Μεταφερόμαστε στην Κίνα του 1958, στην περίοδο του Μεγάλου Άλματος προς τα Εμπρός. Ο Μάο Τσετούνγκ είχε θέσει έναν εξαιρετικά φιλόδοξο στόχο: η Κίνα να επιταχύνει τόσο πολύ τη βιομηχανική της ανάπτυξη ώστε να πλησιάσει τις προηγμένες βιομηχανικές οικονομίες μέσα σε ελάχιστα χρόνια.

Από την Κίρκη | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Για να αυξηθεί θεαματικά η παραγωγή μετάλλου, οργανώθηκε μια τεράστια εκστρατεία κατασκευής μικρών καμινιών σε αγροτικές κοινότητες, αυλές και χωριά. Το πρόβλημα ήταν ότι η παραγωγή χάλυβα δεν είναι απλώς ζήτημα υψηλής θερμοκρασίας. Χρειάζονται κατάλληλες πρώτες ύλες, τεχνική γνώση, έλεγχος της σύνθεσης του μετάλλου και κατάλληλες εγκαταστάσεις. Όταν οι στόχοι παραγωγής έγιναν πολιτική υποχρέωση, πολλές κοινότητες άρχισαν να λιώνουν ακόμη και χρήσιμα μεταλλικά αντικείμενα για να συγκεντρώσουν υλικό.
Η ιστορία αυτή έχει μια ιδιαίτερα ισχυρή οικονομική διάσταση: η παραγωγή μπορεί να αυξάνεται στα επίσημα στοιχεία, ενώ ο πραγματικός παραγωγικός πλούτος μιας χώρας μειώνεται.
Ο Μάο ήθελε να ξεπεράσει τη Βρετανία
Το 1958 η Κίνα ήταν ακόμη μια κατά βάση αγροτική χώρα, με χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα και μεγάλες ανάγκες σε υποδομές. Ο Μάο, όμως, δεν ήθελε μια αργή διαδικασία εκβιομηχάνισης. Ήθελε ένα άλμα. Στο πλαίσιο του Μεγάλου Άλματος προς τα Εμπρός, η κινεζική ηγεσία έθεσε ως πολιτική φιλοδοξία να φτάσει και να ξεπεράσει τη Βρετανία στην παραγωγή βασικών βιομηχανικών προϊόντων μέσα σε λίγα χρόνια. Ο χάλυβας έγινε το απόλυτο σύμβολο της οικονομικής προόδου. Η λογική ήταν απλή: οι βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες παράγουν μεγάλες ποσότητες χάλυβα. Επομένως, αν η Κίνα αυξήσει θεαματικά την παραγωγή χάλυβα, θα επιταχύνει και την ανάπτυξή της.
Αλλά εδώ υπήρχε μια κρίσιμη διαφορά. Ο χάλυβας είναι απαραίτητος για την εκβιομηχάνιση. Η παραγωγή περισσότερων τόνων μετάλλου, όμως, δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με εκβιομηχάνιση. Χρειάζονται εγκαταστάσεις, εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, ενέργεια, μεταφορές, τεχνογνωσία και κυρίως προϊόντα κατάλληλης ποιότητας. Ο Μάο πίστευε ότι η μαζική κινητοποίηση του πληθυσμού μπορούσε να υπερβεί μεγάλο μέρος αυτών των περιορισμών. Και έτσι γεννήθηκε μία από τις πιο ασυνήθιστες βιομηχανικές εκστρατείες του 20ού αιώνα.
Ένα καμίνι σε κάθε χωριό
Το φθινόπωρο του 1958, η Κίνα γέμισε μικρά καμίνια. Οι τοπικές κομματικές οργανώσεις κινητοποιούσαν αγρότες, εργάτες και κατοίκους των χωριών για την κατασκευή αυτοσχέδιων εγκαταστάσεων παραγωγής σιδήρου. Σύμφωνα με ιστορική μελέτη για το Μεγάλο Άλμα, μέχρι το τέλος του 1958 είχαν δημιουργηθεί περισσότερα από 600.000 μικρά καμίνια. Η κινητοποίηση έφτασε σε τεράστια κλίμακα. Οι εκτιμήσεις για τους ανθρώπους που συμμετείχαν στις δραστηριότητες εξόρυξης, προετοιμασίας καυσίμων και παραγωγής μετάλλου φτάνουν σε δεκάδες εκατομμύρια.
Η εικόνα ήταν εντυπωσιακή. Στα χωριά άναβαν φωτιές. Οι αγρότες μετέφεραν μέταλλα. Άλλοι έκοβαν ξύλα για καύσιμη ύλη. Άλλοι κατασκεύαζαν καμίνια από πηλό και τούβλα. Η χώρα έμοιαζε να μετατρέπεται σε ένα απέραντο εργοστάσιο. Υπήρχε όμως ένα ερώτημα που η πολιτική κινητοποίηση δεν μπορούσε να απαντήσει. Τι ακριβώς παρήγαγαν αυτά τα καμίνια;
Οι κατσαρόλες έγιναν πρώτη ύλη
Για να λειτουργήσει ένα καμίνι χρειάζεται μέταλλο. Και όταν εκατοντάδες χιλιάδες αυτοσχέδιες εγκαταστάσεις πρέπει να εκπληρώσουν παραγωγικούς στόχους, η ζήτηση για μεταλλικά αντικείμενα γίνεται τεράστια. Στην ύπαιθρο άρχισε η συγκέντρωση κάθε διαθέσιμου μεταλλικού αντικειμένου:
- Κατσαρόλες.
- Τηγάνια.
- Γεωργικά εργαλεία.
- Φτυάρια.
- Μεταλλικά εξαρτήματα.
- Ακόμη και πόμολα και άλλα αντικείμενα καθημερινής χρήσης.
Η Association for Asian Studies καταγράφει ότι η εκστρατεία οδήγησε στη συλλογή και τήξη χρήσιμων αντικειμένων, ενώ παιδιά αναζητούσαν ακόμη και καρφιά και μεταλλικά υπολείμματα για να τροφοδοτήσουν την προσπάθεια. Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη οικονομική αντίφαση. Μια αγροτική κοινότητα είχε ήδη στην κατοχή της χρήσιμα μεταλλικά εργαλεία. Τα εργαλεία αυτά αποτελούσαν μέρος του παραγωγικού της κεφαλαίου. Ένα φτυάρι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην καλλιέργεια. Ένα μεταλλικό εξάρτημα μπορούσε να επισκευάσει ένα μηχάνημα. Μια κατσαρόλα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την προετοιμασία τροφής. Αλλά η εκστρατεία δημιουργούσε κίνητρο να λιώσουν αυτά τα αντικείμενα ώστε να εμφανιστεί νέα παραγωγή μετάλλου.
Η κοινότητα μπορούσε έτσι να καταστρέφει υπάρχοντα χρήσιμα αγαθά για να αυξήσει έναν δείκτη βιομηχανικής παραγωγής. Και το αποτέλεσμα δεν ήταν απαραίτητα ένα νέο χρήσιμο προϊόν.
Η διαφορά ανάμεσα στον σίδηρο και στον χάλυβα
Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οικονομικό. Ήταν και τεχνικό. Η παραγωγή ποιοτικού χάλυβα απαιτεί έλεγχο της χημικής σύνθεσης, της περιεκτικότητας σε άνθρακα, της θερμοκρασίας και των προσμείξεων. Δεν αρκεί να λιώσεις μεταλλικά αντικείμενα και να αφήσεις το υλικό να στερεοποιηθεί. Πολλά από τα αυτοσχέδια καμίνια παρήγαγαν ακατάλληλο ή χαμηλής ποιότητας χυτοσίδηρο, όχι χάλυβα που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια στη βιομηχανία. Η ιστορική μελέτη του British Medical Journal για τον Μεγάλο Κινεζικό Λιμό περιγράφει την παραγωγή εύθραυστων μεταλλικών μαζών, ακατάλληλων ακόμη και για απλά εργαλεία.
Η πολιτική ηγεσία ήθελε περισσότερο χάλυβα. Οι αγρότες όμως δεν είχαν αποκτήσει ξαφνικά τη γνώση και τον εξοπλισμό μιας σύγχρονης χαλυβουργίας. Και έτσι μπορούσε να συμβεί το εξής παράδοξο: Μια κοινότητα έλιωνε χρήσιμα εργαλεία, κατανάλωνε καύσιμα και εργατοώρες και κατέληγε με μέταλλο περιορισμένης ή μηδενικής χρησιμότητας. Το παραγωγικό αποτέλεσμα μπορούσε να είναι αρνητικό. Ακόμη κι αν οι τόνοι που αναφέρονταν στις αρχές είχαν αυξηθεί.
Η μεγάλη παγίδα των αριθμών
Το 1958 η κινεζική ηγεσία ανακοίνωσε ότι είχε επιτευχθεί ο φιλόδοξος ετήσιος στόχος των περίπου 10,7 εκατομμυρίων τόνων χάλυβα. Η επίσημη ανακοίνωση έγινε στις 19 Δεκεμβρίου, πριν από το τέλος του έτους. Η πολιτική επιτυχία φαινόταν εντυπωσιακή. Όμως οι τόνοι που εμφανίζονταν στις στατιστικές δεν αποτύπωναν πάντοτε τη χρησιμότητα του παραγόμενου μετάλλου. Και εδώ πρέπει να κάνουμε μια σημαντική ιστορική διάκριση. Ο ιστορικός της κινεζικής μεταλλουργίας Donald B. Wagner επισημαίνει ότι δεν ήταν όλα τα μικρά καμίνια ίδια. Ορισμένες εγκαταστάσεις χρησιμοποιούσαν παραδοσιακές αλλά λειτουργικές μεταλλουργικές τεχνικές. Άλλες ήταν μικρότερες εκδοχές σύγχρονων υψικαμίνων.
Αυτές δεν πρέπει να συγχέονται με τα πρόχειρα καμίνια της μαζικής κινητοποίησης. Σύμφωνα με στοιχεία που εξετάζει ο Wagner, οι μικρές εγκαταστάσεις παρήγαγαν το 1958 περίπου 4 εκατομμύρια τόνους αξιοποιήσιμου χυτοσιδήρου, ενώ υπήρχε και σημαντική ποσότητα προϊόντος χαμηλότερης ποιότητας. Επομένως, δεν είναι σωστό να πούμε ότι ολόκληρη η αποκεντρωμένη παραγωγή σιδήρου ήταν άχρηστη. Η ιστορική αποτυχία αφορά κυρίως την υπερβολική, πολιτικά επιβεβλημένη κινητοποίηση των αυτοσχέδιων καμινιών, χωρίς επαρκή τεχνογνωσία και χωρίς ορθολογική αξιολόγηση του κόστους.
Αυτή η διάκριση είναι σημαντική. Διότι διαφορετικά θα επαναλαμβάναμε το ίδιο λάθος που εξετάζουμε: θα κρίναμε ένα πολύπλοκο οικονομικό φαινόμενο από έναν απλοϊκό δείκτη.
Οι αγρότες έλειπαν από τα χωράφια
Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα ήταν ακόμη σοβαρότερο. Οι άνθρωποι που εργάζονταν στα καμίνια δεν μπορούσαν ταυτόχρονα να εργάζονται στα χωράφια. Και η αγροτική παραγωγή δεν μπορεί να περιμένει. Η σπορά πρέπει να γίνει την κατάλληλη εποχή. Η συγκομιδή πρέπει να ολοκληρωθεί όταν οι καλλιέργειες είναι έτοιμες. Τα ζώα χρειάζονται καθημερινή φροντίδα. Όταν τεράστιος αριθμός αγροτών μετακινείται σε δραστηριότητες παραγωγής μετάλλου, το κόστος δεν περιορίζεται στις ώρες που καταναλώνονται στα καμίνια. Περιλαμβάνει και τη γεωργική παραγωγή που δεν πραγματοποιείται.
Η ιστορικός Zhou Xun, στο βιβλίο Forgotten Voices of Mao's Great Famine, 1958–1962, περιγράφει την εκτροπή μεγάλου μέρους του αγροτικού εργατικού δυναμικού προς τη μεταλλουργία και τα αρδευτικά έργα. Χωράφια εγκαταλείφθηκαν, ζώα έμειναν χωρίς επαρκή φροντίδα και δάση υλοτομήθηκαν για να τροφοδοτηθούν τα καμίνια. Και εδώ εμφανίζεται μια από τις θεμελιώδεις έννοιες της οικονομικής επιστήμης: Το κόστος ευκαιρίας.
Το κόστος που δεν εμφανιζόταν στο πλάνο
Ας υποθέσουμε ότι εκατό αγρότες εργάζονται σε μια κοινότητα. Η κυβέρνηση αποφασίζει να μεταφέρει τους πενήντα στην παραγωγή μετάλλου. Αν οι πενήντα αυτοί παράγουν κάποια ποσότητα σιδήρου, η βιομηχανική στατιστική μπορεί να εμφανίσει αύξηση. Αλλά η οικονομική αξιολόγηση δεν μπορεί να σταματήσει εκεί. Πρέπει να υπολογίσει τι θα παρήγαν οι ίδιοι άνθρωποι αν είχαν παραμείνει στη γεωργία. Πόσο σιτάρι δεν καλλιεργήθηκε; Πόση συγκομιδή χάθηκε; Πόσα εργαλεία καταστράφηκαν; Πόση ξυλεία καταναλώθηκε; Πόση ενέργεια χρησιμοποιήθηκε; Και τελικά πόσο από το παραγόμενο μέταλλο μπορούσε πράγματι να αξιοποιηθεί; Το οικονομικό αποτέλεσμα δεν είναι η ακαθάριστη ποσότητα του νέου προϊόντος.
Είναι η αξία του αποτελέσματος σε σχέση με όλους τους πόρους που καταναλώθηκαν και με τις εναλλακτικές χρήσεις που εγκαταλείφθηκαν. Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει περισσότερη βιομηχανική παραγωγή και ταυτόχρονα να γίνεται φτωχότερη. Αυτό ακριβώς είναι το ενδεχόμενο που ανέδειξε η εκστρατεία των αυτοσχέδιων καμινιών.
Η καταστροφή του παραγωγικού κεφαλαίου
Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση. Όταν λιώνεις ένα φτυάρι για να κατασκευάσεις ένα άχρηστο κομμάτι μετάλλου, δεν σπαταλάς απλώς εργασία. Καταστρέφεις κεφάλαιο. Το φτυάρι είχε ήδη παραχθεί. Είχε συγκεκριμένη χρησιμότητα. Μπορούσε να χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα. Η μετατροπή του σε ακατάλληλο μεταλλικό υλικό δεν δημιουργεί προστιθέμενη αξία. Αντίθετα, αφαιρεί μια παραγωγική δυνατότητα από την οικονομία. Η εκστρατεία μπορούσε επομένως να συνδυάζει τρία διαφορετικά κόστη: απώλεια χρήσιμων εργαλείων, κατανάλωση καυσίμων και απομάκρυνση εργατικού δυναμικού από τη γεωργία.
Και όλα αυτά μπορούσαν να εμφανίζονται στις επίσημες αναφορές ως αύξηση της παραγωγής μετάλλου. Το παράδοξο θυμίζει την προηγούμενη ιστορία μας με τα σοβιετικά καρφιά. Εκεί το εργοστάσιο μπορούσε να εκπληρώνει τον στόχο κατασκευάζοντας προϊόντα ακατάλληλων διαστάσεων. Εδώ μια ολόκληρη κοινότητα μπορούσε να εκπληρώνει τον στόχο καταστρέφοντας προϊόντα που ήδη χρησιμοποιούσε.
Όταν η πολιτική φιλοδοξία αντικαθιστά την τεχνική γνώση
Η εκστρατεία στηριζόταν σε μια πολύ ισχυρή ιδέα: ότι η ανθρώπινη κινητοποίηση μπορούσε να αναπληρώσει την έλλειψη κεφαλαίου και τεχνολογίας. Σε ορισμένες δραστηριότητες η μαζική εργασία μπορεί πράγματι να έχει σημαντικά αποτελέσματα. Η κατασκευή απλών υποδομών, για παράδειγμα, μπορεί να απαιτεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Αλλά η μεταλλουργία είναι διαφορετική. Η ποιότητα του προϊόντος εξαρτάται από τεχνικές προϋποθέσεις που δεν μπορούν να αντικατασταθούν απλώς με περισσότερη προσπάθεια. Ένας άνθρωπος χωρίς μεταλλουργικές γνώσεις δεν γίνεται χαλυβουργός επειδή εργάζεται περισσότερες ώρες. Και εκατό άνθρωποι χωρίς τον κατάλληλο εξοπλισμό δεν μπορούν απαραίτητα να υποκαταστήσουν μια σύγχρονη βιομηχανική εγκατάσταση.
Ο Wagner εξηγεί ότι η αρχική προσπάθεια ανάπτυξης μικρότερων μεταλλουργικών μονάδων δεν ήταν εκ φύσεως παράλογη. Η Κίνα διέθετε παραδοσιακή τεχνογνωσία και ορισμένες μικρές εγκαταστάσεις μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά. Η αποτυχία προέκυψε όταν η προσπάθεια μετατράπηκε σε υπερφιλόδοξη μαζική εκστρατεία, η οποία αγνόησε τεχνικούς και οικονομικούς περιορισμούς. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν ήταν η μικρή κλίμακα.
Ήταν η πεποίθηση ότι η πολιτική βούληση αρκούσε για να μετατρέψει κάθε αυλή σε χαλυβουργείο.
Και μετά ήρθε ο λιμός
Η εκστρατεία των καμινιών συνέπεσε με την έναρξη μιας από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές καταστροφές του 20ού αιώνα. Από το 1959 έως το 1961 η Κίνα βίωσε έναν καταστροφικό λιμό, με θύματα που οι ιστορικές και δημογραφικές εκτιμήσεις υπολογίζουν σε δεκάδες εκατομμύρια. Θα ήταν όμως λανθασμένο να αποδώσουμε τον λιμό αποκλειστικά στα καμίνια. Οι αιτίες ήταν πολύ ευρύτερες. Η κολεκτιβοποίηση, οι λανθασμένες γεωργικές πρακτικές, οι υπερβολικές κρατικές προμήθειες σιτηρών, οι ανακριβείς αναφορές παραγωγής και οι πολιτικές πιέσεις συνέβαλαν στη δημιουργία της καταστροφής. Η εκτροπή αγροτικού εργατικού δυναμικού προς τη μεταλλουργία αποτέλεσε έναν πρόσθετο επιβαρυντικό παράγοντα.
Η ιστορική ανάλυση του British Medical Journal συνδέει την εκστρατεία παραγωγής μετάλλου με την εγκατάλειψη γεωργικών εργασιών, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τον ρόλο των διογκωμένων στοιχείων συγκομιδής και των κρατικών επιτάξεων τροφίμων. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι αποφάσεις της οικονομικής πολιτικής δεν λειτουργούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Η μεταφορά εργασίας στη βιομηχανία επηρεάζει τη γεωργία. Η γεωργία επηρεάζει τη διαθεσιμότητα τροφίμων. Οι κρατικές προμήθειες επηρεάζουν την κατανάλωση. Και οι λανθασμένες πληροφορίες μπορούν να πολλαπλασιάσουν τις συνέπειες όλων των προηγούμενων αποφάσεων.
Πότε τελείωσε η εκστρατεία;
Η πιο ακραία φάση των αυτοσχέδιων καμινιών ήταν σχετικά σύντομη. Ο Wagner επισημαίνει ότι η μαζική εκστρατεία των πρόχειρων καμινιών κορυφώθηκε τους τελευταίους μήνες του 1958 και ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε σύντομα. Δεν πρέπει να τη συγχέουμε με το σύνολο της μικρής μεταλλουργικής βιομηχανίας της Κίνας, η οποία είχε μεγαλύτερη διάρκεια και περιλάμβανε λειτουργικές εγκαταστάσεις. Μέχρι το τέλος του 1959, πολλές από τις προβληματικές εγκαταστάσεις είχαν σταματήσει να λειτουργούν. Η οικονομική ζημιά, όμως, δεν περιοριζόταν στο χρονικό διάστημα λειτουργίας τους.
Τα εργαλεία που είχαν καταστραφεί δεν επέστρεφαν αυτομάτως. Τα δέντρα που είχαν κοπεί δεν αναπτύσσονταν ξανά μέσα σε λίγους μήνες. Και η χαμένη αγροτική παραγωγή δεν μπορούσε να ανακτηθεί με μια νέα πολιτική απόφαση.
Το οικονομικό μάθημα: περισσότερο δεν σημαίνει καλύτερο
Η ιστορία των καμινιών αποκαλύπτει ένα θεμελιώδες πρόβλημα της οικονομικής μέτρησης. Η αύξηση της παραγωγής ενός αγαθού δεν είναι αυτομάτως ένδειξη οικονομικής προόδου. Πρέπει να εξετάζουμε την ποιότητα, τη χρησιμότητα και το κόστος παραγωγής του. Ας φανταστούμε μια κοινότητα που διαθέτει εκατό χρήσιμα εργαλεία. Αποφασίζει να λιώσει τα πενήντα. Καταναλώνει ξυλεία και εκατοντάδες εργατοώρες. Και παράγει μια ποσότητα μετάλλου που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή νέων εργαλείων. Η επίσημη βιομηχανική παραγωγή μπορεί να αυξηθεί.
Αλλά η κοινότητα έχει πλέον λιγότερα εργαλεία, λιγότερα καύσιμα και λιγότερο διαθέσιμο χρόνο για παραγωγικές δραστηριότητες. Δεν έγινε πλουσιότερη. Έγινε φτωχότερη. Η διαφορά ανάμεσα στην ακαθάριστη παραγωγή και στην πραγματική οικονομική αξία είναι ακριβώς το στοιχείο που αγνόησε η μαζική εκστρατεία. Και αυτό είναι ένα μάθημα που δεν περιορίζεται στις οικονομίες του κεντρικού σχεδιασμού. Μια σύγχρονη επιχείρηση μπορεί να αυξάνει τον κύκλο εργασιών της καταστρέφοντας την κερδοφορία της. Ένας δημόσιος οργανισμός μπορεί να αυξάνει τις δαπάνες του χωρίς να βελτιώνει τις υπηρεσίες του. Ένα εργοστάσιο μπορεί να αυξάνει τον αριθμό των προϊόντων του ενώ η ποιότητά τους μειώνεται.
Το κοινό πρόβλημα είναι η σύγχυση ανάμεσα στον δείκτη δραστηριότητας και στο πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Το καμίνι που έκαιγε την ίδια την οικονομία
Ας επιστρέψουμε στην Κίνα του 1958. Ένα χωριό έχει λάβει εντολή να αυξήσει την παραγωγή μετάλλου. Οι αγρότες εγκαταλείπουν προσωρινά τα χωράφια. Συγκεντρώνουν μεταλλικά αντικείμενα. Κόβουν ξύλα. Κατασκευάζουν ένα καμίνι. Ανάβουν τη φωτιά. Ρίχνουν μέσα εργαλεία που μέχρι χθες χρησιμοποιούσαν για να καλλιεργούν τη γη. Και ύστερα από ώρες εργασίας αποκτούν μια ποσότητα μετάλλου. Το τοπικό στέλεχος μπορεί να αναφέρει ότι η παραγωγή αυξήθηκε. Ο παραγωγικός στόχος μπορεί να εμφανιστεί ως εκπληρωμένος. Η πολιτική κινητοποίηση μπορεί να παρουσιαστεί ως επιτυχία.
Αλλά το χωριό έχει χάσει χρήσιμα εργαλεία. Έχει καταναλώσει πολύτιμα καύσιμα. Έχει στερηθεί εργατικά χέρια από τη γεωργία. Και το μέταλλο που απέκτησε μπορεί να μην έχει σχεδόν καμία πρακτική χρησιμότητα. Αυτή είναι η ουσία της ιστορίας. Ο Μάο ήθελε να μετατρέψει τους αγρότες σε χαλυβουργούς για να επιταχύνει την ανάπτυξη της Κίνας. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, η εκστρατεία κατάφερε κάτι πολύ διαφορετικό. Μετέτρεψε χρήσιμα εργαλεία σε άχρηστο μέταλλο και παραγωγικό χρόνο σε χαμένη εργασία.
Και ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία βρίσκεται ακριβώς εδώ: Η Κίνα προσπάθησε να αυξήσει τον παραγωγικό της πλούτο λιώνοντας ένα μέρος του πλούτου που ήδη διέθετε.


Add comment
Comments