναι ότι η αύξηση του αποθέματος παραγωγικού κεφαλαίου ανά εργαζόμενο μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα. Μια επιχείρηση που επενδύει σε αυτοματοποίηση, εξοπλισμό, λογισμικό και νέες εγκαταστάσεις μπορεί να αυξήσει την παραγωγή ανά ώρα εργασίας.

Όμως τα φορολογικά κίνητρα δεν αρκούν πάντοτε. Εάν η επιχείρηση δεν διαθέτει επαρκή ζήτηση, εξειδικευμένο προσωπικό, ηλεκτρική ισχύ ή πρόσβαση σε κατάλληλες εγκαταστάσεις, ακόμη και μια γενναιόδωρη φορολογική ελάφρυνση μπορεί να μην οδηγήσει σε επένδυση.

Γι' αυτό και το ζήτημα της παραγωγικότητας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις υποδομές.

3. Μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού και των κοινωνικών παροχών

Η πλέον πολιτικά ευαίσθητη πρόταση αφορά τις δημόσιες δαπάνες. Οι Financial Times εισηγούνται την κατάργηση του μηχανισμού triple lock στις κρατικές συντάξεις. Ο μηχανισμός αυτός προβλέπει ότι οι συντάξεις αυξάνονται με βάση το υψηλότερο από τρία μεγέθη: τον πληθωρισμό, την αύξηση των μισθών ή το 2,5%.

Η εφημερίδα προτείνει τη σύνδεση των αυξήσεων με την πορεία των μισθών. Παράλληλα, ζητά αυστηρότερα κριτήρια πρόσβασης σε ορισμένα επιδόματα αναπηρίας και ενίσχυση της πρακτικής υποστήριξης των δικαιούχων. Η επιχειρηματολογία βασίζεται στη μακροχρόνια δημοσιονομική βιωσιμότητα.

Όμως υπάρχει μια σημαντική κοινωνική διάσταση. Οι συντάξεις και οι παροχές αναπηρίας δεν είναι απλώς λογιστικές κατηγορίες του προϋπολογισμού. Αποτελούν βασική πηγή εισοδήματος για εκατομμύρια πολίτες. Η μείωσή τους μπορεί να βελτιώσει το δημοσιονομικό ισοζύγιο, αλλά μπορεί επίσης να αυξήσει τη φτώχεια και να περιορίσει την κατανάλωση ευάλωτων νοικοκυριών.

Η αξιολόγηση μιας τέτοιας μεταρρύθμισης απαιτεί συνεπώς τόσο δημοσιονομική όσο και κοινωνική ανάλυση.

4. Διεύρυνση της φορολογικής βάσης του ΦΠΑ

Μια άλλη πρόταση αφορά την κατάργηση φορολογικών εξαιρέσεων. Οι Financial Times υποστηρίζουν ότι οι εξαιρέσεις και οι ειδικές μεταχειρίσεις του βρετανικού ΦΠΑ αντιστοιχούν σε περίπου 70 δισ. λίρες ετησίως. Προτείνουν τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, ενδεχομένως σε συνδυασμό με χαμηλότερο βασικό συντελεστή.

Η οικονομική λογική είναι ότι ένας φόρος με ευρύτερη βάση και χαμηλότερο συντελεστή μπορεί να προκαλεί λιγότερες στρεβλώσεις από έναν φόρο με πολλές εξαιρέσεις. Ωστόσο, οι εξαιρέσεις συχνά αφορούν αγαθά και υπηρεσίες με ιδιαίτερη σημασία για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Επομένως, η διεύρυνση της βάσης μπορεί να έχει αναδιανεμητικές συνέπειες.

Μια ουδέτερη ως προς τα συνολικά έσοδα μεταρρύθμιση δεν είναι υποχρεωτικά ουδέτερη για κάθε νοικοκυριό.


5. Απλούστευση των αδειοδοτήσεων και της πολεοδομίας

Ίσως η πιο ουσιαστική πρόταση για την παραγωγικότητα αφορά τις κατασκευές. Η Βρετανία αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες στην ανάπτυξη νέων κατοικιών, ενεργειακών έργων και υποδομών.

Οι Financial Times προτείνουν ένα περισσότερο προβλέψιμο σύστημα χωροταξικού σχεδιασμού, στο οποίο οι επενδύσεις σε προκαθορισμένες ζώνες θα μπορούν να προχωρούν με σαφείς κανόνες και λιγότερες διακριτικές εγκρίσεις.

Επιπλέον, ζητούν επιτάχυνση των συνδέσεων στο ηλεκτρικό δίκτυο και των αποφάσεων για μεγάλες υποδομές. Η συγκεκριμένη κατεύθυνση έχει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον. Μια επένδυση μπορεί να είναι αποδοτική στα χαρτιά αλλά να μην πραγματοποιείται επειδή η αδειοδότηση διαρκεί χρόνια.

Η αβεβαιότητα ως προς τον χρόνο ολοκλήρωσης αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης και μειώνει την καθαρή παρούσα αξία του έργου. Η βελτίωση της προβλεψιμότητας μπορεί επομένως να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με μια φορολογική ελάφρυνση.

Η αντίθετη άποψη του Guardian: Το πρόβλημα δεν είναι πάντα οι πολλοί κανόνες

Η Heather Stewart στον Guardian αμφισβητεί μια βασική παραδοχή της απορρυθμιστικής προσέγγισης: ότι η μείωση του αριθμού των κανόνων οδηγεί αυτομάτως σε μεγαλύτερη οικονομική αποτελεσματικότητα. Το επιχείρημά της αναπτύσσεται σε τέσσερις άξονες.

Πρώτον, οι αγορές δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά χωρίς ένα αξιόπιστο θεσμικό πλαίσιο. Οι κανόνες προστασίας των καταναλωτών, του ανταγωνισμού, της ασφάλειας των προϊόντων και των εργαζομένων δεν αποτελούν αναγκαστικά εμπόδια στην ανάπτυξη.

Αντίθετα, μπορούν να δημιουργούν εμπιστοσύνη και να μειώνουν το κόστος των συναλλαγών.

Δεύτερον, η ιδιωτικοποίηση δημόσιων υπηρεσιών δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε απλούστερο κράτος. Συχνά απαιτεί τη δημιουργία νέων εποπτικών μηχανισμών, επειδή οι ιδιωτικές επιχειρήσεις πρέπει να ελέγχονται ως προς τις τιμές, την ποιότητα των υπηρεσιών και την τήρηση των συμβάσεων.

Η βρετανική αγορά ύδρευσης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το σύνθετο καθεστώς εποπτείας των ιδιωτικοποιημένων εταιρειών δεν απέτρεψε σοβαρά προβλήματα στις υποδομές και στο περιβάλλον.

Τρίτον, η επιβολή ενός γενικού ποσοτικού στόχου για τη μείωση της γραφειοκρατίας μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες προτεραιότητες. Εάν μια κυβέρνηση απαιτεί από τις εποπτικές αρχές να περιορίσουν το διοικητικό βάρος κατά 25%, υπάρχει ο κίνδυνος να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο τρόπο περιττές διαδικασίες και ουσιαστικοί έλεγχοι.

Τέταρτον, οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν ανάγκη για καινούργιους κανόνες. Η τεχνητή νοημοσύνη, για παράδειγμα, θέτει ζητήματα ανταγωνισμού, προστασίας προσωπικών δεδομένων, διαφάνειας και ευθύνης. Η κατάργηση της εποπτείας δεν αποτελεί αναγκαστικά λύση σε αυτά τα προβλήματα.

Η κεντρική θέση της Stewart είναι ότι η ποιότητα των ρυθμίσεων έχει μεγαλύτερη σημασία από τον αριθμό τους.

Η κυβέρνηση Μπέρναμ επιλέγει ήδη μια ενδιάμεση οδό

Η αντιπαράθεση δεν είναι μόνο θεωρητική. Στις 23 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ και ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι ανακοίνωσαν νέα μέτρα απλούστευσης των διαδικασιών για τις επιχειρήσεις. Το πακέτο περιλαμβάνει αλλαγές στις εταιρικές υποχρεώσεις αναφοράς, στον τρόπο συμμετοχής μικρών επιχειρήσεων σε δημόσιους διαγωνισμούς και στις εισαγωγικές δασμολογικές ρυθμίσεις.

Σύμφωνα με το βρετανικό υπουργείο Οικονομικών, οι αλλαγές εκτιμάται ότι θα προσφέρουν συνολική ετήσια εξοικονόμηση σχεδόν 800 εκατ. λιρών. Από αυτά, περισσότερα από 600 εκατ. λίρες αφορούν περιορισμό διοικητικών επιβαρύνσεων και έως 155 εκατ. λίρες την παράταση αναστολής δασμών για περισσότερα από 250 προϊόντα.

Η κυβέρνηση διατηρεί επίσης τον στόχο μείωσης του διοικητικού βάρους των ρυθμίσεων κατά 25% έως το τέλος της κοινοβουλευτικής περιόδου. Η συγκεκριμένη προσέγγιση προσπαθεί να περιορίσει το κόστος συμμόρφωσης χωρίς να καταργήσει συνολικά το ρυθμιστικό πλαίσιο. Το αν θα πετύχει εξαρτάται από τις λεπτομέρειες εφαρμογής.

Ένα χρήσιμο παράδειγμα προέρχεται από τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Στις 22 Οκτωβρίου, η Τράπεζα της Αγγλίας ανακοίνωσε προτάσεις απλούστευσης του καθεστώτος ελέγχου και πιστοποίησης ανώτερων στελεχών χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (Senior Managers and Certification Regime).

Οι εποπτικές αρχές εκτιμούν ότι οι αλλαγές θα μπορούσαν να μειώσουν το κόστος συμμόρφωσης κατά περίπου 2 δισ. λίρες σε ορίζοντα δεκαετίας. Παράλληλα, δηλώνουν ότι θα διατηρηθούν οι απαιτήσεις προσωπικής λογοδοσίας και επαγγελματικής συμπεριφοράς. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση στην οποία η μείωση του διοικητικού κόστους μπορεί, τουλάχιστον ως σχεδιασμός, να συνδυαστεί με τη διατήρηση ουσιαστικής εποπτείας.

Τι πραγματικά εμποδίζει την ανάπτυξη; Πέντε διαφορετικά προβλήματα

Η οικονομική στασιμότητα δεν έχει μία μοναδική αιτία. Για να αξιολογηθεί η βρετανική περίπτωση, πρέπει να διαχωρίσουμε πέντε παράγοντες.

Η σημαντική παρατήρηση είναι ότι οι λύσεις δεν βρίσκονται όλες στην ίδια ιδεολογική κατεύθυνση. Η μείωση ενός περιττού φόρου μπορεί να ενισχύσει τις επενδύσεις. Η αύξηση των δημόσιων δαπανών για μια αποδοτική υποδομή μπορεί επίσης να ενισχύσει τις επενδύσεις. Η κατάργηση μιας άσκοπης διοικητικής διαδικασίας μπορεί να βελτιώσει τον ανταγωνισμό.

Αλλά και η ενίσχυση της αντιμονοπωλιακής εποπτείας μπορεί να έχει το ίδιο αποτέλεσμα.

Η ουσιαστική οικονομική διάκριση δεν είναι πάντοτε μεταξύ περισσότερου και λιγότερου κράτους, αλλά μεταξύ παραγωγικών και αντιπαραγωγικών παρεμβάσεων.

Το πρόβλημα των επενδύσεων: Γιατί η Βρετανία δεν μπορεί να αυξήσει εύκολα την παραγωγικότητα

Η μακροχρόνια ανάπτυξη εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τρεις παράγοντες: την εργασία, το παραγωγικό κεφάλαιο και τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής. Όταν οι επιχειρήσεις επενδύουν λιγότερο σε μηχανήματα, εξοπλισμό, τεχνολογία και εγκαταστάσεις, το διαθέσιμο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο αυξάνεται βραδύτερα.

Αυτό περιορίζει τις δυνατότητες αύξησης της παραγωγής και των πραγματικών μισθών. Οι Financial Times υπογραμμίζουν ότι η Βρετανία εμφανίζει τον χαμηλότερο λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ μεταξύ των χωρών του G7, με βάση τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η ανάλυσή τους. Η εικόνα συνδέεται με το υψηλό κόστος ενέργειας, τη δυσκολία κατασκευής νέων υποδομών και τη φορολογική αβεβαιότητα.

Ωστόσο, δεν αρκεί να ζητήσουμε περισσότερες επενδύσεις. Πρέπει να εξετάσουμε και την ποιότητά τους. Μια επένδυση σε υποδομές που μειώνει τον χρόνο μεταφοράς εμπορευμάτων μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα πολλών επιχειρήσεων. Αντίθετα, ένα ακριβό δημόσιο έργο με περιορισμένη οικονομική χρησιμότητα μπορεί να επιβαρύνει το δημόσιο χρέος χωρίς αντίστοιχη αναπτυξιακή απόδοση.

Το Institute for Fiscal Studies επισημαίνει ότι οι δημόσιες επενδύσεις μπορούν να ενθαρρύνουν πρόσθετες ιδιωτικές επενδύσεις, ιδίως όταν βελτιώνουν τις υποδομές μεταφορών ή στηρίζουν την έρευνα και την καινοτομία.

Αυτό αναδεικνύει μια σημαντική αδυναμία της απόλυτης αντιπαράθεσης μεταξύ κράτους και αγοράς. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν λειτουργούν ανεξάρτητα από τις δημόσιες υποδομές. Και οι δημόσιες υποδομές δεν μπορούν να δημιουργήσουν ανάπτυξη εάν δεν υπάρχουν επιχειρήσεις πρόθυμες να τις αξιοποιήσουν.

Τι μπορούμε να μάθουμε από την Αργεντινή του Μιλέι;

Η αναφορά στον Χαβιέρ Μιλέι έχει ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα. Ο πρόεδρος της Αργεντινής επιχείρησε να αντιμετωπίσει μια βαθιά οικονομική κρίση μέσω αυστηρής δημοσιονομικής προσαρμογής, περιορισμού κρατικών δαπανών και αλλαγών στη λειτουργία των αγορών.

Ωστόσο, η σύγκριση με τη Βρετανία έχει σημαντικά όρια. Η Αργεντινή αντιμετώπιζε πολύ υψηλό πληθωρισμό, χρόνια νομισματική αστάθεια και επαναλαμβανόμενες κρίσεις εμπιστοσύνης. Η Βρετανία διαθέτει διαφορετικούς θεσμούς, βαθύτερες χρηματοπιστωτικές αγορές και νόμισμα με σημαντικό διεθνή ρόλο.

Επιπλέον, η κοινωνική και παραγωγική διάρθρωση των δύο οικονομιών διαφέρει ουσιαστικά. Συνεπώς, δεν είναι ασφαλές να συμπεράνουμε ότι μια πολιτική που επιτυγχάνει συγκεκριμένους στόχους στην Αργεντινή θα παράγει τα ίδια αποτελέσματα στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Η σημαντικότερη ιδέα που μπορεί να μεταφερθεί από τη συζήτηση γύρω από τον Μιλέι είναι η ανάγκη αντιμετώπισης χρόνιων στρεβλώσεων με συνεκτικό πρόγραμμα. Δεν συνεπάγεται ότι η βίαιη περικοπή δαπανών αποτελεί πάντοτε την καταλληλότερη επιλογή.

Το οικονομικό αποτέλεσμα εξαρτάται από την αρχική κατάσταση της χώρας, τη σειρά εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και την ικανότητα της κοινωνίας να απορροφήσει το μεταβατικό κόστος.

Το ελληνικό ενδιαφέρον: Η ίδια συζήτηση με διαφορετικά δεδομένα

Η αντιπαράθεση που διεξάγεται στη Βρετανία έχει άμεσο ενδιαφέρον για την Ελλάδα. Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει επίσης προβλήματα παραγωγικότητας, υψηλό κόστος ενέργειας για αρκετές επιχειρήσεις, δυσκολίες χρηματοδότησης και διοικητικές καθυστερήσεις.


Ταυτόχρονα, υπάρχουν σημαντικές ανάγκες για επενδύσεις σε μεταφορές, δίκτυα ενέργειας, εκπαίδευση, δικαιοσύνη και ψηφιακές υποδομές. Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή μπορεί να είναι απαραίτητη για τη σταθεροποίηση μιας οικονομίας, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει υψηλούς ρυθμούς παραγωγικότητας.

Αντίστοιχα, η αύξηση των δημόσιων δαπανών δεν εξασφαλίζει ανάπτυξη εάν οι πόροι δεν κατευθύνονται σε παραγωγικές δραστηριότητες.

Υπάρχουν τρία ιδιαίτερα χρήσιμα διδάγματα.

Πρώτον, η φορολογική απλοποίηση μπορεί να έχει μεγάλη σημασία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όχι μόνο λόγω των φορολογικών συντελεστών αλλά και λόγω του χρόνου και του κόστους συμμόρφωσης.

Δεύτερον, η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και η προβλεψιμότητα των αδειοδοτήσεων μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά τον επενδυτικό κίνδυνο.

Τρίτον, η ποιότητα της εποπτείας έχει σημασία για τον ανταγωνισμό και την εμπιστοσύνη στις αγορές.

Για την Ελλάδα, επομένως, το δίλημμα δεν πρέπει να περιοριστεί στην επιλογή ανάμεσα σε περισσότερη κρατική παρέμβαση και λιγότερη κρατική παρέμβαση. Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι ένα κράτος που να επιβάλλει σαφείς κανόνες, να παρέχει αποτελεσματικές υπηρεσίες και να μην εμποδίζει αδικαιολόγητα τις παραγωγικές επενδύσεις.

Ποια προσέγγιση έχει ισχυρότερη οικονομική βάση;

Η αντιπαράθεση μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Το ενδιαφέρον είναι ότι αρκετές από αυτές τις επιλογές δεν είναι πραγματικά ασύμβατες. Μια κυβέρνηση μπορεί να απλουστεύσει τη φορολογία και ταυτόχρονα να διατηρήσει προοδευτική κατανομή των φορολογικών βαρών. Μπορεί να επιταχύνει τις αδειοδοτήσεις χωρίς να καταργήσει ουσιαστικούς περιβαλλοντικούς ελέγχους.

Μπορεί να περιορίσει περιττές διοικητικές διαδικασίες και ταυτόχρονα να ενισχύσει την εποπτεία επιχειρήσεων με δεσπόζουσα θέση.

Η ουσιαστική πρόκληση είναι να εντοπιστούν οι παρεμβάσεις που αυξάνουν πραγματικά την παραγωγικότητα και όχι απλώς να μειωθεί ο αριθμός των νόμων ή το ύψος των κρατικών δαπανών.

Συμπέρασμα: Η Βρετανία δεν χρειάζεται απαραιτήτως ένα αλυσοπρίονο — χρειάζεται μια νέα οικονομική αρχιτεκτονική

Η σημερινή αντιπαράθεση των Financial Times και του Guardian είναι περισσότερο σημαντική από μια συνηθισμένη ιδεολογική διαφωνία. Αναδεικνύει την αδυναμία πολλών ευρωπαϊκών οικονομιών να αντιμετωπίσουν τη μακροχρόνια στασιμότητα.

Οι φορολογικές στρεβλώσεις, οι πολύπλοκες αδειοδοτήσεις και η χαμηλή αποτελεσματικότητα ορισμένων δημόσιων δαπανών πράγματι μπορούν να εμποδίσουν την ανάπτυξη. Αλλά η οικονομία δεν λειτουργεί καλύτερα απλώς επειδή καταργούνται κανόνες.

Χρειάζεται αποτελεσματικούς θεσμούς, αξιόπιστη εποπτεία, υποδομές και ανταγωνιστικές αγορές. Το σημαντικότερο ζήτημα είναι η δυνατότητα μιας κυβέρνησης να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις που δημιουργούν μακροχρόνια οικονομικά οφέλη, ακόμη και όταν συνεπάγονται βραχυχρόνιο πολιτικό κόστος.

Η Βρετανία αντιμετωπίζει αυτή την πρόκληση σε μια περίοδο περιορισμένων δημοσιονομικών περιθωρίων και αυξημένης κοινωνικής αβεβαιότητας. Ο προϋπολογισμός της 28ης Οκτωβρίου θα δείξει εάν η κυβέρνηση Μπέρναμ επιλέγει μια περισσότερο φιλόδοξη μεταρρυθμιστική στρατηγική ή μια σειρά σταδιακών διορθώσεων.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο κράτος χρειάζεται η οικονομία.

Είναι ποιο κράτος χρειάζεται: ένα κράτος που καταναλώνει πόρους και δημιουργεί εμπόδια ή ένα κράτος που διευκολύνει την παραγωγή, ενισχύει τον ανταγωνισμό και προσφέρει αξιόπιστες δημόσιες υπηρεσίες.

Και αυτό είναι ένα ερώτημα που αφορά όχι μόνο τη Βρετανία, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη.

Add comment

Comments

There are no comments yet.