Υπάρχουν δημιουργοί που γράφουν τραγούδια και υπάρχουν δημιουργοί που καταφέρνουν να δώσουν ήχο σε μια ολόκληρη εποχή. Ο Αττίκ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Από τον Δ.Α. | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Πριν από τον Μάνο Χατζιδάκι. Πριν από τον Μίκη Θεοδωράκη. Πριν ακόμη το λαϊκό τραγούδι αποκτήσει τη μεταπολεμική του κυριαρχία, υπήρξε ένας κομψός, μελαγχολικός άνδρας καθισμένος μπροστά σε ένα πιάνο, που μιλούσε για τον έρωτα σαν να εξομολογούνταν δημόσια τις πιο προσωπικές του ήττες.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Κλέων Τριανταφύλλου. Η Ελλάδα, όμως, θα τον θυμόταν για πάντα ως Αττίκ.
Συνθέτης, στιχουργός, πιανίστας, ερμηνευτής, θεατρικός άνθρωπος, αυτοσχεδιαστής και δημιουργός ενός από τους πιο μυθικούς χώρους ψυχαγωγίας του Μεσοπολέμου, της περίφημης "Μάντρας του Αττίκ", υπήρξε μία από τις προσωπικότητες που διαμόρφωσαν την ταυτότητα του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού.
Χαρακτηρίζεται ως ένανς από τους σημαντικότερους, - αν όχι ο σημαντικότερος - εκπροσώπους του προπολεμικού ελληνικού τραγουδιού. Όμως ο Αττίκ ήταν κάτι περισσότερο. Ήταν ίσως ο πρώτος πραγματικός Έλληνας τραγουδοποιός με τη σύγχρονη έννοια του όρου.
- Έγραφε τη μουσική.
- Έγραφε τους στίχους.
- Τραγουδούσε ο ίδιος.
- Και, κυρίως, μετέτρεπε τη ζωή του σε τραγούδι.
Από τον Κλέωνα Τριανταφύλλου στον Αττίκ
Ο Κλέων Τριανταφύλλου γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου 1885. Οι πηγές συμφωνούν στην καταγωγή του από τον ελληνισμό της Αιγύπτου, αν και υπάρχουν διαφορετικές αναφορές για τον ακριβή τόπο γέννησής του.
Μεγάλωσε σε περιβάλλον όπου η μόρφωση και οι τέχνες είχαν ιδιαίτερη σημασία. Από μικρός ήρθε σε επαφή με τη μουσική, μαθαίνοντας πιάνο και φλάουτο. Παρά την καλλιτεχνική του κλίση, αρχικά ακολούθησε τον δρόμο που θα θεωρούσε φυσιολογικό μια εύπορη αστική οικογένεια της εποχής.
Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα.
Και το 1907 έφυγε για το Παρίσι, με σκοπό να συνεχίσει σπουδές στις πολιτικές και οικονομικές επιστήμες. Αλλά στο Παρίσι συνέβη αυτό που συμβαίνει συχνά στους ανθρώπους που τελικά γίνονται μεγάλοι καλλιτέχνες.
Το αρχικό σχέδιο εγκαταλείφθηκε. Η μουσική κέρδισε.
Το Παρίσι που τον άλλαξε
Για έναν νέο Έλληνα στις αρχές του 20ού αιώνα, το Παρίσι δεν ήταν απλώς μια μεγάλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Ήταν ένα από τα κέντρα του δυτικού πολιτισμού.
Η Belle Époque βρισκόταν ακόμη στην ακμή της.
- Θέατρα.
- Καμπαρέ.
- Βαριετέ.
- Music halls.
- Οπερέτες.
- Καλλιτέχνες από όλη την Ευρώπη.
- Νέα μουσικά ρεύματα.
Ο Αττίκ βρέθηκε ακριβώς μέσα σε αυτό το περιβάλλον.
Εγγράφηκε στο Conservatoire de Paris και αφοσιώθηκε στη μουσική. Σπούδασε σε έναν εξαιρετικά απαιτητικό μουσικό κόσμο και στο Παρίσι έγραψε περίπου 300 έργα, μεταξύ των οποίων μουσική για πιάνο, μπαλέτα και οπερέτες.
Αυτή η γαλλική εμπειρία είναι το κλειδί για να καταλάβουμε τον Αττίκ. Γιατί όταν αργότερα επιστρέψει στην Ελλάδα, δεν θα φέρει απλώς μαζί του ορισμένες ευρωπαϊκές μελωδίες.
- Θα φέρει μια ολόκληρη αντίληψη περί ψυχαγωγίας.
- Την ιδέα του καλλιτέχνη που συνομιλεί με το κοινό.
- Του πιανίστα που είναι ταυτόχρονα παρουσιαστής.
- Του τραγουδιστή που αφηγείται ιστορίες.
Της μουσικής βραδιάς που δεν αποτελεί απλώς διαδοχή τραγουδιών, αλλά παράσταση.
Αυτό ακριβώς θα γίνει αργότερα η "Μάντρα".
Ένας Έλληνας chansonnier
Ο Αττίκ συγγενεύει αισθητικά περισσότερο με τον κόσμο του γαλλικού chanson παρά με ό,τι η Ελλάδα θα ονόμαζε αργότερα λαϊκό τραγούδι. Τα τραγούδια του βασίζονται στη μελωδία. Αλλά εξίσου σημαντική είναι η αφήγηση.
Ο στίχος συχνά μοιάζει με προσωπική εξομολόγηση. Δεν τραγουδά γενικά για τον έρωτα. Τραγουδά για έναν συγκεκριμένο έρωτα.
- Για μια γυναίκα.
- Για μια απώλεια.
- Για ένα βλέμμα.
- Για μια ανάμνηση.
Για κάτι που τελείωσε αλλά εξακολουθεί να υπάρχει μέσα του. Γι’ αυτό πολλά τραγούδια του έχουν μια παράξενη ιδιότητα. Ακούγονται σαν μικρές θεατρικές σκηνές.
- Υπάρχει αρχή.
- Υπάρχει εξέλιξη.
- Υπάρχει κορύφωση.
Και συχνά υπάρχει μια τελική φράση που λειτουργεί σαν επίλογος. Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό της γραφής του. Ο Αττίκ δεν γράφει απλώς τραγούδια.
Αφηγείται μικρές ιστορίες μέσα σε τρία λεπτά.
Η επιστροφή στην Αθήνα
Ο Αττίκ είχε αποκτήσει καλλιτεχνική αναγνώριση στη Γαλλία, όμως οικογενειακές συνθήκες τον ανάγκασαν να επιστρέψει στην Ελλάδα. Η επιστροφή δεν ήταν απαραίτητα εύκολη. Η Αθήνα δεν ήταν Παρίσι. Δεν υπήρχε το ίδιο πολιτιστικό οικοσύστημα.
Αλλά υπήρχε κάτι άλλο. Μια πρωτεύουσα που άλλαζε.Μια νέα αστική τάξη. Θέατρα. Επιθεωρήσεις. Καφέ. Κοσμική διασκέδαση.
Και ένα κοινό που αναζητούσε κάτι διαφορετικό.
Ο Αττίκ κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι μπορούσε να μεταφέρει ένα μέρος της ευρωπαϊκής κουλτούρας της ψυχαγωγίας στην Αθήνα. Όχι αντιγράφοντάς την. Αλλά προσαρμόζοντάς την στην ελληνική πραγματικότητα.
Η "Μάντρα του Αττίκ": πολύ περισσότερο από ένα μαγαζί
Και κάπως έτσι γεννήθηκε ο μεγάλος μύθος. Η Μάντρα του Αττίκ. Οι πηγές τοποθετούν τη δημιουργία της γύρω στο 1930-1931. Η ΕΡΤ αναφέρει ότι λειτούργησε μέχρι την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και υπήρξε ένα πρωτοποριακό εγχείρημα για την εποχή του. (ert.gr)
Η λέξη "Μάντρα" ήταν χαρακτηριστική του ίδιου του Αττίκ. Δεν επρόκειτο για ένα πολυτελές κοσμικό κέντρο. Δεν ήταν ένα συνηθισμένο θέατρο. Δεν ήταν καμπαρέ με τη στενή έννοια. Ήταν κάτι ανάμεσα σε όλα αυτά.
Ένας χώρος όπου η μουσική συνυπήρχε με την πρόζα, τη σάτιρα, το χιούμορ, τον αυτοσχεδιασμό και την άμεση επικοινωνία με το κοινό.
Ο Αττίκ καθόταν στο πιάνο. Μιλούσε. Αστειευόταν. Σχολίαζε. Τραγουδούσε. Παρουσίαζε νέους καλλιτέχνες. Και πολλές φορές απαντούσε σε ανθρώπους του κοινού μέσα από αυτοσχέδιους στίχους.
Αυτή η σχέση δημιουργού και θεατή ήταν κάτι σχεδόν πρωτοφανές. Η απόσταση σκηνής και πλατείας μειωνόταν. Ο θεατής μπορούσε να γίνει κομμάτι της παράστασης.
Και ο Αττίκ μπορούσε να πάρει κάτι που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή και να το μετατρέψει σε τέχνη.
Το μεγάλο φυτώριο καλλιτεχνών
Η σημασία της "Μάντρας" δεν περιορίζεται στον ίδιο τον Αττίκ. Υπήρξε ένα πραγματικό φυτώριο νέων καλλιτεχνών.
Από εκεί πέρασαν ή αναδείχθηκαν ονόματα όπως η Δανάη Στρατηγοπούλου, η Λουίζα Ποζέλλι, η Ζωή Νάχη, η Καλή Καλό, η Κάκια Μένδρη, η Καίτη Ντιριντάουα και άλλοι καλλιτέχνες που αργότερα άφησαν τη δική τους σφραγίδα.
Ακόμη και ο Μίμης Τραϊφόρος ξεκίνησε ουσιαστικά την επαγγελματική του πορεία εκεί.
Ο Τραϊφόρος βρέθηκε αρχικά στη "Μάντρα" ως θεατής και λίγο αργότερα ο ίδιος ο Αττίκ τον κάλεσε να εμφανιστεί επαγγελματικά ως ποιητής, αντικαθιστώντας τον Ορέστη Λάσκο.
Αυτό μας δείχνει κάτι ακόμη. Ο Αττίκ είχε μάτι. Καταλάβαινε το ταλέντο. Και δεν φοβόταν να το βάλει δίπλα του.
Η Δανάη και «το αηδόνι του Αττίκ»
Μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές σχέσεις του ήταν με τη Δανάη Στρατηγοπούλου. Η Δανάη έγινε μία από τις σημαντικότερες ερμηνεύτριες των τραγουδιών του και συνδέθηκε τόσο στενά με το έργο του ώστε έμεινε γνωστή ως "το αηδόνι του Αττίκ".
Ήδη από τη δεκαετία του 1930 η Δανάη είχε καθιερωθεί ως ξεχωριστή ερμηνεύτρια του έργου του και ταυτίστηκε ιδιαίτερα με τραγούδια όπως:
- "Ζητάτε να σας πω"
- "Μαραμένα τα γιούλια"
- "Άδικα πήγαν τα νιάτα μου".
Η φωνή της είχε την ποιότητα που απαιτούσε το ύφος του Αττίκ. Δεν χρειαζόταν φωνητικές επιδείξεις. Χρειαζόταν λεπτότητα. Φράση. Συναίσθημα. Αφήγηση. Ακριβώς δηλαδή τα στοιχεία πάνω στα οποία στηριζόταν η μουσική του.
Ο έρωτας ως πρώτη ύλη
Αν υπάρχει μία λέξη που θα μπορούσε να συνοψίσει το έργο του Αττίκ, αυτή είναι ο έρωτας. Όχι όμως ο εύκολος, αισιόδοξος έρωτας. Ο έρωτας του Αττίκ είναι συνήθως τραυματισμένος. Υπάρχει κάτι που χάθηκε.
- Κάποιος έφυγε.
- Κάποιος θυμάται.
- Κάποιος προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι δεν πονά.
Και δεν είναι τυχαίο. Η προσωπική του ζωή υπήρξε έντονη και συχνά ταραγμένη. Οι γυναίκες που αγάπησε μετατρέπονταν πολύ συχνά σε πρόσωπα των τραγουδιών του.
Στην περίπτωση του Αττίκ, η διάκριση ανάμεσα στη βιογραφία και τη δημιουργία είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ο ίδιος φρόντιζε να την καταργεί.
Μαρίκα Φιλιππίδου: ο έρωτας που έγινε τραγούδι
Η πιο γνωστή από αυτές τις ιστορίες αφορά τη Μαρίκα Φιλιππίδου, δεύτερη σύζυγό του. Η σχέση τους υπήρξε θυελλώδης. Ο Αττίκ ήταν βαθιά ερωτευμένος μαζί της. Για εκείνη συνδέεται με ένα από τα ωραιότερα βαλς του: "Είδα μάτια"
Το "Είδα μάτια" του Αττίκ ερμηνευμένο από την Χριστίνα Σαμαρά
Η Μαρίκα όμως αργότερα έφυγε από τη ζωή του και παντρεύτηκε τον Σταμάτη Μερκούρη. Ο χωρισμός αυτός άφησε βαθύ αποτύπωμα στον δημιουργό. Και σύμφωνα με την πιο γνωστή αφήγηση, από αυτόν τον χωρισμό γεννήθηκε ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια στην ιστορία του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού.
«Ζητάτε να σας πω»: όταν μια προσωπική πληγή γίνεται αριστούργημα
Η ιστορία έχει περάσει πλέον στον θρύλο. Ένα βράδυ στη "Μάντρα", η Μαρίκα Φιλιππίδου εμφανίστηκε στο κοινό μαζί με τον νέο της σύζυγο. Κάποιοι θεατές την αναγνώρισαν.
Και άρχισαν να ζητούν από τον Αττίκ να τραγουδήσει το "Είδα μάτια", το κομμάτι που ήταν συνδεδεμένο μαζί της. Ο Αττίκ βρέθηκε μπροστά σε ένα εξαιρετικά άβολο προσωπικό θέαμα. Σύμφωνα με την αφήγηση που έχει διασωθεί από τον Αλέκο Σακελλάριο και επαναλαμβάνεται σε μεταγενέστερες πηγές, σηκώθηκε από το πιάνο και αποσύρθηκε για λίγα λεπτά.
Όταν επέστρεψε, δεν τραγούδησε το "Είδα μάτια". Παρουσίασε ένα καινούργιο τραγούδι. Το "Ζητάτε να σας πω".
Το "Ζητάτε να σας πω" από τη φωνή της Χάρις Αλεξίου
Η παράδοση θέλει το τραγούδι να έχει γραφτεί μέσα σε περίπου δέκα λεπτά. Αυτό το χρονικό στοιχείο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μέρος της ισχυρής προφορικής αφήγησης γύρω από τη "Μάντρα", όχι ως απολύτως εξακριβωμένο γεγονός.
Το βέβαιο όμως είναι πως η ιστορία αυτή περιγράφει απόλυτα τη φύση του Αττίκ. Το κοινό τον πληγώνει. Και εκείνος απαντά με τραγούδι. Όχι με θυμό. Με τέχνη.
«Ζητάτε να σας πω»: γιατί άντεξε
Το "Ζητάτε να σας πω" δεν επέζησε επειδή έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία από πίσω. Επέζησε επειδή μιλά για κάτι παγκόσμιο. Την προσπάθεια του ανθρώπου να ξεχάσει κάτι που δεν έχει ξεχάσει. Η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αντίφαση.
Ο αφηγητής προσπαθεί να πείσει τους άλλους - και τελικά τον ίδιο του τον εαυτό - ότι έχει προχωρήσει. Όμως όσο περισσότερο επιμένει ότι το παρελθόν δεν τον αγγίζει, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε ότι το παρελθόν είναι ακόμη εκεί.
Αυτή η ψυχολογική λεπτότητα είναι εξαιρετικά σύγχρονη. Γι’ αυτό και το τραγούδι εξακολούθησε να ερμηνεύεται από διαφορετικές γενιές. Το ύφος άλλαξε. Οι ενορχηστρώσεις άλλαξαν. Οι φωνές άλλαξαν. Αλλά το συναίσθημα παρέμεινε.
Ο Αττίκ δεν έγραφε μόνο θλίψη
Θα ήταν όμως άδικο να παρουσιάσουμε τον Αττίκ αποκλειστικά ως μελαγχολικό ερωτικό δημιουργό.
- Είχε εξαιρετικά ισχυρή σατιρική πλευρά.
- Έγραφε χιουμοριστικά τραγούδια.
- Σχολίαζε την καθημερινότητα.
- Έπαιζε με τη γλώσσα.
- Αυτοσχεδίαζε.
Διέθετε ένα λεπτό, ευρωπαϊκού τύπου χιούμορ που μπορούσε να γίνει αιχμηρό χωρίς να γίνεται χονδροειδές. Η ίδια η "Μάντρα" στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό σε αυτή τη διπλή φύση.
Από τη μία:
- ρομαντισμός.
- Μελαγχολία.
- Έρωτας.
Από την άλλη:
- σάτιρα.
- Ευφυολογία.
- Αυτοσχεδιασμός.
- Παιχνίδι με το κοινό.
Και αυτή η αντίθεση έκανε τον Αττίκ ολοκληρωμένο entertainer.
Τα τραγούδια που έμειναν
Ανάμεσα στα γνωστότερα τραγούδια του συγκαταλέγονται:
- Ζητάτε να σας πω
- Είδα μάτια
- Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
- Παπαρούνα
- Μαραμένα τα γιούλια
- Άδικα πήγαν τα νιάτα μου
- Τρεχαντήρι
Αν όμως τα ακούσει κανείς διαδοχικά, καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται απλώς για συλλογή επιτυχιών. Υπάρχει μια ενιαία προσωπικότητα. Μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη μελωδία. Ένας συγκεκριμένος τρόπος χειρισμού της ελληνικής γλώσσας. Και, κυρίως, μια συγκεκριμένη αντίληψη για τον ρομαντισμό.
Το μυστικό των στίχων του
Ο Αττίκ είχε ένα μεγάλο πλεονέκτημα.
Ήξερε ότι ο στίχος ενός τραγουδιού δεν πρέπει να μοιάζει απαραίτητα με ποίημα που απλώς μελοποιήθηκε. Πρέπει να τραγουδιέται.
Η γλώσσα του είναι μουσική. Οι φράσεις συχνά μοιάζουν καθημερινές. Όμως η τοποθέτησή τους μέσα στη μελωδία τις μεταμορφώνει.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους επηρέασε τόσο βαθιά την κατοπινή ελληνική τραγουδοποιία. Ο μεγάλος στιχουργός δεν είναι εκείνος που χρησιμοποιεί τις δυσκολότερες λέξεις.
Είναι εκείνος που κάνει μια απλή φράση να φαίνεται σαν να μην μπορούσε ποτέ να ειπωθεί διαφορετικά.
Και ο Αττίκ το γνώριζε αυτό πολύ πριν η ελληνική τραγουδοποιία αποκτήσει τη μεταπολεμική της ωριμότητα.
Το "Χρήμα" με την Ελένη Σφακιανάκη
Ευρωπαϊκός, αλλά απολύτως ελληνικός
Στη μουσική του μπορεί κανείς να ακούσει το Παρίσι.
- Το βαλς.
- Το chanson.
- Την οπερέτα.
- Το ευρωπαϊκό μουσικό θέατρο.
Αλλά ποτέ δεν ακούγεται σαν ξένος συνθέτης που απλώς γράφει ελληνικούς στίχους. Η ελληνικότητα βρίσκεται στην ιστορία.
- Στη φράση.
- Στο χιούμορ.
- Στη μελαγχολία.
- Στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον έρωτα.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγαλείο του. Πήρε μια ευρωπαϊκή μουσική γλώσσα και την έκανε αθηναϊκή.
Η Αθήνα του Αττίκ
Ο Αττίκ είναι ίσως ένας από τους τελευταίους δημιουργούς που δεν μπορούν να διαχωριστούν από την παλιά Αθήνα. Όχι από την Αθήνα ως γεωγραφία. Αλλά από μια συγκεκριμένη αθηναϊκή κουλτούρα.
- Τα θέατρα.
- Τα καφενεία.
- Τα ζαχαροπλαστεία.
- Τις βραδινές εξόδους.
- Τις μικρές ορχήστρες.
- Τους ανθρώπους που γνώριζαν προσωπικά τους καλλιτέχνες.
Τη μικρή ακόμη καλλιτεχνική κοινότητα όπου όλοι συναντιούνταν με όλους. Η "Μάντρα" ήταν σχεδόν η συμπύκνωση αυτής της Αθήνας. Μια πόλη όπου ένας συνθέτης μπορούσε ένα βράδυ να δεχθεί πείραγμα από το κοινό και λίγες στιγμές αργότερα να γεννήσει ένα τραγούδι που θα ακουγόταν έναν αιώνα αργότερα.
Μια θεατρική ερμηνεία του "Της μιας δραχμής τα γιασεμιά" από τον Μίμη Χρυσομάλλη
Ο πόλεμος αλλάζει τα πάντα
Και ύστερα ήρθε το 1940. Η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο. Η εποχή της προπολεμικής ανεμελιάς τελείωσε σχεδόν απότομα. Η "Μάντρα" σταμάτησε να λειτουργεί με τη μορφή που την είχε κάνει γνωστή.
Ο κόσμος του Αττίκ άρχισε να καταρρέει γύρω του. Η Κατοχή ήταν ιδιαίτερα σκληρή για έναν άνθρωπο με τη δική του ψυχοσύνθεση.
Η φτώχεια. Η βία. Η πείνα. Η καθημερινή ταπείνωση. Και πάνω απ’ όλα η αίσθηση ότι ο πολιτισμός στον οποίο είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του είχε καταρρεύσει.
Συγγενικές μαρτυρίες που έχουν καταγραφεί από την ΕΡΤ αναφέρονται στις δύσκολες εμπειρίες της Κατοχής και στη βαθιά επίδρασή τους στον ψυχισμό του. (ert.gr)
«Χειροκροτήματα»: η ζωή του γίνεται κινηματογράφος
Το 1944, λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, ο Αττίκ εμφανίστηκε στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα "Χειροκροτήματα" Η επιλογή ήταν σχεδόν προφητική. Έχει έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία.
- Ένας καλλιτέχνης.
- Η σκηνή.
- Το κοινό.
- Η δόξα.
- Η μοναξιά πίσω από το χειροκρότημα.
Ο ίδιος ο Αττίκ ουσιαστικά υποδύεται μια παραλλαγή του εαυτού του. Σήμερα τα "Χειροκροτήματα" έχουν ακόμη μεγαλύτερη αξία. Δεν είναι απλώς κινηματογραφικό έργο. Είναι ένα από τα ελάχιστα παράθυρα μέσα από τα οποία μπορούμε να δούμε τον ίδιο τον Αττίκ να κινείται, να παίζει και να υπάρχει.
29 Αυγούστου 1944: το τραγικό τέλος
Ο Αττίκ πέθανε στις 29 Αυγούστου 1944, σε ηλικία 59 ετών. Η τελευταία περίοδος της ζωής του είχε σημαδευτεί από έντονη μελαγχολία και από τα δεινά της Κατοχής. Γύρω από τις ακριβείς συνθήκες των τελευταίων ωρών του έχουν διασωθεί διαφορετικές αφηγήσεις και λεπτομέρειες.
Δεν χρειάζεται όμως να μετατρέψουμε το τέλος σε μύθο για να καταλάβουμε την τραγικότητά του.
Ένας άνθρωπος που είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του δημιουργώντας έναν χώρο γεμάτο μουσική, γέλιο, έρωτα και κομψότητα έφυγε μέσα σε μια Αθήνα κατεχόμενη, εξαντλημένη και βίαιη.
Λίγους μήνες αργότερα η πόλη θα ήταν ελεύθερη. Ο Αττίκ δεν πρόλαβε να τη δει.
Ήταν πράγματι ο «πατέρας» του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού;
Οι χαρακτηρισμοί αυτού του είδους είναι πάντα επικίνδυνοι. Το ελληνικό ελαφρό τραγούδι δεν δημιουργήθηκε από έναν μόνο άνθρωπο. Προϋπήρχαν η οπερέτα, η καντάδα, το μουσικό θέατρο και σημαντικοί συνθέτες.
Όμως ο Αττίκ έκανε κάτι διαφορετικό. Ένωσε:
- τον συνθέτη,
- τον στιχουργό,
- τον ερμηνευτή,
- τον παρουσιαστή
- και τον θεατρικό άνθρωπο
στο ίδιο πρόσωπο.
Και πάνω από όλα δημιούργησε μια εντελώς προσωπική μουσική ταυτότητα. Υπό αυτή την έννοια, βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε singer-songwriter. Δεκαετίες πριν χρησιμοποιήσουμε τον όρο.
Η μεγάλη του καινοτομία: ο εαυτός του
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη καινοτομία του Αττίκ να μην ήταν μουσική. Ήταν προσωπική. Έβαλε τον εαυτό του μέσα στο τραγούδι. Δεν προσπαθούσε να κρύψει ότι πονά. Δεν προσπαθούσε να εμφανίζεται ως απρόσωπος επαγγελματίας δημιουργός.
Έγραφε για τις γυναίκες που αγάπησε. Για τις απογοητεύσεις του. Για τις αναμνήσεις του. Για τη μελαγχολία του. Και αυτή η έκθεση δημιούργησε μια πρωτοφανή σχέση εμπιστοσύνης με το κοινό.
Οι ακροατές δεν άκουγαν απλώς έναν τραγουδιστή. Άκουγαν έναν άνθρωπο να τους εξομολογείται κάτι.
Από τον Αττίκ στον Χατζιδάκι
Δεν υπάρχει μια απλή ευθεία γραμμή που οδηγεί από τον Αττίκ στον Χατζιδάκι.
Υπάρχει όμως αισθητική συγγένεια.
- Η λεπτότητα.
- Η αστική ευαισθησία.
- Η σημασία του στίχου.
- Η ειρωνεία.
- Η συνύπαρξη μελαγχολίας και χιούμορ.
- Η ευρωπαϊκή μουσική παιδεία χωρίς απόρριψη της ελληνικής πραγματικότητας.
Ο κόσμος του Αττίκ βρίσκεται βαθιά μέσα στο DNA ενός κομματιού του μεταγενέστερου ελληνικού τραγουδιού. Ακόμη και όταν οι επόμενοι δημιουργοί δεν τον μιμούνται, συνεχίζουν κατά κάποιον τρόπο μια παράδοση που εκείνος βοήθησε να διαμορφωθεί: την παράδοση του προσωπικού ελληνικού τραγουδιού.
Γιατί πρέπει να ακούσουμε τον Αττίκ σήμερα
Δεν υπάρχει λόγος να προσποιηθούμε ότι τα τραγούδια του ακούγονται σύγχρονα με την επιφανειακή έννοια.
Δεν ακούγονται. Οι ενορχηστρώσεις ανήκουν σε άλλη εποχή. Η εκφορά του λόγου είναι διαφορετική. Οι κοινωνικοί κώδικες έχουν αλλάξει.
Αλλά αυτό δεν είναι αδυναμία.Είναι μέρος της αξίας τους. Γιατί πίσω από το ύφος της εποχής υπάρχουν συναισθήματα εντυπωσιακά αναγνωρίσιμα.
- Η ζήλια.
- Η απώλεια.
- Η προσποίηση ότι ξεχάσαμε.
- Η ανάγκη να αγαπηθούμε.
- Η αμηχανία όταν συναντάμε ξανά έναν παλιό έρωτα.
- Η νοσταλγία για κάτι που ξέρουμε ότι δεν θα επιστρέψει.
Αυτά δεν παλιώνουν.
Δέκα τραγούδια για να γνωρίσει κανείς τον Αττίκ
Για κάποιον που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του, η καλύτερη προσέγγιση δεν είναι να προσπαθήσει να ακούσει τα πάντα.
Αλλά να ξεκινήσει από τις βασικές πλευρές του κόσμου του.
1. Ζητάτε να σας πω
2. Είδα μάτια
3. Μαραμένα τα γιούλια
4. Της μιας δραχμής τα γιασεμιά.
5. Παπαρούνα
6. Άδικα πήγαν τα νιάτα μου
7. Τρεχαντήρι
8. Το χρήμα
9. Δεν σου πάει το πάχος Δημητράκη
10. Αν βγουν αλήθεια
Και δίπλα σε αυτά αξίζει να αναζητήσει κανείς τις λιγότερο γνωστές συνθέσεις και τα έργα της παρισινής περιόδου του, καθώς εκεί αποκαλύπτεται το εύρος ενός δημιουργού πολύ μεγαλύτερου από τις λίγες επιτυχίες με τις οποίες συνήθως ταυτίζεται.
Ο Θέμης Ανδρεάδης στο σατιρικό "Δεν σου πάει το πάχος Δημητράκη"
Η παρακαταθήκη
Ο Αττίκ έφυγε το 1944.
Η Ελλάδα που γνώριζε θα άλλαζε αμέσως μετά με ταχύτητα που πιθανότατα ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να φανταστεί.
- Το λαϊκό τραγούδι θα κυριαρχούσε.
- Ο Τσιτσάνης θα γινόταν κεντρική μορφή.
- Θα έρχονταν ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης.
- Η δισκογραφία θα άλλαζε.
- Ο κινηματογράφος θα γνώριζε τη χρυσή εποχή του.
- Η τηλεόραση θα έμπαινε στα σπίτια.
- Και το ελαφρό τραγούδι του Μεσοπολέμου θα γινόταν σταδιακά ανάμνηση.
Ο Αττίκ όμως δεν εξαφανίστηκε μαζί του. Γιατί είχε γράψει τραγούδια που κατάφεραν να ξεφύγουν από την εποχή τους. Και ίσως αυτό να είναι το μοναδικό πραγματικό κριτήριο της μεγάλης τέχνης.
Add comment
Comments