Υπάρχουν καλλιτέχνες που αλλάζουν ύφος στη διάρκεια της ζωής τους. Και υπάρχει ο Κώστας Γιαννίδης. Ένας άνθρωπος που κατάφερε κάτι πολύ πιο παράξενο: να δημιουργήσει σχεδόν δύο διαφορετικές καλλιτεχνικές προσωπικότητες, να τις υπηρετήσει παράλληλα επί δεκαετίες και να διακριθεί και με τις δύο.
Για το μεγάλο κοινό ήταν ο Κώστας Γιαννίδης. Ο άνθρωπος πίσω από τραγούδια όπως:
- "Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου"
- "Πόσο λυπάμαι"
- "Πάμε σαν άλλοτε"
- "Λες και ήταν χθες"
- "Θα ’ρθω μια νύχτα με φεγγάρι"
- "Ξύπνα αγάπη μου".
Για τον κόσμο της λόγιας μουσικής, όμως, ήταν κάποιος άλλος. Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης.
Συνθέτης συμφωνικών έργων, μουσικής δωματίου, έργων για πιάνο και τραγουδιών βασισμένων συχνά στην ελληνική μουσική παράδοση. Δεν επρόκειτο για καλλιτεχνική σχιζοφρένεια. Το αντίθετο.
Η σύγχρονη μουσικολογική αποτίμηση τον περιγράφει εύστοχα ως έναν δημιουργό "διπλό, αλλά όχι διχασμένο": έναν συνθέτη που υπηρέτησε με την ίδια σοβαρότητα το ελαφρό τραγούδι και την κλασική μουσική.
Και ακριβώς αυτή η διπλή ζωή εξηγεί γιατί η μουσική του έχει κάτι που ξεχωρίζει. Πίσω από τη φαινομενική απλότητα των τραγουδιών του υπάρχει ένας μουσικός με βαθιά ευρωπαϊκή παιδεία. Πίσω από ένα βαλς κρύβεται ένας συμφωνικός συνθέτης.
Πίσω από ένα φοξ τροτ ένας άνθρωπος που γνώριζε πολύ καλά την αρμονία, την ενορχήστρωση και τη μεγάλη ευρωπαϊκή μουσική παράδοση. Και πίσω από το όνομα "Κώστας Γιαννίδης" κρυβόταν ένας Μικρασιάτης που είχε ήδη ζήσει έναν ολόκληρο κόσμο πριν ακόμη φτάσει στην Αθήνα.
Σμύρνη, 1903
Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 21 Αυγούστου 1903. Μεγάλωσε σε εύπορη οικογένεια και ήρθε πολύ νωρίς σε επαφή με τη μουσική, κάνοντας μαθήματα πιάνου και αρμονίας.
Για να καταλάβουμε όμως τον μετέπειτα Γιαννίδη, πρέπει να καταλάβουμε πρώτα τη Σμύρνη. Η Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα δεν ήταν μια συνηθισμένη επαρχιακή πόλη. Ήταν ένα από τα μεγάλα εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα της ανατολικής Μεσογείου.
- Έλληνες.
- Τούρκοι.
- Αρμένιοι.
- Εβραίοι.
- Λεβαντίνοι.
- Ευρωπαίοι έμποροι και διπλωμάτες.
- Θέατρα.
- Καφέ.
- Ευρωπαϊκές ορχήστρες.
- Ανατολίτικες μουσικές.
- Όπερα.
- Οπερέτα.
- Δημοτικά τραγούδια.
- Κοσμικές αίθουσες.
Όλα αυτά συνυπήρχαν.
Η εντυπωσιακή ευκολία με την οποία ο Κωνσταντινίδης κινήθηκε αργότερα ανάμεσα σε διαφορετικά μουσικά είδη συνδέεται ακριβώς με αυτή την πολυπολιτισμική μουσική εμπειρία της Σμύρνης.
Ίσως λοιπόν οι "δύο ζωές" του δεν γεννήθηκαν στο Βερολίνο. Ίσως είχαν αρχίσει ήδη στη Σμύρνη.
Ένα παιδί μαγεμένο από το θέατρο
Ο ίδιος ο Γιαννίδης θυμόταν αργότερα ότι σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών είχε παρακολουθήσει παράσταση με πρωταγωνίστρια την Κυβέλη. Θυμόταν επίσης τις πρώτες οπερέτες που είδε και, αργότερα, τις επιθεωρήσεις. Τις αποκαλούσε ουσιαστικά "σεμινάριο" για τη μετέπειτα καριέρα του.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί. Το μουσικό θέατρο συνδύαζε όλα όσα αργότερα θα τον απασχολούσαν:
- μουσική,
- λόγο,
- ρυθμό,
- σκηνική δράση,
- χιούμορ,
- χορό,
- μελωδία.
Ο Κωνσταντινίδης δεν μεγάλωσε αντιλαμβανόμενος τη μουσική αποκλειστικά ως κάτι που παίζεται σε μια αίθουσα συναυλιών. Την έβλεπε ως ζωντανό θέαμα. Αυτό θα αποδεικνυόταν καθοριστικό.
1922: η μεγάλη τομή
Το 1922 άλλαξε τη μοίρα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων του μικρασιατικού ελληνισμού. Και άλλαξε και τη ζωή του νεαρού μουσικού. Την ίδια χρονιά ο Κωνσταντινίδης βρέθηκε στη Γερμανία για να συνεχίσει τις σπουδές του.
Πέρασε αρχικά από τη Δρέσδη και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου σπούδασε μουσική και συνδέθηκε με έναν άλλο μεγάλο Έλληνα συνθέτη της εποχής, τον Νίκο Σκαλκώτα.
Η φιλία αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γιατί ο Σκαλκώτας θα γινόταν μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής λόγιας μουσικής. Ο Κωνσταντινίδης, αντίθετα, θα κατάφερνε να ζει ταυτόχρονα μέσα στη λόγια και τη δημοφιλή μουσική.
Οι δρόμοι τους ήταν διαφορετικοί. Το επίπεδο της μουσικής τους παιδείας όμως ήταν συγγενές.
Το Βερολίνο της δεκαετίας του 1920
Αν το Παρίσι υπήρξε η μεγάλη σχολή του Αττίκ, το Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης υπήρξε η μεγάλη σχολή του Γιαννίδη. Και ήταν ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος.
- Καμπαρέ.
- Τζαζ.
- Μουσικό θέατρο.
- Πολιτική σάτιρα.
- Πειραματισμός.
- Χορευτικές ορχήστρες.
- Σινεμά.
- Ραδιόφωνο.
Μια πόλη που ζούσε με σχεδόν πυρετώδη ένταση. Ο Κωνσταντινίδης δεν περιορίστηκε στις ακαδημαϊκές του σπουδές. Έπαιζε πιάνο σε καμπαρέ, θέατρα και κινηματογράφους και εργάστηκε ακόμη και στο ραδιόφωνο.
Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Γιατί παράλληλα με τη μεγάλη μουσική παιδεία του, μάθαινε κάτι που δεν διδάσκεται εύκολα στα ωδεία: πώς λειτουργεί η μουσική μπροστά σε πραγματικό κοινό.
- Πότε μια μελωδία συγκινεί.
- Πότε ένας ρυθμός κάνει τον κόσμο να κινηθεί.
- Πώς γράφεται μουσική για θέατρο.
- Πώς συνοδεύεται μια σκηνή.
- Πώς ένα τραγούδι πρέπει να φτάσει στον ακροατή σχεδόν αμέσως.
Αυτή η εμπειρία θα γίνει αργότερα ένα από τα μεγαλύτερα όπλα του.
Η πρώτη οπερέτα
Στη Γερμανία εμφανίστηκε και ως συνθέτης. Η πρώτη του παρουσία στο μουσικό θέατρο συνδέεται με την οπερέτα "Το μικρόβιο της αγάπης", η οποία παρουσιάστηκε στο Θέατρο του Στράλσουντ.
Η επιλογή της οπερέτας δεν ήταν τυχαία. Αποτελούσε το ιδανικό πεδίο για έναν μουσικό σαν τον Κωνσταντινίδη. Χρειαζόταν κλασική τεχνική. Αλλά ταυτόχρονα απαιτούσε αμεσότητα.
- Θέατρο.
- Ρυθμό.
- Χιούμορ.
- Μελωδία.
Με λίγα λόγια, ακριβώς τη συνύπαρξη "σοβαρού" και "ελαφρού" που θα χαρακτήριζε ολόκληρη τη ζωή του.
1931: Αθήνα
Το 1931 εγκατέλειψε τη Γερμανία και ήρθε στην Αθήνα. Η συνάντησή του με τον θεατρικό συγγραφέα Δημήτρη Γιαννουκάκη υπήρξε καθοριστική και συνέβαλε στην απόφασή του να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα.
Και τότε προέκυψε ένα πρακτικό πρόβλημα. Υπήρχε ήδη στην αθηναϊκή μουσική ζωή ένας συνθέτης με το επώνυμο Κωνσταντινίδης. Χρειαζόταν λοιπόν ένα άλλο όνομα για το μουσικό θέατρο και το ελαφρό τραγούδι.
Έτσι γεννήθηκε ο: Κώστας Γιαννίδης.
Ουσιαστικά πήρε το "Γιάννης Κωνσταντινίδης" και δημιούργησε από αυτό μια νέα σκηνική ταυτότητα. Από εκείνη τη στιγμή οι δύο κόσμοι θα διαχωρίζονταν.
Γιάννης Κωνσταντινίδης: η λόγια μουσική.
Κώστας Γιαννίδης: η επιθεώρηση, η οπερέτα, ο κινηματογράφος, το ελαφρό τραγούδι.
Δύο ονόματα – ένας μουσικός
Ο ίδιος ο Γιαννίδης μιλούσε αργότερα με χαρακτηριστική φυσικότητα για αυτή τη διπλή σταδιοδρομία. Δεν θεωρούσε ότι η μία πλευρά υποβάθμιζε την άλλη. Και ίσως εδώ κρύβεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της προσωπικότητάς του.
Σε μια εποχή όπου συχνά υπήρχε αυστηρός διαχωρισμός ανάμεσα στη λεγόμενη "σοβαρή" και τη "διασκεδαστική" μουσική, ο Κωνσταντινίδης δεν έβλεπε λόγο να επιλέξει.
Μπορούσε να γράφει ένα συμφωνικό έργο. Και λίγο αργότερα ένα φοξ τροτ. Και να αντιμετωπίζει και τα δύο με την ίδια επαγγελματική σοβαρότητα.
Η Εθνική Λυρική Σκηνή εξακολουθεί να παρουσιάζει το έργο του με αυτή ακριβώς τη διττή διάσταση: ο Κωνσταντινίδης της λόγιας μουσικής και ο Γιαννίδης των δημοφιλών τραγουδιών αποτελούν δύο όψεις του ίδιου δημιουργού.
Η χρυσή δεκαετία του 1930
Η άφιξή του στην Αθήνα συνέπεσε σχεδόν ιδανικά με την εποχή της μεγάλης άνθησης του ελαφρού τραγουδιού. Η επιθεώρηση βρισκόταν σε ακμή. Η δισκογραφία αναπτυσσόταν. Το ραδιόφωνο πλησίαζε. Ο κινηματογράφος αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη σημασία.Οι Αθηναίοι χόρευαν:
- βαλς,
- ταγκό,
- φοξ τροτ,
- τσάρλεστον,
- ρούμπα.
Και ο Γιαννίδης γνώριζε αυτά τα είδη όσο λίγοι Έλληνες συνθέτες. Δεν τα είχε μάθει από παρτιτούρες. Τα είχε ζήσει στο Βερολίνο.
Περισσότερα από πενήντα έργα για τη σκηνή και τον κινηματογράφο
Η παραγωγικότητά του υπήρξε εντυπωσιακή. Η ΕΡΤ καταγράφει ότι έγραψε μουσική για περισσότερες από πενήντα οπερέτες, επιθεωρήσεις, μουσικές κωμωδίες, ηθογραφίες και κινηματογραφικές ταινίες, πέρα από τον μεγάλο αριθμό τραγουδιών του.
Τα τραγούδια του ερμήνευσαν μερικές από τις σημαντικότερες φωνές της εποχής:
- Σοφία Βέμπο
- Νίκος Γούναρης
- Δανάη
- Στέλλα Γκρέκα
- Άννα και Μαρία Καλουτά
- Πέτρος Κυριακός
- και αργότερα η Νάνα Μούσχουρη.
Αυτό από μόνο του αρκεί για να δείξει τη θέση του. Ο Γιαννίδης δεν βρισκόταν στο περιθώριο της εποχής. Βρισκόταν στο κέντρο της.
«Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου»
Αν έπρεπε να επιλέξουμε ένα μόνο τραγούδι που να αντιπροσωπεύει ολόκληρη την αισθητική του παλιού ελληνικού ελαφρού τραγουδιού, το "Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου" θα ήταν ένας από τους ισχυρότερους υποψηφίους.
Γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και συνδέθηκε με την επιθεώρηση "Βιολέττα". Η Μουσική Πύλη το καταγράφει ανάμεσα στις χαρακτηριστικές δημιουργίες του Γιαννίδη και στις πρώτες γνωστές εκτελέσεις του συγκαταλέγεται αυτή με τον Νίκο Γούναρη.
Το "Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου" σε μια θαυμάσια διασκευή από τους The Swingin' Cats
Ο τίτλος του σχεδόν αρκεί. Δεν ζητά πολλά. Λίγα λουλούδια. Μια μικρή χειρονομία. Ένα σημάδι ότι κάποιος θυμάται. Ακριβώς αυτή η συναισθηματική οικονομία είναι η δύναμη του Γιαννίδη. Δεν χρειάζεται να φωνάξει. Η μελωδία κάνει τη δουλειά.
«Πόσο λυπάμαι»
Και ύστερα υπάρχει το "Πόσο λυπάμαι". Από τα τραγούδια εκείνα που κατόρθωσαν να αποσυνδεθούν σχεδόν πλήρως από την εποχή στην οποία γράφτηκαν.
Το θέμα είναι απλό: ο χρόνος που πέρασε. Οι χαμένες ευκαιρίες. Όσα δεν ζήσαμε. Η στιγμή που κοιτάζουμε πίσω και αναρωτιόμαστε πού πήγαν τα χρόνια.
Το διαχρονικό "Πόσο λυπάμαι" από τη φωνή της Μαρίζας Ρίζου
Γι’ αυτό το τραγούδι επανέρχεται διαρκώς. Δεν αφορά τη δεκαετία του 1940 ή του 1950. Αφορά οποιονδήποτε κάποτε κοίταξε το παρελθόν του. Η Εθνική Λυρική Σκηνή το κατατάσσει στα έργα του Γιαννίδη που παραμένουν ιδιαίτερα αγαπητά ακόμη και πολλές δεκαετίες αργότερα.
«Πάμε σαν άλλοτε»: η νοσταλγία έγινε βαλς
Το "Πάμε σαν άλλοτε", με στίχους των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, καταγράφεται σε παρτιτούρα του 1948 στη συλλογή της Μουσικής Βιβλιοθήκης "Λίλιαν Βουδούρη".
Το "Πάμε σαν άλλοτε" από τη Μικαέλα Δαρμάνη
Δεν είναι περίεργο που το τραγούδι γράφτηκε σε μια Ελλάδα που μόλις είχε περάσει Κατοχή και βρισκόταν ακόμη μέσα στον Εμφύλιο. Η νοσταλγία εδώ δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη.
Τα τραγούδια της μνήμης
Αν υπάρχει μια λέξη που επιστρέφει συνεχώς στον κόσμο του Γιαννίδη, είναι η ανάμνηση.
- "Λες και ήταν χθες".
- "Πάμε σαν άλλοτε".
- "Πόσο λυπάμαι".
- "Πέρσι τέτοιον καιρό".
Οι τίτλοι σχεδόν συνομιλούν μεταξύ τους. Ο χρόνος περνά. Οι άνθρωποι φεύγουν. Οι έρωτες τελειώνουν. Αλλά κάτι μένει. Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο νήμα των τραγουδιών του. Ο Γιαννίδης δεν είναι τόσο ο συνθέτης του έρωτα όσο ο συνθέτης της ανάμνησης του έρωτα.
«Θα ’ρθω μια νύχτα με φεγγάρι»
Υπάρχει όμως και ο άλλος Γιαννίδης. Ο κινηματογραφικός. Ο νυχτερινός. Ο κομψός. Ο άνθρωπος του ταγκό και της σερενάτας. Το "Θα ’ρθω μια νύχτα με φεγγάρι" ανήκει ακριβώς σε αυτή την πλευρά του.
Η εποχή αγαπούσε τη νύχτα.
- Το φεγγάρι.
- Το μπαλκόνι.
- Τη σερενάτα.
- Το ραντεβού.
Το "Θα'ρθω μια νύχτα με φεγγάρι" από το μουσικό σχήμα "Λαικότροπο"
Σήμερα μπορεί να ακούγεται σχεδόν θεατρικό. Τότε ήταν ένας απολύτως φυσικός κώδικας του ερωτικού τραγουδιού. Και ο Γιαννίδης γνώριζε να τον χειρίζεται με απαράμιλλη κομψότητα.
Η Βέμπο, ο Γούναρης και η μεγάλη γενιά
Ένα από τα προνόμια ενός μεγάλου συνθέτη είναι ότι βρίσκει μεγάλες φωνές. Ο Γιαννίδης συνεργάστηκε με την κορυφαία γενιά του ελαφρού τραγουδιού. Η Σοφία Βέμπο ερμήνευσε έργα του ήδη από τη δεκαετία του 1930. Ο Νίκος Γούναρης έδωσε σε τραγούδια του εκείνη τη χαρακτηριστική βελούδινη, ερωτική χροιά που ταίριαζε ιδανικά στο ύφος του.
Η Στέλλα Γκρέκα αποτέλεσε άλλη μια από τις σημαντικές φωνές που συνδέθηκαν με το ρεπερτόριό του. Και η σχέση του με το τραγούδι δεν σταμάτησε στην προπολεμική γενιά.
Έφτασε μέχρι μια νέα φωνή που θα γινόταν λίγο αργότερα διεθνής σταρ: τη Νάνα Μούσχουρη.
«Ξύπνα αγάπη μου»: η επόμενη γενιά
Το 1960 ο Γιαννίδης γνώρισε διεθνή διάκριση στο Φεστιβάλ Μεσογειακού Τραγουδιού της Βαρκελώνης με το "Ξύπνα αγάπη μου", ερμηνευμένο από τη Νάνα Μούσχουρη.
Η Ελένη Τσαλιγοπούλου στο "Ξύπνα αγάπη μου"
Την επόμενη χρονιά ακολούθησε νέα διάκριση με το "Τα δυο σου γκρίζα ματάκια", με την Άντζελα Ζήλεια.
Και το 1962 κέρδισε το πρώτο βραβείο στο πρώτο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με τις "Αλυσίδες", που τραγούδησε η Καίτη Μπελίντα.
Είναι μια εντυπωσιακή λεπτομέρεια.
Ο άνθρωπος που είχε ξεκινήσει από τα καμπαρέ του Βερολίνου και το αθηναϊκό μουσικό θέατρο της δεκαετίας του 1930 μπορούσε τριάντα χρόνια αργότερα να παραμένει ανταγωνιστικός σε ένα εντελώς νέο μουσικό περιβάλλον.
Αυτό δεν είναι απλώς μακροβιότητα. Είναι προσαρμοστικότητα.
«Το Τάβλι» – Όταν ο Γιαννίδης κατέβηκε από τα σαλόνια στο λαϊκό τραγούδι
Υπάρχει όμως ένα τραγούδι που δυσκολεύεται να χωρέσει στην εικόνα που έχουμε συνήθως για τον Κώστα Γιαννίδη. Το "Τάβλι", γνωστό και ως "Τα νέα της Αλεξάνδρας".
Εδώ δεν υπάρχουν βαλς, φεγγάρια, λουλούδια ή αναμνήσεις μιας παλιάς αγάπης.
- Υπάρχει ένα τάβλι.
- Ένα ποτήρι ούζο.
- Δύο άντρες που κουβεντιάζουν.
- Και η ιστορία μιας γυναίκας που ο αφηγητής υποψιάζεται ότι τον απατά.
Ο Γιαννίδης γράφει πλέον σε εντελώς διαφορετική γλώσσα.
- Καθημερινή.
- Λαϊκή.
- Σχεδόν προφορική.
Το τραγούδι αποδίδεται εξ ολοκλήρου στον ίδιο - μουσική και στίχοι - και η πρώτη γνωστή ηχογράφησή του έγινε με τον Βαγγέλη Περπινιάδη γύρω στο 1960–61. Η σημασία του είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο δείχνει η θέση του στη δισκογραφία του.
Γιατί αποκαλύπτει ότι ο Γιαννίδης δεν ήταν φυλακισμένος στον κόσμο του ελαφρού τραγουδιού. Μπορούσε να ακούσει τη νέα Ελλάδα που αναδυόταν.
- Το μπουζούκι.
- Το λαϊκό τραγούδι.
- Τη γλώσσα της γειτονιάς.
- Τους ανθρώπους του καφενείου.
- Και μπορούσε να γράψει και για αυτούς.
Το "Τάβλι" μοιάζει σχεδόν με μικρό μονόπρακτο. Ο ακροατής δεν ακούει απλώς ένα τραγούδι. Παρακολουθεί μια συζήτηση. Βλέπει σχεδόν μπροστά του τα πούλια στο τραπέζι, το ποτήρι με το ούζο και τον άντρα που εξιστορεί στον φίλο του τα "νέα της Αλεξάνδρας".
Το "Τάβλι (Τα νέα της Αλεξάνδρας)" με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα
Αυτή η θεατρικότητα δεν είναι τυχαία. Ο Γιαννίδης είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του γράφοντας για τη σκηνή. Απλώς εδώ η σκηνή δεν είναι το κοσμικό θέατρο ή η αίθουσα χορού. Είναι το λαϊκό καφενείο. Και ακριβώς γι’ αυτό το "Τάβλι" είναι πολύτιμο μέσα στο έργο του.
Δείχνει ότι ο δημιουργός του "Πάμε σαν άλλοτε" μπορούσε, ακόμη και ύστερα από δεκαετίες, να αλλάξει εντελώς μουσική γλώσσα χωρίς να χάσει την αφηγηματική του δεξιοτεχνία.
Ίσως τελικά το τραγούδι αυτό να είναι ακόμη μία απόδειξη ότι οι "δύο ζωές" του Γιαννίδη ήταν περισσότερες από δύο.
Το ραδιόφωνο και ο Γιαννίδης
Ο Γιαννίδης δεν υπήρξε μόνο δημιουργός τραγουδιών. Υπήρξε και άνθρωπος που βοήθησε να οικοδομηθούν οι θεσμοί μέσα από τους οποίους αυτά τα τραγούδια έφταναν στο κοινό.
Την περίοδο 1946-1952 διετέλεσε διευθυντής του Τμήματος Ελαφράς Μουσικής του ΕΙΡ, ενώ ακολούθησε θητεία ως μουσικός διευθυντής στη ραδιοφωνία των Ενόπλων Δυνάμεων.
Το 1954, μαζί με τον Άκη Σμυρναίο, ίδρυσε την Ελαφρά Ορχήστρα του ΕΙΡ, τον πρόγονο της σημερινής Ορχήστρας Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ.
Η συμβολή αυτή είναι τεράστια. Γιατί ο Γιαννίδης δεν άφησε μόνο τραγούδια. Βοήθησε να δημιουργηθεί η ίδια η υποδομή της ελληνικής ραδιοφωνικής μουσικής.
Ο άλλος άνθρωπος: Γιάννης Κωνσταντινίδης
Και όσο ο Κώστας Γιαννίδης γινόταν διάσημος, ο Γιάννης Κωνσταντινίδης συνέχιζε σχεδόν αθόρυβα τη δική του πορεία.
Έγραφε:
- συμφωνική μουσική,
- έργα για πιάνο,
- μουσική δωματίου,
- κύκλους τραγουδιών.
Σημαντικό μέρος της λόγιας μουσικής του αντλεί υλικό από την ελληνική δημοτική και μικρασιατική παράδοση.
Η μουσικολογική έρευνα τον εντάσσει στην ευρύτερη ελληνική Εθνική Σχολή, επισημαίνοντας όμως ότι η δική του αισθητική διαφοροποιείται σημαντικά, με επιρροές που συνδέονται και με τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο όμορφα παράδοξα του έργου του. Ο άνθρωπος που έγραφε φοξ τροτ και ταγκό για την Αθήνα μπορούσε την ίδια στιγμή να μελετά ελληνικές παραδοσιακές μελωδίες και να τις μετασχηματίζει σε λόγια μουσική.
Δεν υπήρχε αντίφαση. Για εκείνον ήταν όλα μουσική.
Η Σμύρνη δεν έφυγε ποτέ
Ίσως τελικά το μυστικό που ενώνει τους δύο δημιουργούς - τον Γιαννίδη και τον Κωνσταντινίδη - να βρίσκεται εκεί όπου ξεκίνησαν όλα: Στη Σμύρνη. Στον κόσμο όπου η Ανατολή και η Δύση συναντιούνταν χωρίς να χρειάζεται να απολογηθούν η μία στην άλλη.
Ο Κωνσταντινίδης μπορούσε να αγαπά την ελληνική δημοτική μελωδία. Ο Γιαννίδης μπορούσε να αγαπά το βαλς και το φοξ τροτ. Και ο ίδιος άνθρωπος μπορούσε να αγαπά και τα δύο.
Αυτή η κοσμοπολίτικη αντίληψη είναι ίσως το βαθύτερο χαρακτηριστικό της μουσικής του.
Ο Γιαννίδης και ο Αττίκ: δύο διαφορετικοί κόσμοι
Η σύγκριση με τον Αττίκ είναι αναπόφευκτη. Και αποκαλυπτική. Ο Αττίκ ήταν πρωτίστως προσωπικός τραγουδοποιός. Ο ίδιος ο εαυτός του βρισκόταν μέσα στα τραγούδια.
- Οι έρωτές του.
- Οι πληγές του.
- Η μελαγχολία του.
Ο Γιαννίδης ήταν διαφορετικός. Περισσότερο επαγγελματίας συνθέτης με την καλύτερη έννοια του όρου. Μπορούσε να γράψει για διαφορετικούς ερμηνευτές.
- Για διαφορετικές θεατρικές ανάγκες.
- Για διαφορετικά είδη χορού.
- Για διαφορετικές περιστάσεις.
Ο Αττίκ έμοιαζε με ποιητή στο πιάνο. Ο Γιαννίδης με αρχιτέκτονα της μελωδίας. Και το ελληνικό ελαφρό τραγούδι χρειαζόταν και τους δύο.
Γιατί οι μελωδίες του ακούγονται τόσο φυσικές
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμά του. Τα καλά τραγούδια του Γιαννίδη ακούγονται απλά. Σχεδόν αυτονόητα. Σαν να υπήρχαν πάντα.
Αυτό όμως είναι συχνά το χαρακτηριστικό του πιο δύσκολου είδους σύνθεσης. Μια μελωδία που μπορεί να θυμάται ο ακροατής μετά από μία ακρόαση. Μια αρμονία αρκετά πλούσια ώστε να μην είναι επίπεδη, αλλά όχι τόσο περίπλοκη ώστε να εμποδίζει το τραγούδι.
Μια μουσική φράση που αφήνει χώρο στον στίχο. Ένας ρυθμός που υπηρετεί το συναίσθημα. Πίσω από αυτή την "απλότητα" βρίσκεται η παιδεία του Βερολίνου.
Ο συνθέτης του χρόνου που χάνεται
Αν ο Αττίκ είναι ο δημιουργός της προσωπικής ερωτικής πληγής, ο Γιαννίδης μοιάζει συχνά με τον δημιουργό του χρόνου που πέρασε.
Είναι σαν ολόκληρο το έργο του να κοιτάζει μέσα από ένα παράθυρο προς κάτι που απομακρύνεται. Και ίσως αυτή η αίσθηση να μην είναι άσχετη με τη δική του γενιά.
- Τη γενιά που είδε τη Σμύρνη να χάνεται.
- Το Βερολίνο της Βαϊμάρης να εξαφανίζεται.
- Τον πόλεμο να σαρώσει την Ευρώπη.
- Την προπολεμική Αθήνα να αλλάζει.
Ίσως η νοσταλγία των τραγουδιών του να ήταν βαθύτερη από μια χαμένη ερωτική ιστορία. Ίσως ήταν η νοσταλγία ενός ανθρώπου που είχε ήδη χάσει περισσότερους από έναν κόσμους.
Δεκαπέντε τραγούδια για να γνωρίσει κανείς τον Κώστα Γιαννίδη
Η σημερινή επανεκτίμηση του έργου του έχει επαναφέρει πολλές από τις μεγάλες δημιουργίες του. Σε σύγχρονα αφιερώματα της ΕΡΤ και πολιτιστικών θεσμών επανέρχονται σταθερά τα ίδια τραγούδια, ένδειξη της αντοχής τους στον χρόνο.
1. Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου.
2. Πόσο λυπάμαι
3. Πάμε σαν άλλοτε
4. Λες και ήταν χθες
5. Θα ’ρθω μια νύχτα με φεγγάρι
6. Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα.
Ο Νίκος Πορτοκάλογλου στο "Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα"
7. Τα δικά σου τα μάτια.
8. Σαν κι απόψε.
9. Κάποιο μυστικό.
10. Συγγνώμη σου ζητώ.
11. Το τάβλι (Τα νέα της Αλεξάνδρας).
12. Έτσι είν’ η ζωή.
13. Θα ξανάρθεις
14. Ξύπνα αγάπη μου
15. Αλυσίδες
Ο άνθρωπος πίσω από την επιτυχία
Η μεγάλη δημοτικότητα του Γιαννίδη είχε μια παράξενη συνέπεια. Για πολλά χρόνια σχεδόν έκρυψε τον Κωνσταντινίδη. Το ευρύ κοινό γνώριζε τα τραγούδια. Λιγότεροι γνώριζαν ότι ο ίδιος άνθρωπος είχε ένα αξιοσημείωτο έργο λόγιας μουσικής.
Ακόμη και σήμερα συμβαίνει συχνά το ίδιο.
Κάποιος γνωρίζει το "Πάμε σαν άλλοτε". Αλλά αγνοεί τον Γιάννη Κωνσταντινίδη. Και κάποιος που μελετά την ελληνική λόγια μουσική μπορεί να χρειαστεί να θυμηθεί ότι ο ίδιος άνθρωπος έγραφε επιθεωρήσεις. Ακριβώς γι’ αυτό η περίπτωση του είναι μοναδική.
Δεν υπάρχουν δύο συνθέτες. Υπάρχει ένας μουσικός που αρνήθηκε να δεχτεί ότι η τέχνη πρέπει να χωρίζεται σε στεγανά.
Ο τελευταίος απολογισμός
Την άνοιξη του 1983 η ΕΡΤ γύρισε μια εκπομπή αφιερωμένη στη ζωή του. Ο Γιαννίδης ήταν ήδη σχεδόν 80 ετών. Κοίταζε πίσω.
- Θυμόταν τη Σμύρνη.
- Το Βερολίνο.
- Τον Σκαλκώτα.
- Την Αθήνα.
- Το θέατρο.
- Τα τραγούδια.
Και περιέγραψε την καριέρα του με μια χαρακτηριστική εικόνα: σαν έναν κήπο γεμάτο τριαντάφυλλα, αλλά και ισάριθμα αγκάθια.
Ήταν ίσως η κατάλληλη μεταφορά. Για έναν άνθρωπο του οποίου μερικά από τα πιο γνωστά τραγούδια μιλούσαν για λουλούδια, πίσω από την ομορφιά υπήρχε πάντοτε κάποια μορφή απώλειας.
17 Ιανουαρίου 1984
Λίγους μήνες μετά τα γυρίσματα της εκπομπής, στις 17 Ιανουαρίου 1984, ο Κώστας Γιαννίδης – Γιάννης Κωνσταντινίδης έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα. Ήταν 80 ετών.
Πίσω του άφηνε μια καριέρα που είχε ξεκινήσει πριν από περισσότερο από μισό αιώνα.
Είχε γνωρίσει:
- τη Σμύρνη πριν από την Καταστροφή,
- το Βερολίνο της δεκαετίας του 1920,
- την Αθήνα του Μεσοπολέμου,
- την Κατοχή,
- τη μεταπολεμική αναγέννηση,
- τη χρυσή εποχή του ραδιοφώνου,
- τον ελληνικό κινηματογράφο,
- τα φεστιβάλ τραγουδιού,
- και τελικά μια εντελώς διαφορετική μουσική Ελλάδα.
Λίγοι δημιουργοί συνδέουν τόσες διαφορετικές εποχές.
Γιατί ο Γιαννίδης είναι τόσο σημαντικός
Όχι επειδή έγραψε απλώς πολλές επιτυχίες. Αλλά επειδή απέδειξε κάτι που η ελληνική μουσική κουλτούρα πολλές φορές δυσκολεύτηκε να αποδεχτεί: ότι η δημοφιλής μουσική μπορεί να είναι εξαιρετικά καλοδουλεμένη μουσική.
Δεν χρειάζεται ένα τραγούδι να είναι δύσκολο για να είναι σοβαρό. Δεν χρειάζεται να είναι συμφωνία για να αποκαλύπτει μουσική παιδεία. Δεν χρειάζεται να ζητά την προσοχή του ακροατή για σαράντα λεπτά.
Μπορεί να διαρκεί τρία. Και να μείνει για ογδόντα χρόνια.
Add comment
Comments