Πριν από 90 χρόνια, εν μέσω της Μεγάλης Ύφεσης, ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ επανεκλεγόταν πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών με μία από τις μεγαλύτερες εκλογικές νίκες στην αμερικανική ιστορία.

Από τον Δαίδαλο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Στις 3 Νοεμβρίου 1936, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι έδωσαν στον Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ μια συντριπτική εκλογική νίκη. Ο Δημοκρατικός πρόεδρος επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Άλφ Λάντον, κερδίζοντας 46 από τις 48 πολιτείες και 523 από τις 531 εκλεκτορικές ψήφους. Η επικράτησή του δεν αποτελούσε απλώς επιβεβαίωση της δημοτικότητας ενός προέδρου. Ήταν μια πολιτική αναμέτρηση γύρω από το μέλλον του αμερικανικού οικονομικού συστήματος. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όταν ο Ρούζβελτ είχε εκλεγεί για πρώτη φορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν στη δίνη της χειρότερης οικονομικής κρίσης της σύγχρονης ιστορίας τους. Τράπεζες κατέρρεαν, επιχειρήσεις έκλειναν, εκατομμύρια εργαζόμενοι έχαναν τις δουλειές τους και η εμπιστοσύνη στους οικονομικούς θεσμούς είχε κλονιστεί.
Το 1936, παρά το γεγονός ότι η οικονομία δεν είχε ακόμη επιστρέψει στην πλήρη απασχόληση, η κατάσταση είχε βελτιωθεί αισθητά. Κυρίως, όμως, είχε αλλάξει κάτι βαθύτερο: η αντίληψη για τον ρόλο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Το κράτος δεν αντιμετωπιζόταν πλέον αποκλειστικά ως εγγυητής της έννομης τάξης και των κανόνων της αγοράς. Αναλάμβανε ενεργό ρόλο στη σταθεροποίηση της οικονομίας, στην αντιμετώπιση της ανεργίας και στην κοινωνική προστασία. Αυτή ήταν η ουσία του New Deal.
Η Αμερική που κληρονόμησε ο Ρούζβελτ
Η κρίση που ακολούθησε το χρηματιστηριακό κραχ του Οκτωβρίου 1929 είχε εξελιχθεί σε γενικευμένη οικονομική κατάρρευση. Από το 1929 έως το 1933, το πραγματικό αμερικανικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά περίπου ένα τέταρτο. Η βιομηχανική παραγωγή κατέρρευσε, οι τιμές υποχώρησαν απότομα και χιλιάδες τράπεζες ανέστειλαν τη λειτουργία τους. Η ανεργία έφτασε περίπου στο 25% του εργατικού δυναμικού το 1933, σύμφωνα με τις ευρέως χρησιμοποιούμενες ιστορικές εκτιμήσεις.
Η κρίση είχε και έντονη κοινωνική διάσταση. Οικογένειες έχαναν τα σπίτια τους, αγρότες αδυνατούσαν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους και ολόκληρες περιοχές αντιμετώπιζαν συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης. Παράλληλα, η αγροτική κρίση επιδεινωνόταν από τις καταστροφικές ξηρασίες και τις αμμοθύελλες του Dust Bowl, που προκάλεσαν μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών. Η οικονομική κατάρρευση είχε αποκαλύψει ότι οι υπάρχοντες μηχανισμοί κοινωνικής προστασίας ήταν ανεπαρκείς για μια κρίση τέτοιας κλίμακας. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η πτώση της παραγωγής. Ήταν η αλληλεπίδραση ανάμεσα στην κατάρρευση της ζήτησης, στην τραπεζική αστάθεια, στον αποπληθωρισμό και στην απώλεια εισοδήματος.
Οι μειώσεις μισθών και τιμών, αντί να αποκαταστήσουν αυτόματα την ισορροπία, μπορούσαν να επιδεινώσουν το πραγματικό βάρος των χρεών και να ενισχύσουν τον φαύλο κύκλο της ύφεσης.
Το New Deal: Ένα νέο κοινωνικό και οικονομικό συμβόλαιο
Ο Ρούζβελτ ανέλαβε την προεδρία στις 4 Μαρτίου 1933 και ξεκίνησε αμέσως ένα εκτεταμένο πρόγραμμα παρεμβάσεων. Το New Deal δεν ήταν ένα ενιαίο, αυστηρά σχεδιασμένο οικονομικό δόγμα. Αποτελούσε ένα σύνολο πολιτικών, ορισμένες από τις οποίες είχαν πειραματικό χαρακτήρα, ενώ άλλες αντανακλούσαν διαφορετικές και ενίοτε αντιφατικές οικονομικές αντιλήψεις. Οι βασικοί του στόχοι συνοψίζονταν συχνά σε τρεις έννοιες:
Relief - Ανακούφιση: Άμεση υποστήριξη των ανέργων και των πληθυσμών που είχαν πληγεί από την κρίση.
Recovery - Ανάκαμψη: Ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, της παραγωγής και της απασχόλησης.
Reform - Μεταρρύθμιση: Θεσμικές αλλαγές για τη μείωση της πιθανότητας νέων χρηματοπιστωτικών και οικονομικών καταρρεύσεων.
Από αυτές τις τρεις επιδιώξεις προέκυψαν μερικές από τις σημαντικότερες θεσμικές αλλαγές της αμερικανικής οικονομικής ιστορίας.
Η τραπεζική σταθερότητα και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης
Η πρώτη προτεραιότητα ήταν το τραπεζικό σύστημα. Τον Μάρτιο του 1933, ο Ρούζβελτ κήρυξε προσωρινή αναστολή των τραπεζικών εργασιών σε εθνικό επίπεδο, το λεγόμενο bank holiday, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο πανικός των καταθετών. Ακολούθησαν έλεγχοι των τραπεζών και η σταδιακή επαναλειτουργία όσων κρίθηκαν βιώσιμες. Η δημιουργία της Federal Deposit Insurance Corporation (FDIC), με τη νομοθεσία του 1933 και την έναρξη της ομοσπονδιακής ασφάλισης καταθέσεων το 1934, αποτέλεσε θεμελιώδη μεταρρύθμιση. Για πρώτη φορά, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρείχε έναν συστηματικό μηχανισμό προστασίας των ασφαλισμένων τραπεζικών καταθέσεων.
Η σημασία του ήταν τεράστια: όταν οι καταθέτες γνωρίζουν ότι ένα μέρος των χρημάτων τους προστατεύεται, μειώνεται το κίνητρο μαζικών αναλήψεων που μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και υγιείς τράπεζες σε κρίση ρευστότητας. Παράλληλα, η νομοθεσία Glass–Steagall περιόρισε τη συνύπαρξη ορισμένων εμπορικών και επενδυτικών τραπεζικών δραστηριοτήτων, ενώ η δημιουργία της Securities and Exchange Commission (SEC) το 1934 ενίσχυσε την εποπτεία των κεφαλαιαγορών.
Το μήνυμα ήταν σαφές: η λειτουργία των αγορών προϋπέθετε ισχυρότερους κανόνες, διαφάνεια και θεσμούς εμπιστοσύνης.
Η κυβέρνηση ως εργοδότης: Τα δημόσια έργα και η ανεργία
Μία από τις πιο ορατές παρεμβάσεις του New Deal ήταν η δημιουργία θέσεων εργασίας μέσω δημόσιων προγραμμάτων. Το Civilian Conservation Corps (CCC) απασχόλησε νέους άνδρες σε έργα αναδάσωσης, προστασίας φυσικών πόρων και βελτίωσης δημόσιων εκτάσεων. Η Public Works Administration (PWA) χρηματοδότησε μεγάλα έργα υποδομών, ενώ η Works Progress Administration (WPA), που δημιουργήθηκε το 1935, ανέλαβε ένα ευρύ πρόγραμμα απασχόλησης. Δρόμοι, γέφυρες, σχολεία, νοσοκομεία, αεροδρόμια και δημόσια κτίρια κατασκευάστηκαν ή ανακαινίστηκαν στο πλαίσιο αυτών των παρεμβάσεων.
Η WPA δεν απασχολούσε μόνο εργάτες κατασκευών. Περιλάμβανε και προγράμματα για καλλιτέχνες, συγγραφείς, μουσικούς και άλλους επαγγελματίες. Η οικονομική λογική ήταν διπλή. Βραχυπρόθεσμα, η δημόσια απασχόληση προσέφερε εισόδημα σε νοικοκυριά που διαφορετικά θα περιόριζαν δραστικά την κατανάλωσή τους. Μακροπρόθεσμα, οι υποδομές μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να βελτιώσουν τις προοπτικές της οικονομίας. Αυτή η σύνδεση κοινωνικής ανακούφισης και δημόσιας επένδυσης αποτέλεσε ένα από τα πιο διαχρονικά χαρακτηριστικά του New Deal.
Η κοινωνική ασφάλιση
Το 1935 ψηφίστηκε ο Social Security Act, ένας από τους σημαντικότερους νόμους στην ιστορία της αμερικανικής κοινωνικής πολιτικής. Η νομοθεσία δημιούργησε ομοσπονδιακό σύστημα συνταξιοδοτικών παροχών γήρατος, διαμόρφωσε το πλαίσιο ασφάλισης κατά της ανεργίας και προέβλεψε ενισχύσεις για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Η αμερικανική κοινωνική ασφάλιση βασίστηκε σε σημαντικό βαθμό σε εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών, αντί για ένα αποκλειστικά φοροχρηματοδοτούμενο σύστημα. Ήταν μια ουσιαστική μετατόπιση: η οικονομική ασφάλεια στην τρίτη ηλικία και η προστασία απέναντι στην ανεργία έπαυαν να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως οικογενειακή, φιλανθρωπική ή τοπική υπόθεση.
Ταυτόχρονα, ο νόμος Wagner του 1935 ενίσχυσε το δικαίωμα των εργαζομένων στη συλλογική οργάνωση και διαπραγμάτευση και δημιούργησε το National Labor Relations Board. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές συνέβαλαν στη συγκρότηση ενός νέου κοινωνικού συνασπισμού γύρω από το Δημοκρατικό Κόμμα, στον οποίο συμμετείχαν συνδικάτα, αστικοί εργαζόμενοι, μεταναστευτικές κοινότητες και σημαντικά τμήματα του αγροτικού πληθυσμού.
Ωστόσο, το νέο κοινωνικό συμβόλαιο δεν περιέλαβε όλους τους Αμερικανούς ισότιμα. Οι αρχικές εξαιρέσεις πολλών αγροτικών και οικιακών εργαζομένων από την κοινωνική ασφάλιση επηρέασαν δυσανάλογα τους Αφροαμερικανούς και τις γυναίκες. Επιπλέον, οι φυλετικές διακρίσεις και ο διαχωρισμός εξακολουθούσαν να χαρακτηρίζουν μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας.
Ρούζβελτ και Κέινς: Ήταν το New Deal κεϊνσιανή πολιτική;
Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα της οικονομικής ιστορίας. Το 1936, την ίδια χρονιά που ο Ρούζβελτ κέρδισε τις εκλογές, ο Βρετανός οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς δημοσίευσε τη "Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος". Το έργο του αμφισβήτησε την αντίληψη ότι οι οικονομίες της αγοράς επιστρέφουν αναγκαστικά και γρήγορα στην πλήρη απασχόληση μέσω της ευελιξίας των τιμών και των μισθών. Ο Κέινς υποστήριξε ότι μια οικονομία μπορούσε να παγιδευτεί σε κατάσταση παρατεταμένης ανεργίας εξαιτίας ανεπαρκούς συνολικής ζήτησης.
Σε αυτές τις συνθήκες, η αύξηση των δημόσιων δαπανών μπορούσε να ενισχύσει το εισόδημα, την κατανάλωση και την απασχόληση. Η βασική λογική του πολλαπλασιαστή ήταν ότι μία αρχική δαπάνη μπορούσε να προκαλέσει διαδοχικούς γύρους πρόσθετης οικονομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, το New Deal δεν σχεδιάστηκε αρχικά ως εφαρμογή της Γενικής Θεωρίας του Κέινς. Οι περισσότερες πρώτες παρεμβάσεις είχαν ξεκινήσει το 1933, τρία χρόνια πριν από τη δημοσίευση του βιβλίου. Ο Ρούζβελτ ήταν περισσότερο πραγματιστής πολιτικός παρά συνεπής οπαδός μιας συγκεκριμένης οικονομικής σχολής.
Κατά περιόδους επιδίωκε την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού, ενώ άλλες φορές αποδεχόταν ελλείμματα για να χρηματοδοτήσει προγράμματα ανακούφισης και ανάκαμψης. Επιπλέον, η οικονομική ανάκαμψη μετά το 1933 δεν οφειλόταν μόνο στις δημόσιες δαπάνες. Η εγκατάλειψη του κανόνα χρυσού, οι μεταβολές στη νομισματική πολιτική, η αναστροφή του αποπληθωρισμού και η αποκατάσταση της τραπεζικής εμπιστοσύνης διαδραμάτισαν επίσης σημαντικό ρόλο. Η σχετική ιστοριογραφία εξακολουθεί να συζητά τη βαρύτητα κάθε παράγοντα. Μελέτη ερευνητών της Federal Reserve, για παράδειγμα, αποδίδει σημαντική συμβολή στην ανάκαμψη του 1933 στον συνδυασμό δημοσιονομικής επέκτασης και αλλαγής του νομισματικού καθεστώτος.
Οι εκλογές του 1936: Ένα δημοψήφισμα για τον ρόλο του κράτους
Ο Ρεπουμπλικανός αντίπαλος του Ρούζβελτ, Άλφ Λάντον, κυβερνήτης του Κάνσας, υποστήριζε ότι οι παρεμβάσεις του New Deal δημιουργούσαν υπερβολική συγκέντρωση εξουσίας στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και επιβάρυναν την οικονομική δραστηριότητα. Οι επικριτές της κυβέρνησης ανησυχούσαν για τις δημόσιες δαπάνες, τις φορολογικές επιβαρύνσεις, τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις και την επέκταση της ομοσπονδιακής γραφειοκρατίας. Αντίθετα, οι υποστηρικτές του Ρούζβελτ θεωρούσαν ότι η κρίση είχε αποδείξει την ανάγκη για ισχυρότερη δημόσια παρέμβαση.
Η αναμέτρηση επομένως αφορούσε όχι μόνο την ταχύτητα της οικονομικής ανάκαμψης, αλλά και το ποιος έπρεπε να αναλαμβάνει τους κινδύνους μιας καπιταλιστικής οικονομίας: τα μεμονωμένα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ή, σε μεγαλύτερο βαθμό, οι συλλογικοί θεσμοί του κράτους.
Ο Λάντον κέρδισε μόνο δύο πολιτείες, το Μέιν και το Βερμόντ. Η έκταση της νίκης του Ρούζβελτ αποτύπωνε την ισχυρή εκλογική υποστήριξη που είχε συγκεντρώσει το New Deal, χωρίς να σημαίνει ότι όλοι οι ψηφοφόροι συμφωνούσαν με κάθε επιμέρους κυβερνητική πολιτική. Στο πολιτικό επίπεδο, η εκλογή επιβεβαίωσε την εδραίωση ενός νέου συνασπισμού που θα επηρέαζε την αμερικανική πολιτική επί δεκαετίες.
Το 1937 αποκαλύπτει τα όρια της ανάκαμψης
Η εκλογική νίκη του 1936 δεν σήμαινε ότι η οικονομική κρίση είχε ξεπεραστεί. Το 1937–1938 οι Ηνωμένες Πολιτείες βυθίστηκαν σε νέα σοβαρή ύφεση. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε και η ανεργία αυξήθηκε εκ νέου. Η εξέλιξη αυτή συνδέθηκε με έναν συνδυασμό παραγόντων: περιορισμό της δημοσιονομικής στήριξης, αύξηση των φορολογικών επιβαρύνσεων μέσω των νέων εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, αυστηρότερες νομισματικές συνθήκες και εξασθένηση της ιδιωτικής ζήτησης. Οι ιστορικοί και οι οικονομολόγοι διαφωνούν ως προς τη σχετική βαρύτητα των παραγόντων, αλλά η ύφεση του 1937–1938 ανέδειξε την ευθραυστότητα της ανάκαμψης.
Από κεϊνσιανή σκοπιά, το επεισόδιο χρησιμοποιείται συχνά ως παράδειγμα των κινδύνων μιας πρόωρης δημοσιονομικής συστολής όταν η οικονομία παραμένει μακριά από την πλήρη απασχόληση. Η επιστροφή της αμερικανικής οικονομίας σε συνθήκες πλήρους κινητοποίησης συνδέθηκε τελικά με την τεράστια αύξηση της παραγωγής και των κρατικών δαπανών κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό δεν αναιρεί τις θεσμικές και κοινωνικές επιδράσεις του New Deal. Δείχνει, όμως, ότι η μεταρρύθμιση ενός οικονομικού συστήματος και η πλήρης έξοδος από μια βαθιά ύφεση δεν είναι απαραίτητα το ίδιο πράγμα.
Το New Deal έσωσε ή μεταμόρφωσε τον καπιταλισμό;
Το ερώτημα παραμένει αντικείμενο ιστορικής συζήτησης. Για τους υποστηρικτές του New Deal, οι παρεμβάσεις του Ρούζβελτ αποκατέστησαν την εμπιστοσύνη, περιόρισαν την κοινωνική ανασφάλεια και δημιούργησαν θεσμούς που επέτρεψαν στην οικονομία της αγοράς να λειτουργήσει σε σταθερότερη βάση. Για τους επικριτές του, ορισμένα προγράμματα προκάλεσαν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, αύξησαν τη ρυθμιστική αβεβαιότητα ή δεν συνέβαλαν όσο θα μπορούσαν στην ανάκαμψη της ιδιωτικής επένδυσης.
Οι οικονομικοί ιστορικοί έχουν επίσης επισημάνει ότι η επιτυχία του New Deal δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά από τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ. Πρέπει να συνεκτιμηθούν η κοινωνική προστασία, η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η διαπραγματευτική ισχύς των εργαζομένων και η ανθεκτικότητα των θεσμών. Σε κάθε περίπτωση, το New Deal δεν κατήργησε την ιδιωτική ιδιοκτησία ούτε αντικατέστησε την αγορά με κεντρικό σχεδιασμό.
Αντίθετα, δημιούργησε ένα διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του αμερικανικού καπιταλισμού, με ισχυρότερη κρατική ρύθμιση και μεγαλύτερη ομοσπονδιακή ευθύνη για την οικονομική και κοινωνική ασφάλεια.
Η κληρονομιά του 1936
Ενενήντα χρόνια μετά, η εκλογή του Ρούζβελτ παραμένει σημαντική επειδή συμπύκνωσε ένα ερώτημα που επανέρχεται σε κάθε μεγάλη οικονομική κρίση: ποιος πρέπει να αναλαμβάνει το κόστος όταν οι αγορές και οι ιδιωτικοί μηχανισμοί ασφάλειας αποδεικνύονται ανεπαρκείς; Η Μεγάλη Ύφεση έδειξε ότι μια βαθιά οικονομική κατάρρευση μπορεί να μετατραπεί σε κρίση εμπιστοσύνης προς τους ίδιους τους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς.
Το New Deal αποτέλεσε μία ιστορική απάντηση σε αυτή την πρόκληση. Συνδύασε άμεση οικονομική παρέμβαση με θεσμικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς να επιλύσει όλα τα προβλήματα της εποχής ή να εξαλείψει τις κοινωνικές ανισότητες. Η 3η Νοεμβρίου 1936 δεν ήταν απλώς η ημέρα μιας μεγάλης εκλογικής νίκης. Ήταν η στιγμή κατά την οποία ένα σημαντικό μέρος της αμερικανικής κοινωνίας επιβεβαίωσε πολιτικά μια νέα αντίληψη για τις ευθύνες του κράτους απέναντι στην οικονομία και στους πολίτες.


Add comment
Comments