Brexit 2.0: Η Βρετανία ξανανοίγει τον φάκελο της Ευρώπης – Οι τέσσερις δρόμοι που βρίσκονται πλέον στο τραπέζι

Published on September 30, 2026 at 5:50 PM

Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα που οδήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Λονδίνο αρχίζει να συζητά ξανά ένα ερώτημα που για χρόνια θεωρούνταν πολιτικά απαγορευμένο. Όχι πλέον εάν μπορεί να βελτιωθεί λίγο η συμφωνία του Brexit. Αλλά ποια ακριβώς πρέπει να είναι η μακροπρόθεσμη σχέση της Βρετανίας με την Ευρώπη.

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Η αλλαγή έγινε εμφανής όταν ο Βρετανός πρωθυπουργός Andy Burnham δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα εξετάσει διαφορετικές επιλογές για τη μελλοντική σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν απέκλεισε ακόμη και την πλήρη επανένταξη. "Θα μπορούσαμε να φτάσουμε μέχρι τέλους", είπε όταν ρωτήθηκε εάν μεταξύ των επιλογών βρίσκεται η επιστροφή στην ΕΕ. Η δήλωση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή μέχρι πρόσφατα η βρετανική συζήτηση περιστρεφόταν κυρίως γύρω από το λεγόμενο reset: μικρές ή μεγαλύτερες συμφωνίες με τις Βρυξέλλες χωρίς αμφισβήτηση της βασικής αρχιτεκτονικής του Brexit.

Τώρα το εύρος της συζήτησης μεγαλώνει. Στο τραπέζι βρίσκονται ουσιαστικά τέσσερις διαφορετικοί δρόμοι:

  • η διατήρηση του σημερινού μοντέλου με επιμέρους βελτιώσεις,
  • η επιστροφή στην τελωνειακή ένωση,
  • η βαθύτερη πρόσβαση στην ενιαία αγορά,
  • και, στο μακρινότερο άκρο του φάσματος, η πλήρης επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι τέσσερις επιλογές όμως δεν αποτελούν απλώς διαφορετικές εκδοχές της ίδιας πολιτικής. Περιλαμβάνουν εντελώς διαφορετικούς συμβιβασμούς μεταξύ εμπορίου, οικονομικής ανάπτυξης, μετανάστευσης, ρυθμιστικής αυτονομίας και εθνικής κυριαρχίας. Και αυτό είναι το πραγματικό Brexit 2.0.

Γιατί επιστρέφει τώρα η συζήτηση;

Η οικονομική σχέση Βρετανίας–ΕΕ παραμένει τεράστια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου, παρά την προσπάθεια μετά το Brexit να διευρυνθούν οι εμπορικές σχέσεις με τον υπόλοιπο κόσμο. Το βασικό οικονομικό πρόβλημα είναι σχετικά απλό. Πριν από το Brexit μια βρετανική επιχείρηση μπορούσε να πουλήσει προϊόντα σε Γαλλία, Γερμανία ή Ολλανδία σχεδόν σαν να επρόκειτο για εσωτερική αγορά. Μετά την αποχώρηση από την ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση εμφανίστηκαν τελωνειακές δηλώσεις, έλεγχοι, πιστοποιήσεις, διαφορετικοί κανονισμοί και πρόσθετο διοικητικό κόστος.

Οι μεγάλες πολυεθνικές μπορούν συνήθως να απορροφήσουν αυτά τα έξοδα. Για μια μικρή βρετανική επιχείρηση, όμως, μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες λίρες πρόσθετου κόστους μπορεί να κάνουν μια εξαγωγή ασύμφορη. Η επίσημη βρετανική δημοσιονομική υπηρεσία, Office for Budget Responsibility, εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ως μακροχρόνια υπόθεση εργασίας ότι η εμπορική ένταση του Ηνωμένου Βασιλείου θα είναι περίπου 15% χαμηλότερη σε σχέση με το υποθετικό σενάριο παραμονής στην ΕΕ και ότι η παραγωγικότητα μακροπρόθεσμα θα είναι περίπου 4% χαμηλότερη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η βρετανική οικονομία είναι σήμερα 4% μικρότερη αποκλειστικά "εξαιτίας του Brexit". Πρόκειται για εκτίμηση της μακροχρόνιας διαφοράς μεταξύ δύο υποθετικών διαδρομών της οικονομίας. Η διάκριση είναι σημαντική. Αλλά εξηγεί γιατί το εμπόριο με την Ευρώπη επιστρέφει στη συζήτηση για το μεγάλο πρόβλημα της Βρετανίας: τη χαμηλή παραγωγικότητα και την ασθενή μακροχρόνια ανάπτυξη.


Δρόμος πρώτος: Βελτίωση του σημερινού Brexit

Αυτή είναι η λιγότερο ριζική επιλογή. Η Βρετανία παραμένει εκτός ενιαίας αγοράς και τελωνειακής ένωσης αλλά προσπαθεί να αφαιρέσει επιμέρους εμπόδια. Ήδη Λονδίνο και Βρυξέλλες έχουν κινηθεί προς στενότερη συνεργασία σε συγκεκριμένους τομείς. Θα μπορούσαν να υπάρξουν συμφωνίες για τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα, ηλεκτρική ενέργεια, επαγγελματικά προσόντα, κινητικότητα νέων, πανεπιστημιακά προγράμματα και ορισμένους τελωνειακούς ελέγχους.

Το πλεονέκτημα είναι προφανές. Η Βρετανία διατηρεί μεγάλο μέρος της ρυθμιστικής της αυτονομίας και τη δυνατότητα να συνάπτει ανεξάρτητες εμπορικές συμφωνίες. Δεν χρειάζεται επίσης να αποδεχθεί την ελεύθερη κυκλοφορία των Ευρωπαίων πολιτών. Το μειονέκτημα είναι εξίσου προφανές. Τα μεγαλύτερα εμπόδια στο εμπόριο παραμένουν. Μπορείς να βελτιώσεις τις συνθήκες στα σύνορα. Δεν εξαφανίζεις όμως τα σύνορα.

Δρόμος δεύτερος: Επιστροφή στην τελωνειακή ένωση

Εδώ η αλλαγή γίνεται πολύ μεγαλύτερη. Μέσα σε μια τελωνειακή ένωση, Βρετανία και Ευρωπαϊκή Ένωση θα εφαρμόζουν κοινό εξωτερικό δασμολόγιο σε αγαθά που εισέρχονται από τρίτες χώρες. Αυτό θα μπορούσε να αφαιρέσει μεγάλο μέρος των τελωνειακών εμποδίων που αντιμετωπίζουν σήμερα οι επιχειρήσεις. Για μια βιομηχανία όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, όπου ένα εξάρτημα μπορεί να περάσει πολλές φορές τη Μάγχη πριν καταλήξει στο τελικό αυτοκίνητο, η διαφορά μπορεί να είναι σημαντική.

Υπάρχει όμως τίμημα. Η Βρετανία θα έχανε σημαντικό μέρος της ανεξάρτητης εμπορικής πολιτικής που αποτέλεσε μία από τις βασικές οικονομικές υποσχέσεις του Brexit. Δεν θα μπορούσε να καθορίζει ελεύθερα τους δασμούς της έναντι τρίτων χωρών εάν αυτοί αποκλίνουν από το κοινό ευρωπαϊκό δασμολόγιο. Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά από την ενιαία αγορά: η τελωνειακή ένωση δεν συνεπάγεται από μόνη της ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων. Γι' αυτό και αρκετοί στη Βρετανία τη θεωρούν πολιτικά ευκολότερο ενδιάμεσο βήμα.

Ο πρώην υπουργός Οικονομικών George Osborne, για παράδειγμα, έχει προτείνει ακριβώς αυτή τη λύση, υποστηρίζοντας ότι είναι ο ταχύτερος τρόπος να περιοριστούν οι εμπορικές τριβές με την Ευρώπη.

Δρόμος τρίτος: Επιστροφή στην ενιαία αγορά

Εδώ πλέον αλλάζει η ίδια η οικονομική αρχιτεκτονική του Brexit. Η ενιαία αγορά δεν αφορά μόνο τους δασμούς. Βασίζεται στις τέσσερις ελευθερίες:

  • ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών,
  • υπηρεσιών,
  • κεφαλαίων
  • και ανθρώπων.

Μια πιθανή εκδοχή θα μπορούσε να μοιάζει περισσότερο με το μοντέλο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, στο οποίο συμμετέχει, μεταξύ άλλων, η Νορβηγία. Η οικονομική διαφορά θα ήταν μεγάλη. Οι βρετανικές επιχειρήσεις θα αποκτούσαν πολύ βαθύτερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά και πολλά από τα σημερινά μη δασμολογικά εμπόδια θα μειώνονταν δραστικά. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για έναν τομέα που συχνά χάνεται στη συζήτηση περί Brexit: τις υπηρεσίες. Η βρετανική οικονομία δεν βασίζεται πρωτίστως στα εργοστάσια. Βασίζεται στις υπηρεσίες.

Χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, συμβουλευτικές εταιρείες, τεχνολογία, αρχιτεκτονική, νομικές υπηρεσίες και άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες αποτελούν τεράστιο τμήμα της οικονομίας. Η τελωνειακή ένωση βοηθά κυρίως τα αγαθά. Η ενιαία αγορά φτάνει πολύ βαθύτερα. Αλλά εδώ βρίσκεται και το πολιτικά δυσκολότερο αντάλλαγμα. Η πλήρης συμμετοχή στην ενιαία αγορά συνδέεται με την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων. Θα απαιτούσε επίσης σημαντική ευθυγράμμιση της βρετανικής νομοθεσίας με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Και εδώ εμφανίζεται ένα παράδοξο.

Η Βρετανία θα μπορούσε να καταλήξει να εφαρμόζει μεγάλο μέρος των κανόνων της ΕΕ χωρίς να συμμετέχει πλήρως στη διαδικασία κατά την οποία αυτοί αποφασίζονται. Με άλλα λόγια: περισσότερη οικονομική πρόσβαση, λιγότερη ρυθμιστική αυτονομία.


Και το ελβετικό μοντέλο;

Υπάρχει και μια ενδιάμεση εκδοχή που συζητείται συχνά. Η Ελβετία δεν είναι μέλος της ΕΕ ούτε του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Έχει όμως δημιουργήσει ένα πυκνό δίκτυο συμφωνιών με τις Βρυξέλλες που της παρέχει εκτεταμένη πρόσβαση στην ενιαία αγορά. Το μοντέλο φαίνεται αρχικά ελκυστικό. Πρόσβαση χωρίς πλήρη ένταξη. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι δωρεάν. Η Ελβετία έχει αποδεχθεί σημαντική ευθυγράμμιση με ευρωπαϊκούς κανόνες, οικονομικές συνεισφορές και ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων.

Και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει γίνει πολύ πιο επιφυλακτική απέναντι σε περίπλοκες συμφωνίες που επιτρέπουν σε τρίτες χώρες να επιλέγουν μόνο τα τμήματα της ενιαίας αγοράς που τις συμφέρουν. Οι Financial Times έχουν επισημάνει επίσης ένα σημαντικό πολιτικό εμπόδιο για οποιαδήποτε βρετανική επιστροφή: οι Βρυξέλλες θα ζητούσαν σαφή και μακροχρόνια δέσμευση ότι η χώρα δεν πρόκειται να αλλάξει ξανά κατεύθυνση λίγα χρόνια αργότερα.

Δρόμος τέταρτος: Πλήρης επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Αυτή είναι η πιο καθαρή οικονομικά και η δυσκολότερη πολιτικά επιλογή. Θα εξαφάνιζε μεγάλο μέρος των εμπορικών τριβών που δημιούργησε το Brexit. Η Βρετανία θα επέστρεφε στην ενιαία αγορά, θα συμμετείχε ξανά στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και θα αποκτούσε εκ νέου λόγο στη διαμόρφωση των κανόνων που επηρεάζουν τις επιχειρήσεις της. Αλλά η επιστροφή δεν σημαίνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί απλώς να πατήσει ένα κουμπί "undo Brexit". Θα απαιτούνταν νέα διαδικασία ένταξης και συμφωνία όλων των κρατών-μελών.

Θα υπήρχαν επίσης δύσκολες διαπραγματεύσεις για το καθεστώς που θα είχε η Βρετανία μέσα στην Ένωση. Η χώρα πριν από το Brexit διέθετε σειρά ειδικών εξαιρέσεων και επιστροφών που είχε εξασφαλίσει επί δεκαετίες. Δεν υπάρχει εγγύηση ότι όλες θα επανέρχονταν. Θα έπρεπε επίσης να αποδεχθεί ξανά την ελεύθερη κυκλοφορία και τις οικονομικές υποχρεώσεις που συνοδεύουν τη συμμετοχή στην ΕΕ. Και οποιαδήποτε προσπάθεια πλήρους επανένταξης θα είχε πολύ δύσκολο πολιτικό ερώτημα στο εσωτερικό: μπορεί μια απόφαση τέτοιου μεγέθους να ληφθεί χωρίς νέο δημοψήφισμα;

Στη σημερινή βρετανική συζήτηση, η απάντηση θεωρείται ευρέως αρνητική.

Το οικονομικό αντάλλαγμα πίσω από όλες τις επιλογές

Εάν αφαιρέσουμε τα πολιτικά συνθήματα, το Brexit 2.0 μπορεί να περιγραφεί σχεδόν σαν οικονομική καμπύλη. Όσο περισσότερο η Βρετανία πλησιάζει την Ευρωπαϊκή Ένωση μειώνονται οι εμπορικές τριβές. Αλλά ταυτόχρονα μειώνεται η ανεξαρτησία της από τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Στο ένα άκρο βρίσκεται το σημερινό μοντέλο. Μεγάλη αυτονομία, αλλά περισσότερα εμπόδια στο εμπόριο. Στο άλλο βρίσκεται η πλήρης ένταξη. Μέγιστη πρόσβαση στην αγορά, αλλά συμμετοχή στο κοινό ευρωπαϊκό θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο.

Και ανάμεσα στα δύο υπάρχουν πολλές αποχρώσεις. Αυτό ακριβώς κάνει τη νέα συζήτηση πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την παλιά αντιπαράθεση Remain εναντίον Leave. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αναγκαστικά δυαδικό.

Υπάρχει όμως πραγματικά οικονομικό κέρδος από την επιστροφή;

Αναλύσεις που επικαλείται ο Guardian εκτιμούν ότι μια βαθιά επιστροφή στην ενιαία αγορά θα μπορούσε να προσθέσει περίπου 2% έως 3% στο βρετανικό ΑΕΠ μακροπρόθεσμα, ενώ η πλήρης επανένταξη θα μπορούσε δυνητικά να έχει μεγαλύτερο όφελος, περίπου 3% έως 5%. Αυτές όμως είναι εκτιμήσεις μοντέλων, όχι χρήματα που θα εμφανίζονταν αυτομάτως στον προϋπολογισμό ούτε εγγυημένοι ρυθμοί ανάπτυξης. Εξαρτώνται από πολλές υποθέσεις:

  • πόσο εμπόριο θα ανακτηθεί,
  • πόσες επενδύσεις θα επιστρέψουν,
  • τι θα συμβεί στην παραγωγικότητα,
  • πόσο γρήγορα θα προσαρμοστούν οι επιχειρήσεις,
  • και ποια ακριβώς συμφωνία θα επιτευχθεί.

Επιπλέον, η οικονομία έχει ήδη προσαρμοστεί επί χρόνια στο Brexit. Εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν αλλάξει. Εταιρείες έχουν μεταφέρει δραστηριότητες. Νέες εμπορικές συμφωνίες έχουν υπογραφεί. Η επιστροφή σε στενότερη σχέση με την ΕΕ θα είχε επομένως και δικό της κόστος προσαρμογής.

Το πραγματικό ερώτημα ίσως δεν είναι «επιστροφή ή όχι»

Υπάρχει μια βαθύτερη αλλαγή πίσω από τη σημερινή συζήτηση. Για χρόνια η βρετανική πολιτική αντιμετώπιζε το Brexit ως ένα γεγονός που είχε ολοκληρωθεί. Το δημοψήφισμα έγινε. Η χώρα έφυγε. Το ζήτημα έκλεισε. Αυτό πλέον δεν είναι τόσο αυτονόητο. Όχι επειδή έχει αποφασιστεί επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση - απέχουμε πολύ από κάτι τέτοιο. Αλλά επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο αρχίζει να αντιμετωπίζει τη σχέση του με την Ευρώπη ως μεταβλητή οικονομικής πολιτικής και όχι ως αμετάκλητη ιστορική απόφαση.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική σημασία του Brexit 2.0. Η επόμενη βρετανική συζήτηση δεν χρειάζεται να είναι: "Leave ή Remain;" Μπορεί να είναι πολύ πιο πρακτική.

  • Πόση πρόσβαση θέλουμε στη μεγαλύτερη αγορά μας;
  • Πόση αυτονομία είμαστε διατεθειμένοι να ανταλλάξουμε γι' αυτήν;
  • Πόσο αξίζει οικονομικά κάθε επιπλέον βήμα προς την Ευρώπη;

Και τελικά:

  • πού ακριβώς, ανάμεσα στην πλήρη ανεξαρτησία και την πλήρη συμμετοχή, βρίσκεται το σημείο ισορροπίας που θεωρεί συμφέρον η Βρετανία;

Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, αυτή μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη ερώτηση από εκείνη που τέθηκε στους Βρετανούς το 2016.

Add comment

Comments

There are no comments yet.