Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, ο πρώην πρωθυπουργός Tony Blair προτείνει έναν δεκαετή οδικό χάρτη που θα μπορούσε να οδηγήσει τη Βρετανία πίσω σε μια "μεταρρυθμισμένη Ευρωπαϊκή Ένωση". Όμως η επιστροφή δεν θα ήταν απλή αντιστροφή του Brexit: ελεύθερη κυκλοφορία, συνεισφορά στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, ενιαία αγορά και οι παλιές βρετανικές εξαιρέσεις θα έπρεπε να ξαναμπούν στο τραπέζι.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα που άλλαξε τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Βρετανίας, μια λέξη που για χρόνια θεωρούνταν σχεδόν απαγορευμένη επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση: Επανένωση. Ο Tony Blair υποστηρίζει πλέον ανοιχτά ότι η Βρετανία πρέπει να θέσει ως στρατηγικό στόχο την επανένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα στην επόμενη δεκαετία - υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι και η ίδια η ΕΕ θα έχει μεταρρυθμιστεί.
Η παρέμβαση δεν περιορίζεται σε μια προσωπική δήλωση του πρώην πρωθυπουργού. Συνοδεύει τη νέα μελέτη του Tony Blair Institute for Global Change, με τίτλο Beyond Leave and Remain: A Path to Rejoining a Reformed Europe, η οποία δημοσιεύθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2026 και προτείνει έναν σταδιακό δρόμο επαναπροσέγγισης Λονδίνου και Βρυξελλών. Η πρόταση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία επειδή επιχειρεί να μεταφέρει τη βρετανική συζήτηση από το παλιό δίλημμα "Φύγε ή μείνε" σε ένα διαφορετικό ερώτημα: ποια σχέση με την Ευρώπη εξυπηρετεί τη Βρετανία στον κόσμο του 2030;
Ο Blair δεν προτείνει απλώς «να ακυρωθεί το Brexit»
Ο Blair δεν εισηγείται την άμεση επιστροφή στην ΕΕ ούτε την απλή αναβίωση της σχέσης που υπήρχε πριν από το δημοψήφισμα του 2016. Η πρόταση του Tony Blair Institute είναι πιο σύνθετη: η Βρετανία θα πρέπει να δηλώσει δημόσια ότι έχει ως μακροπρόθεσμη φιλοδοξία την επανένταξη σε μια σημαντικά μεταρρυθμισμένη Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ στο μεταξύ θα εμβαθύνει τη συνεργασία της με την Ευρώπη στην άμυνα, στην ενέργεια, στην τεχνολογία και στην οικονομία.
Η έκθεση θεωρεί ότι οι "κόκκινες γραμμές" της εποχής του Brexit - ενιαία αγορά, τελωνειακή ένωση, ελεύθερη κυκλοφορία και οικονομικές συνεισφορές - δεν θα πρέπει πλέον να αντιμετωπίζονται ως θέματα που αποκλείονται εκ των προτέρων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το Ινστιτούτο ζητεί αυτομάτως την επαναφορά όλων αυτών των θεσμών. Η λογική του είναι ότι κάθε επιλογή πρέπει να αξιολογείται με βάση το οικονομικό και στρατηγικό όφελος για τη Βρετανία.
Η ελεύθερη κυκλοφορία επιστρέφει στο τραπέζι
Εδώ βρίσκεται ένα από τα πολιτικά δυσκολότερα σημεία. Ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας ανθρώπων ήταν ένας από τους βασικούς στόχους του Brexit. Η νέα έκθεση του Blair Institute υποστηρίζει ότι και αυτό πρέπει να επανεξεταστεί. Το επιχείρημά της είναι ότι η κατάργηση της ελεύθερης κυκλοφορίας δεν εξαφάνισε τη βρετανική ανάγκη για ξένο εργατικό δυναμικό. Παράλληλα, οι Βρετανοί έχασαν το αυτόματο δικαίωμα να ζουν και να εργάζονται στις χώρες της ΕΕ. Η πραγματικότητα της μετανάστευσης είναι επίσης πιο περίπλοκη από εκείνη που προβλεπόταν την περίοδο του δημοψηφίσματος.
Το Γραφείο Υπεύθυνου Προύπολογισμού αναφέρει ότι αρχικά είχε υποθέσει πως το νέο μεταναστευτικό σύστημα μετά το Brexit θα περιόριζε σημαντικά την καθαρή μετανάστευση. Με βάση όμως τα μεταγενέστερα στοιχεία αναθεώρησε τις εκτιμήσεις του και πλέον υποθέτει καθαρή μετανάστευση περίπου 290.000 ανθρώπων ετησίως μεσοπρόθεσμα. Με άλλα λόγια, το Brexit άλλαξε σε μεγάλο βαθμό την προέλευση και το καθεστώς της μετανάστευσης, χωρίς να οδηγήσει στη μείωσή της στον βαθμό που αρχικά είχε υποτεθεί.
Ο οικονομικός λογαριασμός του Brexit
Στην καρδιά της νέας συζήτησης βρίσκεται φυσικά η οικονομία. Η σημαντικότερη επίσημη βρετανική εκτίμηση εξακολουθεί να προέρχεται από το Γραφείο Υπεύθυνου Προύπολογισμού. Στην επικαιροποιημένη ανάλυσή του, με στοιχεία διαθέσιμα έως τον Μάρτιο του 2026, το Γραφείο εξακολουθεί να υποθέτει ότι η μετα-Brexit εμπορική σχέση Βρετανίας–ΕΕ θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε παραγωγικότητα περίπου 4% χαμηλότερη σε σχέση με ένα υποθετικό σενάριο στο οποίο η χώρα είχε παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι αριθμοί αυτοί δεν σημαίνουν ότι το βρετανικό ΑΕΠ είναι σήμερα κυριολεκτικά 4% χαμηλότερο αποκλειστικά λόγω Brexit. Πρόκειται για μακροπρόθεσμη αντιπαραβολή με ένα υποθετικό σενάριο παραμονής στην ΕΕ, ενώ το ίδιο το Γραφείο τονίζει ότι η απομόνωση της επίδρασης του Brexit από την πανδημία, την ενεργειακή κρίση, τον πόλεμο στην Ουκρανία και άλλους παράγοντες είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Γιατί το εμπόριο βρίσκεται στο επίκεντρο
Το Brexit δεν κατήργησε το εμπόριο μεταξύ Βρετανίας και ΕΕ. Η συμφωνία εμπορίου και συνεργασίας επιτρέπει μια πολύ στενή εμπορική σχέση και καλύπτει, μεταξύ άλλων, αγαθά, υπηρεσίες, μεταφορές, δημόσιες συμβάσεις και πνευματική ιδιοκτησία. Το πρόβλημα είναι κυρίως τα μη δασμολογικά εμπόδια. Τελωνειακές διαδικασίες, πιστοποιήσεις, κανόνες προέλευσης, διαφορετικά ρυθμιστικά καθεστώτα και πρόσθετο διοικητικό κόστος επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις που εμπορεύονται αγαθά.
Αυτός ακριβώς είναι και ο βασικός μηχανισμός μέσω του οποίου το Γραφείο θεωρεί ότι η νέα σχέση επηρεάζει αρνητικά τη μακροπρόθεσμη παραγωγικότητα. Και υπάρχει ένας απλός γεωγραφικός λόγος που το ζήτημα δεν μπορεί εύκολα να παρακαμφθεί: η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει σχεδόν το μισό του συνολικού βρετανικού εμπορίου, σύμφωνα με τη μελέτη του Blair Institute.

Διαβάστε ακόμα: Το Brexit δρόμος χωρίς επιστροφή
Το επιχείρημα της άλλης πλευράς
Η οικονομική αποτίμηση του Brexit δεν εξαντλείται όμως μόνο στο κόστος. Η έξοδος έδωσε στη Βρετανία τη δυνατότητα να ακολουθήσει ανεξάρτητη εμπορική και ρυθμιστική πολιτική. Κοινοβουλευτική έκθεση για τις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ επισημαίνει ότι το Λονδίνο έχει αξιοποιήσει αυτές τις δυνατότητες για συμφωνίες με χώρες όπως η Αυστραλία και η Ινδία, για συμφωνίες με άλλους εμπορικούς εταίρους και για την ένταξη στη Συνολική και Προοδευτική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου του Ειρηνικού (CPTPP). Το πολιτικό και οικονομικό ερώτημα επομένως δεν είναι απλώς εάν το Brexit δημιούργησε κόστος.
Είναι εάν η μεγαλύτερη εθνική αυτονομία στη ρύθμιση και στις εμπορικές συμφωνίες μπορεί μακροπρόθεσμα να αντισταθμίσει το κόστος της μεγαλύτερης απόστασης από τη σημαντικότερη αγορά της χώρας. Σε αυτό το ερώτημα εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές και οικονομικές προσεγγίσεις.
Και οι Βρετανοί; Η κοινή γνώμη έχει μετακινηθεί
Η πολιτική αλλαγή γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν κοιτάξει κανείς τις δημοσκοπήσεις. Έρευνα της Ipsos τον Ιούνιο του 2026 έδειξε ότι:
Παράλληλα, το 49% υποστήριζε τη διεξαγωγή νέου δημοψηφίσματος μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές.
Νεότερη έρευνα της British Future δίνει διαφορετικά ακριβή ποσοστά αλλά παρόμοια κατεύθυνση: 46% θα ψήφιζε υπέρ της επιστροφής, 29% υπέρ της παραμονής εκτός ΕΕ και περίπου ένας στους τέσσερις εμφανιζόταν αναποφάσιστος.
Αυτό δείχνει και κάτι ακόμη: η υποστήριξη για στενότερες σχέσεις με την Ευρώπη δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με σταθερή υποστήριξη για πλήρη επανένταξη. Στην ίδια έρευνα, για παράδειγμα, 57% υποστήριζε ένα αμοιβαίο πρόγραμμα κινητικότητας για νέους 18–30 ετών, ενώ 56% δεχόταν μια σχέση με την ΕΕ που θα ξεπερνούσε τις παλιές "κόκκινες γραμμές" των Εργατικών.
Το μεγάλο ερώτημα: μπορεί απλώς η Βρετανία να επιστρέψει;
Όχι. Και εδώ η πολιτική συζήτηση συχνά απλουστεύει μια αρκετά περίπλοκη νομική πραγματικότητα. Η Βρετανία δεν διαθέτει κάποιο ειδικό κουμπί "undo Brexit". Εάν αποφάσιζε να επιστρέψει, θα έπρεπε καταρχήν να υποβάλει νέα αίτηση ένταξης βάσει του άρθρου 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διαδικασία απαιτεί, μεταξύ άλλων:
- συμφωνία των κρατών-μελών,
- αξιολόγηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
- συναίνεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
- διαπραγμάτευση των όρων ένταξης,
- και τελικά ομόφωνη έγκριση από τα κράτη-μέλη.
Η Βρετανία προφανώς ξεκινά από εντελώς διαφορετική θέση από μια χώρα που δεν υπήρξε ποτέ μέλος: διαθέτει ανεπτυγμένη οικονομία, θεσμούς και δεκαετίες εμπειρίας εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου. Αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτόματη επαναφορά του παλαιού καθεστώτος.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα: τα παλιά βρετανικά opt-outs
Πριν από το Brexit, η Βρετανία δεν ήταν ένα συνηθισμένο μέλος της ΕΕ. Είχε εξασφαλίσει μια σειρά ειδικών εξαιρέσεων.Μεταξύ αυτών:
- δεν συμμετείχε στο ευρώ,
- δεν συμμετείχε πλήρως στη ζώνη Schengen,
- διέθετε ειδικές ρυθμίσεις σε ζητήματα δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων,
- και επί δεκαετίες είχε ειδικό καθεστώς όσον αφορά τη συνεισφορά της στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.
Μια νέα αίτηση ένταξης δεν θα επανέφερε αυτομάτως αυτές τις εξαιρέσεις. Η House of Commons Library επισημαίνει ρητά ότι η Βρετανία δεν θα είχε εγγυημένο δικαίωμα να ανακτήσει τα προηγούμενα opt-outs της. Αυτό μπορεί να μετατραπεί κάποια στιγμή στο πραγματικό πολιτικό τεστ μιας πιθανής επιστροφής. Διότι άλλο είναι το ερώτημα: "Μετανιώσατε για το Brexit;" και ενδεχομένως εντελώς διαφορετικό: "Θέλετε να επιστρέψετε στην ΕΕ με τους όρους που θα προσφέρει η ΕΕ του 2030 ή του 2035;"

Διαβάστε ακόμα: Brexit: Δέκα χρόνια μετά, ματώνει το πορτοφόλι των Βρετανών
Ο Barnier αφήνει πάντως ένα παράθυρο ανοικτό
Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρουσα αντίθετη ένδειξη. Ο Michel Barnier, ο άνθρωπος που διαπραγματεύτηκε το Brexit για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δήλωσε το καλοκαίρι του 2026 ότι η "πόρτα είναι ανοικτή" εάν η Βρετανία θελήσει κάποτε να επιστρέψει. Παράλληλα υποστήριξε ότι θεωρεί πιθανό να μπορούσαν να συμφωνηθούν ορισμένες από τις παλαιές ειδικές ρυθμίσεις, ακόμη και για το ευρώ και τη Schengen. Πρόκειται όμως για άποψη του Barnier και όχι για επίσημη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία θα εξαρτιόταν τελικά από τις διαπραγματεύσεις και τη συναίνεση των κρατών-μελών.
Blair: πρώτα άμυνα, ενέργεια και τεχνολογία
Εδώ ίσως βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της πρότασης Blair. Δεν προτείνει να περιμένει η Βρετανία δέκα χρόνια και μετά να καταθέσει απλώς μια αίτηση. Προτείνει να αρχίσει να οικοδομεί τη νέα σχέση τώρα. Η έκθεση εντοπίζει τέσσερις βασικούς άξονες: Άμυνα – Ενέργεια – Τεχνολογία – Οικονομική ανταγωνιστικότητα.
Μεταξύ των προτάσεων είναι η στενότερη συνεργασία στις αμυντικές προμήθειες και η συμμετοχή σε ευρωπαϊκούς μηχανισμούς άμυνας, η συνεργασία στην τεχνητή νοημοσύνη και στην κυβερνοασφάλεια, η δημιουργία ενός περισσότερο ενοποιημένου ενεργειακού συστήματος στη Βόρεια Θάλασσα και η βαθύτερη διασύνδεση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας. Το Blair Institute εκτιμά ότι μόνο η αποτελεσματικότερη σύνδεση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσε να προσφέρει άμεση εξοικονόμηση περίπου £120–£370 εκατ. ετησίως στους Βρετανούς καταναλωτές, ανάλογα με τις τιμές του φυσικού αερίου. Πρόκειται για εκτίμηση της ίδιας της έκθεσης και όχι για επίσημη πρόβλεψη της βρετανικής κυβέρνησης.
Η Ευρώπη που θέλει ο Blair δεν είναι η Ευρώπη του 2016
Υπάρχει όμως και δεύτερη πλευρά στην πρόταση. Ο Blair δεν υποστηρίζει απλώς ότι πρέπει να αλλάξει η Βρετανία. Υποστηρίζει ότι πρέπει να αλλάξει και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έκθεση θεωρεί ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει προβλήματα ανταγωνιστικότητας, υψηλό ενεργειακό κόστος, τεχνολογική υστέρηση έναντι ΗΠΑ και Κίνας, κατακερματισμένες κεφαλαιαγορές και δυσκολία στη γρήγορη λήψη αποφάσεων. Γι' αυτό συνδέει τη βρετανική επανένταξη με μια ευρύτερη μεταρρύθμιση της ΕΕ.
Η φιλοδοξία είναι μια Ευρώπη ικανή να λειτουργεί όχι μόνο ως μεγάλη αγορά αλλά και ως γεωπολιτική και τεχνολογική δύναμη. Σε αυτό το πλαίσιο, η έκθεση προτείνει ακόμη και την αναβάθμιση της European Political Community ώστε να αποτελέσει έναν μηχανισμό συντονισμού χωρών εντός και εκτός ΕΕ.
Το Brexit ίσως περνά σε μια νέα πολιτική φάση
Το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016 έδωσε ένα σαφές αλλά σχετικά οριακό αποτέλεσμα: Leave 51,9% – Remain 48,1%. Ακολούθησαν χρόνια διαπραγματεύσεων, πολιτικές κρίσεις και τελικά η αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 31 Ιανουαρίου 2020. Η μεταβατική περίοδος ολοκληρώθηκε στο τέλος του ίδιου έτους και η νέα εμπορική σχέση άρχισε να εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2021.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, όμως, η βρετανική συζήτηση φαίνεται να αλλάζει. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο: "Ήταν σωστό ή λάθος το Brexit;" Αρχίζει να γίνεται: "Ποια πρέπει να είναι η σχέση της Βρετανίας με την Ευρώπη από εδώ και πέρα;" Και αυτά είναι δύο διαφορετικά ερωτήματα. Η αλλαγή στις δημοσκοπήσεις δείχνει ότι υπάρχει πλέον μεγαλύτερη κοινωνική βάση για στενότερες σχέσεις με την ΕΕ. Δεν αποδεικνύει όμως από μόνη της ότι οι Βρετανοί θα αποδέχονταν οποιουσδήποτε όρους επανένταξης.
Διότι μια πραγματική διαπραγμάτευση θα έφερνε ξανά στην επιφάνεια ακριβώς τα ζητήματα που κυριάρχησαν το 2016: κυριαρχία, μετανάστευση, ελεύθερη κυκλοφορία, ευρωπαϊκό δίκαιο, δημοσιονομικές συνεισφορές και έλεγχο των συνόρων.
Το πραγματικό δίλημμα της επόμενης δεκαετίας
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το ουσιαστικότερο σημείο της σημερινής παρέμβασης Blair. Το Brexit του 2016 έγινε σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από τον σημερινό. Η γεωπολιτική αντιπαράθεση ΗΠΑ–Κίνας έχει ενταθεί. Η ευρωπαϊκή άμυνα βρίσκεται πολύ ψηλότερα στην πολιτική ατζέντα. Η ενεργειακή ασφάλεια απέκτησε διαφορετική σημασία μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται σε πεδίο διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού.
Η βασική θέση του Blair Institute είναι ότι σε έναν κόσμο όπου οικονομία, τεχνολογία, ενέργεια και άμυνα οργανώνονται όλο και περισσότερο σε ηπειρωτική κλίμακα, ούτε η Βρετανία ούτε η υπόλοιπη Ευρώπη μπορούν να αγνοήσουν το κόστος του κατακερματισμού. Οι επικριτές μιας επιστροφής μπορούν αντιθέτως να επισημάνουν ότι η συμμετοχή σε μια βαθύτερα ενοποιημένη Ευρώπη συνεπάγεται συμβιβασμούς στην εθνική αυτονομία και ότι η Βρετανία έχει πλέον τη δυνατότητα να χαράζει ανεξάρτητη εμπορική, μεταναστευτική και ρυθμιστική πολιτική.
Αυτό ακριβώς κάνει τη νέα συζήτηση διαφορετική από εκείνη του 2016. Το πιθανό μελλοντικό δίλημμα δεν θα είναι μεταξύ της ΕΕ του 2016 και της Βρετανίας του 2016. Θα είναι μεταξύ της Βρετανίας και της Ευρώπης όπως θα έχουν διαμορφωθεί τη δεκαετία του 2030.
Και ο Tony Blair μόλις πρότεινε να αρχίσει αυτή η συζήτηση από τώρα.
Add comment
Comments