Υπάρχουν ολοκληρωτικά καθεστώτα που απαγορεύουν στους ανθρώπους να μιλούν. Και υπάρχουν καθεστώτα που κάνουν κάτι ακόμη πιο τρομακτικό: αποφασίζουν τι εννοούσαν όταν μίλησαν.

Από τον Γ.Δ. | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Το "Αστείο" του Μίλαν Κούντερα αρχίζει από κάτι σχεδόν ασήμαντο. Μια καρτ ποστάλ. Μερικές λέξεις. Ένα νεανικό πείραγμα.
Και από αυτή τη μικρή πράξη ξεκινά μια αλυσίδα γεγονότων που θα καταστρέψει τη ζωή ενός ανθρώπου.
- Ο Λούντβικ Γιαν δεν οργανώνει συνωμοσία.
- Δεν επιχειρεί να ανατρέψει το καθεστώς.
- Δεν γράφει κάποιο αντικαθεστωτικό μανιφέστο.
Κάνει κάτι πολύ πιο καθημερινό. Κάνει ένα αστείο.
Μόνο που στον κόσμο του Κούντερα το αστείο παύει να ανήκει σε εκείνον που το έκανε. Το Κόμμα θα αποφασίσει τι σημαίνει. Και μαζί με το νόημα των λέξεών του θα αποφασίσει και τη μοίρα του.
Αυτό είναι το τρομακτικό σημείο εκκίνησης ενός από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Γιατί "Το Αστείο" δεν είναι απλώς ένα βιβλίο για τον κομμουνισμό. Είναι ένα βιβλίο για κάτι πολύ μεγαλύτερο: τι συμβαίνει όταν η εξουσία αποκτά το δικαίωμα να ερμηνεύει τον άνθρωπο.
Όλα αρχίζουν με μια καρτ ποστάλ
Ο νεαρός Λούντβικ είναι φοιτητής και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Δεν είναι αντικομμουνιστής. Αντιθέτως, αποτελεί μέρος του νέου κόσμου που οικοδομείται στην Τσεχοσλοβακία μετά την επικράτηση των κομμουνιστών.
Είναι όμως ειρωνικός. Σαρκαστικός. Και κυρίως δεν διαθέτει εκείνη την απόλυτη σοβαρότητα που απαιτούν οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι βρίσκονται στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.
Όταν μια νεαρή γυναίκα που τον ενδιαφέρει, η Μαρκέτα, συμμετέχει σε κομματικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα και του γράφει γεμάτη ενθουσιασμό για το επαναστατικό πνεύμα που επικρατεί εκεί, ο Λούντβικ ενοχλείται.
Και αποφασίζει να την πειράξει. Της στέλνει μια καρτ ποστάλ με ένα προκλητικό πολιτικό μήνυμα. Για εκείνον είναι ειρωνεία. Για το Κόμμα είναι απόδειξη.Και εδώ βρίσκεται ολόκληρος ο μηχανισμός του βιβλίου.
Ο Λούντβικ λέει ουσιαστικά: "Μα ήταν αστείο".
Το σύστημα απαντά: "Δεν έχει σημασία".
Όταν η εξουσία καταργεί την ειρωνεία
Για να υπάρξει χιούμορ χρειάζεται κάτι πολύ σημαντικό: η δυνατότητα μιας φράσης να έχει περισσότερα από ένα νοήματα.
- Μπορώ να πω κάτι και να εννοώ το αντίθετο.
- Μπορώ να υπερβάλλω.
- Μπορώ να σαρκάζω.
- Μπορώ να παίζω με τις λέξεις.
- Μπορώ ακόμη και να λέω ανοησίες.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σύγκρουση ανάμεσα στο χιούμορ και στον ολοκληρωτισμό.
Το χιούμορ χρειάζεται αμφισημία. Η ιδεολογία απαιτεί βεβαιότητα. Για το Κόμμα δεν υπάρχει "ίσως". Δεν υπάρχει "αστειευόμουν". Δεν υπάρχει δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Οι λέξεις πρέπει να σημαίνουν αυτό που η ιδεολογία ορίζει ότι σημαίνουν.
Και έτσι μια καρτ ποστάλ μετατρέπεται σε πολιτικό τεκμήριο.

Το πραγματικό έγκλημα του Λούντβικ
Ο Λούντβικ καλείται να απολογηθεί. Οι σύντροφοί του τον ανακρίνουν. Τι εννοούσε; Γιατί το έγραψε; Πιστεύει πραγματικά αυτές τις ιδέες; Είναι εχθρός;
Και τότε εμφανίζεται ένα από τα πιο τρομακτικά χαρακτηριστικά κάθε ιδεολογικού μηχανισμού.
Δεν εξετάζεται πλέον μια πράξη. Εξετάζεται ο άνθρωπος. Το ερώτημα δεν είναι: "Τι έκανες;" Το ερώτημα γίνεται: "Τι είσαι;"
Και από τη στιγμή που το σύστημα αποφασίσει τι είσαι, όλα τα υπόλοιπα μπορούν να ερμηνευθούν ώστε να επιβεβαιώνουν την απόφαση. Ο Λούντβικ χαρακτηρίζεται πολιτικά ύποπτος. Διαγράφεται από το Κόμμα. Αποβάλλεται από το πανεπιστήμιο.
Στέλνεται στον στρατό, σε μονάδα καταναγκαστικής εργασίας μαζί με άλλους πολιτικά ανεπιθύμητους. Μερικές λέξεις γραμμένες για πλάκα αποκτούν συνέπειες ετών.
Η τρομακτική δύναμη της σοβαρότητας
Ο Κούντερα αντιλαμβάνεται κάτι βαθύτερο από την απλή πολιτική καταπίεση. Οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες δεν φοβούνται μόνο την αντίσταση. Φοβούνται και το γέλιο.
Γιατί εκείνος που γελά αποκτά για μια στιγμή απόσταση από αυτό που βρίσκεται μπροστά του.
Δεν προσκυνά. Παρατηρεί.
Και ενδεχομένως βλέπει το γελοίο εκεί όπου η εξουσία απαιτεί να δει το μεγαλείο. Ο άνθρωπος που γελά μπροστά σε ένα πολιτικό δόγμα διαπράττει επομένως ένα παράξενο αδίκημα: αρνείται να το πάρει τόσο σοβαρά όσο απαιτεί το ίδιο.
Γι’ αυτό και το αστείο του Λούντβικ είναι επικίνδυνο. Όχι επειδή μπορεί να ανατρέψει το καθεστώς. Αλλά επειδή για μια στιγμή αρνείται να δεχθεί την απόλυτη σοβαρότητά του.
Το ιστορικό πλαίσιο
"Το Αστείο" εκδόθηκε στην Τσεχοσλοβακία το 1967. Η εποχή έχει τεράστια σημασία. Το κομμουνιστικό καθεστώς περνά μια περίοδο σταδιακής πολιτιστικής και πολιτικής χαλάρωσης. Διανοούμενοι και συγγραφείς αρχίζουν να αμφισβητούν ανοιχτά τη λογοκρισία και τον σταλινισμό.
Λίγους μήνες αργότερα θα ξεκινήσει η Άνοιξη της Πράγας. Η προσπάθεια δημιουργίας ενός πιο ελεύθερου "σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο" θα τελειώσει τον Αύγουστο του 1968, όταν τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας θα εισβάλουν στην Τσεχοσλοβακία.
Το βιβλίο του Κούντερα θα εξαφανιστεί από την επίσημη πολιτιστική ζωή της χώρας. Η ειρωνεία είναι σχεδόν κουντερική: ένα μυθιστόρημα για έναν άνθρωπο που τιμωρείται επειδή οι λέξεις του θεωρήθηκαν πολιτικά επικίνδυνες θα θεωρηθεί και το ίδιο πολιτικά επικίνδυνο.
Όμως ο Κούντερα στήνει μια δεύτερη παγίδα
Θα ήταν πολύ εύκολο το "Αστείο" να τελειώνει εδώ. Ο αθώος άνθρωπος απέναντι στο απάνθρωπο καθεστώς. Ο Λούντβικ ως θύμα. Το Κόμμα ως θύτης. Μόνο που ο Κούντερα δεν γράφει προπαγάνδα. Και γι’ αυτό κάνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον. Αφήνει τα χρόνια να περάσουν.
Ο Λούντβικ επιβιώνει. Αλλά δεν ξεχνά. Η ταπείνωση μετατρέπεται σταδιακά σε μνησικακία. Και η μνησικακία σε επιθυμία εκδίκησης. Τότε εμφανίζεται ο Πάβελ Ζέμανεκ. Ένας από τους ανθρώπους που είχαν συμβάλει στην καταδίκη του.
Ο Λούντβικ αποφασίζει να τον εκδικηθεί. Και βρίσκει τον τρόπο. Θα αποπλανήσει τη γυναίκα του.
Η εκδίκηση
Το σχέδιο φαίνεται τέλειο. Ο άνθρωπος που κάποτε συμμετείχε στην καταστροφή της ζωής του θα πληρώσει. Ο Λούντβικ θα κοιμηθεί με τη σύζυγό του, την Έλενα. Δεν τον ενδιαφέρει πραγματικά εκείνη. Είναι μέσο. Ένα εργαλείο εκδίκησης.
Και τότε συμβαίνει η δεύτερη μεγάλη ειρωνεία του μυθιστορήματος: Η εκδίκηση αποτυγχάνει. Όχι επειδή ο Λούντβικ δεν καταφέρνει το σχέδιό του. Αλλά επειδή ανακαλύπτει ότι το σχέδιο βασιζόταν σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Ο γάμος του Ζέμανεκ έχει ουσιαστικά τελειώσει.
Ο παλιός κομματικός ζηλωτής έχει προσαρμοστεί στις νέες εποχές. Η γυναίκα που υποτίθεται ότι θα χρησιμοποιούνταν για να τον πληγώσει δεν έχει πλέον αυτή τη δύναμη.
Ο Λούντβικ καταφέρνει την εκδίκησή του. Και ακριβώς γι’ αυτό αποτυγχάνει.
Δεν μπορούμε να εκδικηθούμε το παρελθόν
Εδώ το "Αστείο" παύει οριστικά να είναι απλώς ένα μυθιστόρημα για τον σταλινισμό. Ο πραγματικός αντίπαλος του Λούντβικ δεν είναι πλέον το Κόμμα. Ούτε ο Ζέμανεκ. Είναι ο χρόνος.
Ο Λούντβικ θέλει να επιστρέψει στο παρελθόν και να διορθώσει έναν λογαριασμό. Μόνο που ο άνθρωπος που θέλει να τιμωρήσει δεν είναι πλέον ο ίδιος άνθρωπος. Η κοινωνία δεν είναι η ίδια. Οι σχέσεις έχουν αλλάξει. Ο κόσμος έχει προχωρήσει.
Μόνο το μίσος του Λούντβικ έχει μείνει στο ίδιο σημείο. Και αυτή ίσως είναι η σκληρότερη ιδέα του βιβλίου. Μπορεί να περάσουμε ολόκληρη τη ζωή μας προσπαθώντας να απαντήσουμε σε κάτι που συνέβη πριν από είκοσι χρόνια.
Αλλά όταν επιτέλους έρθει η στιγμή της απάντησης, μπορεί να ανακαλύψουμε ότι δεν υπάρχει πλέον κανείς για να την παραλάβει.
Ο θύτης μπορεί να ξεχάσει – το θύμα όχι
Υπάρχει μια βαθιά ασυμμετρία στην ανθρώπινη μνήμη. Για εκείνον που προκάλεσε ένα γεγονός, μπορεί να ήταν μία ημέρα. Για εκείνον που το υπέστη, μπορεί να έγινε ολόκληρη η ζωή του.
Ο Ζέμανεκ μπορεί να προχωρήσει. Ο Λούντβικ δυσκολεύεται.
Και κάπως έτσι ο άνθρωπος που υπήρξε θύμα της Ιστορίας κινδυνεύει να γίνει φυλακισμένος της ίδιας του της μνήμης.
Το καθεστώς τον τιμώρησε κάποτε. Χρόνια αργότερα όμως το καθεστώς δεν χρειάζεται πλέον να κάνει τίποτε. Ο Λούντβικ συνεχίζει μόνος του την τιμωρία.
Η μεγαλύτερη ειρωνεία
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό "αστείο" του τίτλου.
Ο Λούντβικ έκανε κάποτε ένα αστείο. Οι άλλοι το πήραν σοβαρά. Και του κατέστρεψαν τη ζωή. Χρόνια αργότερα εκείνος παίρνει τόσο σοβαρά το παρελθόν του ώστε επιχειρεί να οργανώσει τη ζωή του γύρω από μια εκδίκηση.
Και η πραγματικότητα γελά μαζί του. Το πρώτο αστείο δεν θεωρήθηκε αστείο. Η εκδίκηση, αντίθετα, καταλήγει σχεδόν σε αστείο.
Ο Κούντερα έχει κλείσει τον κύκλο.
Ποιος κατέχει το νόημα των λέξεων;
Υπάρχει όμως ένα ακόμη βαθύτερο ερώτημα. Ποιος αποφασίζει τι σημαίνει μια φράση;
- Εκείνος που τη λέει;
- Εκείνος που την ακούει;
- Η κοινωνία;
- Η εξουσία;
Αν γράψω κάτι ειρωνικά αλλά κάποιος το εκλάβει κυριολεκτικά, ποια από τις δύο ερμηνείες είναι "αληθινή"; Στην καθημερινή ζωή αυτό μπορεί να προκαλέσει μια παρεξήγηση. Όταν όμως παρεμβάλλεται η πολιτική εξουσία, η παρεξήγηση μπορεί να μετατραπεί σε καταδίκη.
Το κράτος αποκτά τότε μια τρομακτική δύναμη: δεν ελέγχει απλώς τι επιτρέπεται να λες. Ελέγχει τι σημαίνουν αυτά που λες.
Και ίσως αυτή να είναι μια πολύ βαθύτερη μορφή λογοκρισίας.
Γιατί το "Αστείο" παραμένει σύγχρονο
Θα ήταν βολικό να διαβάσουμε σήμερα το βιβλίο ως ιστορία μιας μακρινής εποχής.
Τσεχοσλοβακία. Κομμουνισμός. Δεκαετία του 1950. Κομματικές επιτροπές. Διαγραφές. Μόνο που ο μηχανισμός που περιγράφει ο Κούντερα είναι πολύ πιο διαχρονικός.
Κάθε κοινωνία στην οποία μια φράση αποσπάται από το πλαίσιο μέσα στο οποίο ειπώθηκε αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα. Κάθε εποχή στην οποία η πρόθεση θεωρείται λιγότερο σημαντική από την ερμηνεία.
Κάθε περιβάλλον στο οποίο μια παλιά φράση μπορεί να επιστρέψει χρόνια αργότερα και να χρησιμοποιηθεί ως οριστική απόδειξη για τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου.
- Οι τεχνολογίες αλλάζουν.
- Οι ιδεολογίες αλλάζουν.
- Οι μηχανισμοί κοινωνικής καταδίκης αλλάζουν.
Το ερώτημα του Κούντερα παραμένει: Μπορεί ένας άνθρωπος να είναι κάτι περισσότερο από τη χειρότερη φράση που είπε κάποτε;
Ο Κούντερα δεν έγραψε πολιτικό φυλλάδιο
Αυτό είναι απαραίτητο για να καταλάβουμε το βιβλίο. Ο ίδιος ο Κούντερα αντιστεκόταν στην ιδέα ότι "Το Αστείο" πρέπει να διαβάζεται απλώς ως καταγγελία του σταλινισμού. Γιατί τότε το μυθιστόρημα θα πέθαινε μαζί με την εποχή που περιγράφει.
Το πραγματικό του θέμα είναι πολύ μεγαλύτερο.
- Είναι η μνήμη.
- Η ειρωνεία.
- Η εκδίκηση.
- Η αδυναμία μας να επιστρέψουμε στο παρελθόν.
- Η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που λέμε και σε αυτό που καταλαβαίνουν οι άλλοι.
- Και πάνω απ’ όλα η τρομακτική ικανότητα της Ιστορίας να μετατρέπει κάτι ασήμαντο σε πεπρωμένο.
Ένα αστείο που κράτησε μια ζωή
Αυτό τελικά κάνει το μυθιστόρημα τόσο δυνατό. Στην αρχή πιστεύουμε ότι διαβάζουμε την ιστορία ενός ανθρώπου που καταστράφηκε από ένα αυταρχικό καθεστώς.
Στο τέλος αντιλαμβανόμαστε ότι διαβάζουμε κάτι πολύ πιο οικουμενικό. Την ιστορία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να νικήσει το παρελθόν. Και ανακαλύπτει ότι το παρελθόν δεν βρίσκεται πια εκεί.
Υπάρχει μόνο μέσα του.
Ο Λούντβικ έγραψε κάποτε μερικές λέξεις σε μια καρτ ποστάλ.
- Οι λέξεις ταξίδεψαν.
- Ερμηνεύθηκαν.
- Καταδικάστηκαν.
- Άλλαξαν τη ζωή του.
Και δεκαετίες αργότερα εξακολουθούν να καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο.
Ίσως λοιπόν το βαθύτερο ερώτημα του Κούντερα να μην είναι: "Μπορεί ένα αστείο να καταστρέψει μια ζωή;"
Αλλά κάτι πολύ πιο δύσκολο: Όταν κάποιος άλλος έχει καταστρέψει ένα κομμάτι της ζωής μας, πόσο από το υπόλοιπο θα του επιτρέψουμε να κρατήσει;
Και εκεί ακριβώς το "Αστείο" παύει να είναι ένα μυθιστόρημα για την κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία.
Γίνεται ένα μυθιστόρημα για όλους μας.
Add comment
Comments