Η κεντροαριστερά κέρδισε τις σουηδικές εκλογές με 176 έδρες έναντι 173 της δεξιάς. Οι Σοσιαλδημοκράτες αναδείχθηκαν πρώτο κόμμα. Ο απερχόμενος πρωθυπουργός Ulf Kristersson παραιτήθηκε. Κι όμως, δύο εβδομάδες αργότερα, η Magdalena Andersson επέστρεψε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

Από τον Κέλσο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Στα απλά μαθηματικά, η εξίσωση μοιάζει εύκολη. 176 είναι περισσότερο από 173. Στην πολιτική όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Στις εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου στη Σουηδία, τα τέσσερα κόμματα του κεντροαριστερού μπλοκ συγκέντρωσαν συνολικά 176 από τις 349 έδρες του Riksdag, του σουηδικού κοινοβουλίου. Το δεξιό μπλοκ του πρωθυπουργού Ulf Kristersson περιορίστηκε στις 173. Η διαφορά είναι μόλις τρεις έδρες, αλλά είναι πλειοψηφία. Κι όμως, η επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών Magdalena Andersson ανακοίνωσε στις 28 Σεπτεμβρίου ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση και επέστρεψε την εντολή στον πρόεδρο του κοινοβουλίου Andreas Norlén.
Πώς γίνεται το μπλοκ που κέρδισε τις εκλογές να διαθέτει αριθμητική πλειοψηφία και παρ' όλα αυτά να μην μπορεί να κυβερνήσει; Η απάντηση βρίσκεται στο εσωτερικό των ίδιων των 176 εδρών.
Τέσσερα κόμματα που συμφωνούν ποιον θέλουν να διώξουν, αλλά όχι πώς θέλουν να κυβερνήσουν
Το εκλογικό αποτέλεσμα μοίρασε τις 349 έδρες ως εξής:
- Οι Σοσιαλδημοκράτες κέρδισαν 99 έδρες.
- Οι Μετριοπαθείς 70.
- Οι Σουηδοί Δημοκράτες 62.
- Η Αριστερά 30.
- Το Κόμμα του Κέντρου 25.
- Οι Χριστιανοδημοκράτες 22.
- Οι Πράσινοι επίσης 22.
- Και οι Φιλελεύθεροι 19.
Αριθμητικά, η εξίσωση της Andersson είναι ξεκάθαρη: Σοσιαλδημοκράτες 99, Αριστερά 30, Κέντρο 25 και Πράσινοι 22. Σύνολο: 176. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό δεν αποτελεί μια φυσική κυβερνητική συμμαχία. Στο ένα άκρο βρίσκεται η Αριστερά. Στο άλλο το Κόμμα του Κέντρου, ένα οικονομικά φιλελεύθερο κόμμα με σημαντικές διαφορές από την Αριστερά σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής. Και η σύγκρουση ανάμεσά τους έχει φτάσει σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο: ποιος θα κάθεται στο υπουργικό συμβούλιο.
Η Αριστερά θέλει υπουργούς - Το Κέντρο λέει «όχι»
Η Αριστερά δεν θέλει πλέον να αποτελεί απλώς την κοινοβουλευτική δύναμη που επιτρέπει σε μια σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση να κυβερνά χωρίς να συμμετέχει στην ίδια την κυβέρνηση. Θέλει υπουργικές θέσεις. Για την ηγεσία της, οι 30 έδρες που κέρδισε στις εκλογές πρέπει να μεταφραστούν σε πραγματική συμμετοχή στην εκτελεστική εξουσία. Το Κόμμα του Κέντρου όμως δεν θέλει να στηρίξει μια κυβέρνηση στην οποία η Αριστερά θα αποκτήσει τέτοιο ρόλο. Και εκεί βρίσκεται το αδιέξοδο.
Η Andersson χρειάζεται και τους δύο. Χωρίς την Αριστερά, το κεντροαριστερό μπλοκ χάνει 30 έδρες. Χωρίς το Κέντρο, χάνει 25. Και στις δύο περιπτώσεις η αριθμητική βάση των 176 εξαφανίζεται. Έτσι, οι τέσσερις δυνάμεις που κατάφεραν να συγκεντρώσουν περισσότερες έδρες από το δεξιό μπλοκ δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα κυβερνήσουν μαζί ή θα ανεχθούν μια κυβέρνηση Andersson.
Διαβάστε ακόμα: Σουηδία: Σοσιαλιστικοί μύθοι και πραγματικότητα
Η εκλογή του προέδρου της Βουλής έκανε το ρήγμα ορατό
Η ένταση κορυφώθηκε με μια ψηφοφορία που υπό άλλες συνθήκες ίσως να φαινόταν δευτερεύουσα. Την εκλογή του προέδρου του Riksdag. Ο Andreas Norlén των Μετριοπαθών επανεξελέγη πρόεδρος του κοινοβουλίου. Το επεισόδιο έδειξε ότι οι 176 έδρες του μπλοκ της Andersson δεν λειτουργούν αυτομάτως ως ενιαία κοινοβουλευτική δύναμη. Και αυτό είναι σημαντικότερο από την ίδια την εκλογή του προέδρου. Η Andersson χρειαζόταν να γνωρίζει ότι μπορούσε να οικοδομήσει μια κυβέρνηση την οποία τα τέσσερα κόμματα θα ήταν τουλάχιστον διατεθειμένα να ανεχθούν. Στις 28 Σεπτεμβρίου κατέληξε ότι αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει σήμερα. "Μπορώ να συμπεράνω ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει δυνατότητα για εμένα να σχηματίσω κυβέρνηση", δήλωσε.
Και επέστρεψε την εντολή.
Αλλά εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον μέρος
Για να καταλάβουμε τι μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα, πρέπει να ξεχάσουμε για λίγο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν άλλα ευρωπαϊκά κοινοβουλευτικά συστήματα. Η Σουηδία εφαρμόζει αυτό που ονομάζεται αρνητικός κοινοβουλευτισμός. Η κυβέρνηση δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι διαθέτει την ενεργό υποστήριξη της πλειοψηφίας του κοινοβουλίου. Πρέπει να αποδείξει κάτι διαφορετικό: ότι δεν υπάρχει απόλυτη πλειοψηφία εναντίον της.
Η διαφορά είναι τεράστια. Όταν ο πρόεδρος του Riksdag προτείνει έναν υποψήφιο για πρωθυπουργό, η πρόταση απορρίπτεται μόνο εάν ψηφίσουν εναντίον της περισσότεροι από τους μισούς βουλευτές. Στο κοινοβούλιο των 349 εδρών αυτό σημαίνει τουλάχιστον 175 ψήφους κατά. Εάν οι αρνητικές ψήφοι είναι 174 ή λιγότερες, ο υποψήφιος εγκρίνεται. Δεν χρειάζεται δηλαδή να συγκεντρώσει 175 ψήφους υπέρ. Μπορεί να γίνει πρωθυπουργός με πολύ λιγότερες θετικές ψήφους, αρκεί αρκετά κόμματα να επιλέξουν την αποχή αντί να τον καταψηφίσουν.
Αυτό αλλάζει ολόκληρη την πολιτική εξίσωση.
Δεν χρειάζεται να σε αγαπούν - Αρκεί να μη σε καταψηφίσουν
Ας πάρουμε ένα υποθετικό παράδειγμα. Ένας υποψήφιος πρωθυπουργός μπορεί να έχει ενεργή στήριξη από 150 βουλευτές. Άλλοι 30 μπορούν να απέχουν. Και 169 να ψηφίσουν εναντίον του. Σε ένα σύστημα όπου απαιτείται θετική ψήφος εμπιστοσύνης της απόλυτης πλειοψηφίας, αυτός ο υποψήφιος θα αποτύγχανε. Στη Σουηδία όμως εγκρίνεται. Γιατί μόνο 169 ψήφισαν εναντίον του και όχι οι απαιτούμενοι 175. Γι' αυτό η πραγματική ερώτηση των επόμενων ημερών δεν είναι μόνο: "Ποιος διαθέτει 175 βουλευτές;" Είναι: "Ποιος μπορεί να εμποδίσει τη δημιουργία 175 ψήφων εναντίον του;"
Και αυτό ανοίγει ξανά το παιχνίδι.
Επιστρέφει ο ηττημένος Kristersson;
Ο Ulf Kristersson έχασε τις εκλογές. Το μπλοκ που στήριζε την κυβέρνησή του συγκέντρωσε 173 έδρες έναντι 176 της αντιπολίτευσης. Ο ίδιος υπέβαλε την παραίτησή του μετά το αποτέλεσμα. Και τώρα μπορεί να βρεθεί ξανά στο επίκεντρο της διαδικασίας σχηματισμού κυβέρνησης. Ο πρόεδρος του Riksdag ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιήσει νέες διαβουλεύσεις με τους αρχηγούς των κομμάτων και ο Kristersson θεωρείται ο πιθανότερος επόμενος πολιτικός που θα κληθεί να διερευνήσει τις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης. Εδώ όμως εμφανίζεται το ίδιο πρόβλημα από την αντίθετη πλευρά. Οι 173 έδρες δεν είναι αρκετές εάν οι υπόλοιποι 176 βουλευτές ψηφίσουν όλοι εναντίον του. Άρα ο Kristersson πρέπει να πείσει τουλάχιστον ένα τμήμα της απέναντι πλευράς να μην τον καταψηφίσει.
Και το βλέμμα στρέφεται αναπόφευκτα προς το Κόμμα του Κέντρου.
Οι 25 έδρες που μπορεί να κρατούν το κλειδί
Το Κόμμα του Κέντρου είναι σήμερα ίσως η πιο ενδιαφέρουσα δύναμη της σουηδικής πολιτικής. Ιστορικά έχει συνεργαστεί με τη σουηδική κεντροδεξιά. Στις τελευταίες πολιτικές ανακατατάξεις όμως βρέθηκε στην απέναντι πλευρά, κυρίως εξαιτίας της σχέσης της δεξιάς με τους Σουηδούς Δημοκράτες. Η ηγέτιδά του Elisabeth Thand Ringqvist έχει δηλώσει ότι θέλει να διατηρήσει την κεντρώα φυσιογνωμία του κόμματος και ότι δεν προτίθεται να στηρίξει μια κυβέρνηση που δίνει επιρροή σε κόμματα στα άκρα του πολιτικού φάσματος.
Και έτσι δημιουργείται μια σχεδόν τέλεια πολιτική παγίδα. Προς τα αριστερά, το Κέντρο δεν θέλει την Αριστερά μέσα στην κυβέρνηση. Προς τα δεξιά, δεν θέλει μια κυβέρνηση εξαρτημένη από τους Σουηδούς Δημοκράτες. Αριθμητικά όμως οι 25 έδρες του μπορούν να αποδειχθούν κρίσιμες για οποιαδήποτε προσπάθεια υπέρβασης του αδιεξόδου. Το Κέντρο δεν χρειάζεται απαραίτητα να μπει σε μια κυβέρνηση Kristersson.
Στο σύστημα του αρνητικού κοινοβουλευτισμού, μπορεί να αποδειχθεί αρκετό ακόμη και να μην την καταψηφίσει.
Οι Σουηδοί Δημοκράτες παραμένουν η άλλη μεγάλη δυσκολία
Στην απέναντι πλευρά βρίσκεται το κόμμα που άλλαξε ριζικά τις ισορροπίες της σουηδικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια. Οι Σουηδοί Δημοκράτες συγκέντρωσαν 17,48% και 62 έδρες στις εκλογές του 2026. Παρέμειναν έτσι μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του κοινοβουλίου, αν και υποχώρησαν σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές. Για τον Kristersson, οι έδρες τους είναι καθοριστικές για τη συγκρότηση του δεξιού μπλοκ. Για το Κέντρο όμως ακριβώς αυτή η επιρροή αποτελεί εμπόδιο σε μια επαναπροσέγγιση με την παραδοσιακή κεντροδεξιά. Επομένως, αν ο Kristersson επιχειρήσει να σχηματίσει κυβέρνηση, το πραγματικό αντικείμενο της διαπραγμάτευσης πιθανότατα δεν θα είναι μόνο ποια κόμματα θα συμμετέχουν σε αυτή.
Θα είναι και πόση πολιτική επιρροή θα διαθέτουν εκείνα που παραμένουν εκτός κυβέρνησης.
Και οι Σοσιαλδημοκράτες;
Εδώ βρίσκεται μία ακόμη ειρωνεία του εκλογικού αποτελέσματος. Οι Σοσιαλδημοκράτες παρέμειναν με διαφορά το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας. Αλλά δεν είχαν μια καλή εκλογική βραδιά. Έλαβαν 28,02% και 99 έδρες. Το μπλοκ τους κέρδισε τις εκλογές, αλλά το ίδιο το κόμμα δεν διαθέτει ούτε κατά διάνοια τις έδρες που θα του επέτρεπαν να επιβάλει τους όρους μιας κυβερνητικής συνεργασίας. Αυτό έχει σημασία. Η Andersson μπορεί να είναι επικεφαλής του μεγαλύτερου κόμματος και του μπλοκ με τις περισσότερες έδρες.
Εξαρτάται όμως ταυτόχρονα από δύο μικρότερα κόμματα που θέλουν σχεδόν αντίθετα πράγματα. Η αριθμητική νίκη επομένως δεν της έδωσε αντίστοιχη πολιτική ελευθερία.
Τι γίνεται τώρα;
Η μπάλα επιστρέφει στον πρόεδρο του Riksdag, Andreas Norlén. Ο ρόλος του είναι θεσμικός και καθοριστικός. Συνομιλεί με τους αρχηγούς των κομμάτων, εξετάζει ποιος υποψήφιος έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνει ανεκτός από το κοινοβούλιο και στη συνέχεια καταθέτει επίσημη πρόταση για πρωθυπουργό. Η πρόταση πρέπει να τεθεί σε ψηφοφορία το αργότερο τέσσερις ημέρες αφότου παρουσιαστεί. Και ο Norlén δεν έχει απεριόριστες προσπάθειες.
Έχει τέσσερις. Εάν τέσσερις διαφορετικές προτάσεις για πρωθυπουργό απορριφθούν από το κοινοβούλιο, τότε πρέπει να διεξαχθούν έκτακτες εκλογές μέσα σε τρεις μήνες. Αυτό όμως είναι το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας. Πριν φτάσουν εκεί, τα κόμματα έχουν ισχυρό κίνητρο να αναζητήσουν κάποια μορφή συμβιβασμού.
Κυβέρνηση μειοψηφίας δεν σημαίνει αποτυχημένη κυβέρνηση
Εδώ υπάρχει και μια σημαντική διαφορά πολιτικής κουλτούρας. Σε αρκετές χώρες η φράση "κυβέρνηση μειοψηφίας" ακούγεται σχεδόν σαν συνώνυμο της πολιτικής αστάθειας. Στη Σουηδία δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Μια κυβέρνηση μπορεί να αποτελείται από κόμματα που δεν ελέγχουν 175 έδρες. Αρκεί να υπάρχει στο κοινοβούλιο αρκετή ανοχή ώστε να μην μπορεί να συγκροτηθεί απόλυτη πλειοψηφία εναντίον της. Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη σουηδική κυβέρνηση δεν είναι απαραίτητο να προκύψει από μια κλασική συμμαχία κομμάτων που συμφωνούν μεταξύ τους σε όλα.
Μπορεί να προκύψει από μια πολύ πιο σύνθετη συμφωνία: κάποιοι να συμμετέχουν στην κυβέρνηση, κάποιοι να τη στηρίζουν, κάποιοι να απέχουν, και κάποιοι να συμφωνούν απλώς ότι δεν θα τη ρίξουν.
Το πραγματικό αποτέλεσμα των εκλογών ήταν ο κατακερματισμός
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη ιστορία των σουηδικών εκλογών. Οι ψηφοφόροι έδωσαν στο κεντροαριστερό μπλοκ 176 έδρες και στο δεξιό 173. Αλλά αυτές οι δύο μεγάλες αριθμητικές ομάδες κρύβουν στο εσωτερικό τους κόμματα με σημαντικές πολιτικές διαφορές. Στα αριστερά, η Andersson πρέπει να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στην Αριστερά και το Κέντρο. Στα δεξιά, ο Kristersson πρέπει να συνδυάσει την εξάρτησή του από τους Σουηδούς Δημοκράτες με την ανάγκη να βρει ανοχή πέρα από τις 173 έδρες του μπλοκ του. Και στη μέση βρίσκεται το Κόμμα του Κέντρου, που δεν θέλει ούτε την Αριστερά στην κυβέρνηση ούτε καθοριστική επιρροή των Σουηδών Δημοκρατών.
Δεν πρόκειται επομένως απλώς για σύγκρουση Αριστεράς και Δεξιάς. Πρόκειται για σύγκρουση σχετικά με το ποια κόμματα θεωρούνται αποδεκτοί κυβερνητικοί εταίροι.
Ένα πρόβλημα που δεν αφορά μόνο τη Σουηδία
Ακριβώς γι' αυτό η σουηδική περίπτωση έχει ενδιαφέρον και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Σε πολλά ευρωπαϊκά πολιτικά συστήματα οι παραδοσιακοί μεγάλοι κομματικοί σχηματισμοί έχουν αποδυναμωθεί. Περισσότερα κόμματα μπαίνουν στα κοινοβούλια. Οι κυβερνητικοί συνασπισμοί χρειάζονται περισσότερους εταίρους. Και οι "κόκκινες γραμμές" σχετικά με το ποιος μπορεί να συνεργαστεί με ποιον γίνονται εξίσου σημαντικές με τα ίδια τα εκλογικά ποσοστά. Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο που θα βλέπουμε πιθανότατα όλο και συχνότερα στην Ευρώπη: μπορείς να κερδίσεις τις εκλογές χωρίς να κερδίσεις τη δυνατότητα να κυβερνήσεις.
Η Σουηδία αποτελεί σήμερα σχεδόν εργαστηριακό παράδειγμα. Η κεντροαριστερά έχει 176 έδρες. Η δεξιά 173. Και παρ' όλα αυτά, στις 29 Σεπτεμβρίου, η χώρα δεν γνωρίζει ακόμη ποιος θα είναι ο επόμενος πρωθυπουργός της. Γιατί τελικά το δυσκολότερο κομμάτι μιας πολυκομματικής δημοκρατίας δεν είναι πάντοτε να συγκεντρώσεις τις περισσότερες ψήφους. Είναι να μετατρέψεις αυτές τις ψήφους σε μια κυβέρνηση που αρκετοί είναι διατεθειμένοι να ανεχθούν.
Και στη Σουηδία του 2026, τρεις έδρες αποδείχθηκαν αρκετές για να κερδίσεις τις εκλογές - αλλά όχι αρκετές για να κυβερνήσεις.


Add comment
Comments