Σαν σήμερα: 4 Νοεμβρίου 1980 - Η νίκη του Ρόναλντ Ρίγκαν - Το τέλος της κεϊνσιανής συναίνεσης και η επανάσταση της Reaganomics

Published on November 4, 2026 at 3:38 PM

Στις 4 Νοεμβρίου 1980, ο Ρόναλντ Ρίγκαν νίκησε τον Τζίμι Κάρτερ και άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην αμερικανική πολιτική οικονομία. Ο στασιμοπληθωρισμός, η ενεργειακή κρίση και η απογοήτευση από την οικονομική πολιτική της δεκαετίας του 1970 δημιούργησαν τις συνθήκες για μια βαθιά αλλαγή: φορολογικές μειώσεις, απορρύθμιση, περιορισμό της επιρροής των συνδικάτων και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις αγορές.

Από τον Ίκαρο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Στις 4 Νοεμβρίου 1980, οι Αμερικανοί προσήλθαν στις κάλπες έχοντας βιώσει μια δεκαετία οικονομικών αναταράξεων, πολιτικών απογοητεύσεων και υποχώρησης της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Το αποτέλεσμα υπήρξε καθοριστικό. Ο Ρεπουμπλικανός Ρόναλντ Ρίγκαν, πρώην κυβερνήτης της Καλιφόρνιας και παλαιότερα ηθοποιός του Χόλιγουντ, επικράτησε του εν ενεργεία Δημοκρατικού προέδρου Τζίμι Κάρτερ με μεγάλη διαφορά στο Εκλεκτορικό Κολέγιο. Η νίκη του δεν σηματοδότησε απλώς την εναλλαγή δύο κομμάτων στην εξουσία. Συνδέθηκε με μια σημαντική αναθεώρηση της οικονομικής φιλοσοφίας που είχε διαμορφωθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τη Μεγάλη Ύφεση και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Επί δεκαετίες, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε αναλάβει διευρυμένο ρόλο στη ρύθμιση της οικονομίας, στην κοινωνική προστασία και στη σταθεροποίηση της απασχόλησης. Ο Ρίγκαν υποστήριζε ότι το πρόβλημα της αμερικανικής οικονομίας δεν ήταν η ανεπαρκής κρατική παρέμβαση, αλλά η υπερβολική φορολογία, οι ρυθμιστικοί περιορισμοί και η αποδυνάμωση των κινήτρων για εργασία, αποταμίευση και επένδυση. Η εκλογή του έφερε στο προσκήνιο μια διαφορετική οικονομική ατζέντα. Για να κατανοήσουμε, όμως, γιατί οι Αμερικανοί επέλεξαν αυτή τη στροφή, πρέπει πρώτα να επιστρέψουμε στη δεκαετία του 1970.

Η δεκαετία που κλόνισε την οικονομική ορθοδοξία

Η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη των Ηνωμένων Πολιτειών είχε βασιστεί σε έναν συνδυασμό ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, αυξανόμενης παραγωγικότητας, ισχυρής καταναλωτικής ζήτησης και ενεργού μακροοικονομικής πολιτικής. Η επικρατούσα κεϊνσιανή προσέγγιση έδινε ιδιαίτερη έμφαση στη διαχείριση της συνολικής ζήτησης, με στόχο τη σταθεροποίηση της οικονομίας και τον περιορισμό της ανεργίας. Ωστόσο, η δεκαετία του 1970 έφερε μια δύσκολη πραγματικότητα: υψηλό πληθωρισμό σε συνδυασμό με ασθενική ανάπτυξη και αυξημένη ανεργία.

Το φαινόμενο ονομάστηκε στασιμοπληθωρισμός (stagflation). Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979 αύξησαν το κόστος ενέργειας και παραγωγής. Παράλληλα, η επιβράδυνση της παραγωγικότητας, οι μισθολογικές και τιμολογιακές πιέσεις και η προηγούμενη νομισματική πολιτική συνέβαλαν στη διατήρηση του πληθωρισμού. Το πρόβλημα ήταν ότι οι παραδοσιακές πολιτικές τόνωσης της ζήτησης μπορούσαν να επιδεινώσουν τον πληθωρισμό, χωρίς να εξαλείψουν τις διαταραχές από την πλευρά της προσφοράς. Η εμπειρία αυτή ενίσχυσε το ενδιαφέρον για τον μονεταρισμό του Μίλτον Φρίντμαν, τις θεωρίες των ορθολογικών προσδοκιών και την οικονομία της προσφοράς.

Η οικονομική συζήτηση άρχισε να μετατοπίζεται από το ερώτημα "πώς θα ενισχυθεί η ζήτηση;" προς το "πώς θα βελτιωθούν τα κίνητρα και η παραγωγική ικανότητα της οικονομίας;".

Η οικονομία του 1980: Πληθωρισμός, ανεργία και επιτόκια

Ο πληθωρισμός είχε διαβρώσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Τα υψηλά επιτόκια δυσκόλευαν τη χρηματοδότηση κατοικιών και επιχειρήσεων, ενώ η ύφεση του 1980 ενίσχυε την ανεργία. Ο Κάρτερ αντιμετώπιζε επιπλέον την κρίση των Αμερικανών ομήρων στο Ιράν και ένα γενικότερο κλίμα αμφισβήτησης της αμερικανικής ισχύος. Ο Ρίγκαν αξιοποίησε την οικονομική δυσαρέσκεια, παρουσιάζοντας την πολιτική του ως διέξοδο από τη στασιμότητα και τον πληθωρισμό. Η γνωστή ερώτησή του προς τους ψηφοφόρους - αν βρίσκονταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με τέσσερα χρόνια νωρίτερα - συμπύκνωνε τη βασική λογική της εκστρατείας του.

Το εκλογικό αποτέλεσμα: 489 εκλέκτορες έναντι 49

Προεδρικές εκλογές ΗΠΑ — 4 Νοεμβρίου 1980: 50,8% - Ρίγκαν και 41,0% - Κάρτερ

Ο Ρίγκαν επικράτησε σε 44 πολιτείες, ενώ ο Κάρτερ κέρδισε έξι πολιτείες και την Περιφέρεια της Κολούμπια. Η μεγάλη εκλογική διαφορά αντανακλούσε τη μεταβολή του πολιτικού κλίματος. Ωστόσο, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην οικονομία. Η κρίση των ομήρων στο Ιράν, η εξωτερική πολιτική, η υποψηφιότητα του ανεξάρτητου Τζον Άντερσον και η ικανότητα του Ρίγκαν να προσελκύσει παραδοσιακούς Δημοκρατικούς ψηφοφόρους συνέβαλαν επίσης. Η εκλογή σηματοδότησε την ανάδειξη ενός νέου συντηρητικού πολιτικού συνασπισμού, με ιδιαίτερη παρουσία στον αμερικανικό Νότο, στα προάστια και σε τμήματα της εργατικής τάξης.

Η Reaganomics: Τέσσερις βασικοί άξονες

Η οικονομική πολιτική που ακολούθησε ο Ρίγκαν μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Ιανουάριο του 1981, συνδέθηκε με τέσσερις βασικές κατευθύνσεις.

Μείωση των φορολογικών συντελεστών

Ο Economic Recovery Tax Act του 1981 προέβλεψε μεγάλες μειώσεις στον ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, με σταδιακή εφαρμογή. Ο ανώτατος οριακός συντελεστής μειώθηκε από 70% σε 50%, ενώ η φορολογική μεταρρύθμιση του 1986 τον περιόρισε τελικά στο 28%. Η λογική της οικονομίας της προσφοράς ήταν ότι οι χαμηλότεροι οριακοί φορολογικοί συντελεστές θα βελτίωναν τα κίνητρα για εργασία, επιχειρηματικότητα και επενδύσεις. Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η δυνατότητα μιας φορολογικής μείωσης να ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα και άλλο η υπόθεση ότι θα αυτοχρηματοδοτηθεί πλήρως μέσω υψηλότερων φορολογικών εσόδων.

Η δεύτερη υπόθεση δεν επιβεβαιώθηκε συνολικά στην περίπτωση της Reaganomics.

Περιορισμός των ρυθμιστικών παρεμβάσεων

Η κυβέρνηση Ρίγκαν επιδίωξε την ελάφρυνση των ρυθμιστικών βαρών για τις επιχειρήσεις. Η απορρύθμιση, πάντως, δεν ξεκίνησε το 1981. Σημαντικές πρωτοβουλίες στους κλάδους των αερομεταφορών και των μεταφορών είχαν ήδη δρομολογηθεί επί Κάρτερ. Ο Ρίγκαν ενίσχυσε τη φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία ο ανταγωνισμός και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις μπορούσαν, σε ορισμένους τομείς, να κατανέμουν αποτελεσματικότερα τους πόρους από τη λεπτομερή κρατική παρέμβαση.

Περιορισμός ορισμένων κοινωνικών δαπανών

Η κυβέρνηση επιδίωξε περικοπές σε επιλεγμένα εγχώρια προγράμματα, ιδιαίτερα σε ορισμένες κοινωνικές παροχές. Ωστόσο, η συνολική ομοσπονδιακή δαπάνη δεν μειώθηκε απόλυτα. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών και οι υποχρεωτικές δαπάνες διατήρησαν σημαντικό το μέγεθος του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.


Καταπολέμηση του πληθωρισμού

Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού υπήρξε κεντρική εξέλιξη της περιόδου, αλλά η βασική ευθύνη για τη νομισματική πολιτική ανήκε στην ανεξάρτητη Federal Reserve. Ο Πολ Βόλκερ είχε αναλάβει την προεδρία της Fed τον Αύγουστο του 1979, πριν από την εκλογή Ρίγκαν. Η αυστηρή νομισματική πολιτική του οδήγησε σε εξαιρετικά υψηλά επιτόκια και συνέβαλε στην ύφεση του 1981–1982, αλλά και στη σημαντική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. 

Ο Βόλκερ, η ύφεση και το κόστος της αποπληθωριστικής πολιτικής

Η οικονομική πολιτική της πρώτης περιόδου Ρίγκαν δεν μπορεί να αναλυθεί χωρίς τον Πολ Βόλκερ. Η Federal Reserve επέλεξε να αντιμετωπίσει τον υψηλό πληθωρισμό μέσω αυστηρότερων νομισματικών συνθηκών. Η αμερικανική οικονομία εισήλθε σε βαθιά ύφεση, με την ανεργία να κορυφώνεται στο 10,8% στα τέλη του 1982. Οι επιπτώσεις ήταν ιδιαίτερα σοβαρές στη βιομηχανία, στις κατασκευές και σε περιοχές που εξαρτώνταν από τη μεταποίηση. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, όμως, επέτρεψε σταδιακά τη μείωση των επιτοκίων και τη βελτίωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Από το 1983 ξεκίνησε ισχυρή οικονομική ανάκαμψη.

Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει ένα σημαντικό σημείο: η ανάκαμψη της δεκαετίας του 1980 δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις φορολογικές μειώσεις. Συνδέθηκε επίσης με τον νομισματικό κύκλο, την υποχώρηση του πληθωρισμού, τις δημοσιονομικές δαπάνες και την ανάκαμψη μετά από μια βαθιά ύφεση.

Η οικονομία επί Ρίγκαν: Ανάπτυξη, αλλά και μεγάλα ελλείμματα

Μετά την ύφεση του 1981–1982, η αμερικανική οικονομία κατέγραψε ισχυρή ανάκαμψη. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά περίπου 7% το 1984, ενώ η ανεργία υποχώρησε σταδιακά. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού βελτίωσε τις συνθήκες για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, η περίοδος συνοδεύτηκε από σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέους. Ο συνδυασμός φορολογικών μειώσεων, υψηλότερων αμυντικών δαπανών και οικονομικών διακυμάνσεων διεύρυνε τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Το ομοσπονδιακό έλλειμμα έφτασε περίπου στο 6% του ΑΕΠ το οικονομικό έτος 1983. Παράλληλα, το ομοσπονδιακό χρέος που κατείχε το κοινό αυξήθηκε σημαντικά ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά τη διάρκεια της προεδρίας Ρίγκαν.

Αυτό αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες αντιφάσεις της περιόδου. Μια κυβέρνηση που υποστήριζε τον περιορισμό του κράτους και τη δημοσιονομική πειθαρχία ακολούθησε πολιτικές που, στην πράξη, συνδυάστηκαν με μεγάλα ομοσπονδιακά ελλείμματα. Η ίδια η κυβέρνηση είχε αρχικά προβλέψει ότι οι μεταρρυθμίσεις θα επέτρεπαν την επιστροφή σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς έως τα μέσα της δεκαετίας. Οι προβλέψεις αυτές δεν επαληθεύτηκαν.

Το κοινωνικό αποτύπωμα της Reaganomics

Η οικονομική κληρονομιά του Ρίγκαν δεν περιορίζεται στους ρυθμούς ανάπτυξης και στον πληθωρισμό. Η περίοδος συνδέθηκε με μεταβολές στη φορολογική επιβάρυνση, στη διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων και στην κατανομή του εισοδήματος. Η σύγκρουση με τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας της PATCO το 1981 απέκτησε ιδιαίτερη συμβολική σημασία. Μετά την παράνομη απεργία τους, η κυβέρνηση απέλυσε χιλιάδες εργαζομένους που δεν επέστρεψαν στην εργασία τους. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε σημαντικό γεγονός στις σχέσεις κυβέρνησης και συνδικάτων.

Ρούζβελτ εναντίον Ρίγκαν: Δύο διαφορετικές απαντήσεις στις οικονομικές κρίσεις

Η ιστορική σύγκριση με τον Φράνκλιν Ρούζβελτ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Στις 3 Νοεμβρίου 1936, ο Ρούζβελτ επανεξελέγη με μια πολιτική ατζέντα που έδινε έμφαση στην επέκταση της ομοσπονδιακής ευθύνης για την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα.

Στις 4 Νοεμβρίου 1980, ο Ρίγκαν εξελέγη προβάλλοντας την ανάγκη μείωσης των φορολογικών και ρυθμιστικών εμποδίων στην ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα.

Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι οι δύο πρόεδροι αντιμετώπισαν τις ίδιες οικονομικές συνθήκες. Ο Ρούζβελτ κυβερνούσε σε περιβάλλον αποπληθωρισμού και κατάρρευσης της ζήτησης. Ο Ρίγκαν ανέλαβε την εξουσία σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού και προβλημάτων από την πλευρά της προσφοράς. Οι διαφορετικές οικονομικές συνθήκες επηρέασαν ουσιαστικά τις πολιτικές επιλογές και τα αποτελέσματά τους.

Η κληρονομιά της 4ης Νοεμβρίου 1980

Η εκλογή του Ρόναλντ Ρίγκαν αποτελεί ορόσημο της αμερικανικής πολιτικής ιστορίας, επειδή συνέβαλε στη μετατόπιση του οικονομικού διαλόγου προς τη φορολογική ανταγωνιστικότητα, τα κίνητρα των επιχειρήσεων και την αποτελεσματικότητα των αγορών. Η πολιτική του συνδέθηκε με ισχυρή ανάκαμψη μετά το 1982 και με μια περίοδο χαμηλότερου πληθωρισμού, αλλά και με μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα, αύξηση του δημόσιου χρέους και μεταβολές στην κατανομή του εισοδήματος. Δεν επρόκειτο για πλήρη κατάργηση του οικονομικού συστήματος που είχε δημιουργηθεί από το New Deal. Η κοινωνική ασφάλιση, η Federal Reserve και οι βασικοί χρηματοπιστωτικοί θεσμοί παρέμειναν.

Επρόκειτο περισσότερο για μια αλλαγή στις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής και στον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονταν τη σχέση κράτους και αγοράς. Η ιστορική σημασία της 4ης Νοεμβρίου 1980 βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μετατόπιση: από την έμφαση στη διαχείριση της ζήτησης και στην επέκταση της κρατικής προστασίας προς την έμφαση στα οικονομικά κίνητρα, στη νομισματική σταθερότητα και στη λειτουργία των αγορών.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε αυτές τις προσεγγίσεις εξακολουθεί να επηρεάζει τις συζητήσεις για τη φορολογία, το δημόσιο χρέος, τον πληθωρισμό και την οικονομική ανάπτυξη.

Add comment

Comments

There are no comments yet.