Η συμφωνία της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα για την επαναφορά ρωσικού diesel στις διεθνείς αγορές και η δημόσια απαίτηση του Ντόναλντ Τραμπ για αλλαγή ηγεσίας στην Ουκρανία αποκαλύπτουν μια βαθύτερη μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής.

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Από τις κυρώσεις στη συμφωνία με τον Πούτιν
Μέχρι πρόσφατα, η βασική λογική της δυτικής οικονομικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία ήταν σχετικά σαφής: περιορισμός των ενεργειακών εσόδων της Μόσχας, ώστε να αυξηθεί το οικονομικό κόστος συνέχισης του πολέμου στην Ουκρανία.
Η λογική αυτή δεν εγκαταλείφθηκε από όλες τις δυτικές κυβερνήσεις. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον έκανε μια κίνηση που αμφισβητεί έναν από τους κεντρικούς της πυλώνες. Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την επαναφορά σημαντικών ποσοτήτων ρωσικού diesel στην αμερικανική και διεθνή αγορά.
Σύμφωνα με την ανακοίνωσή του, η συμφωνία προβλέπει αρχικά περισσότερους από 300.000 τόνους diesel, επιπλέον 500.000 τόνους τον Νοέμβριο και μεγαλύτερες ποσότητες στη συνέχεια.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προχώρησε παράλληλα σε προσωρινή χαλάρωση των σχετικών κυρώσεων, επιτρέποντας συναλλαγές για ρωσικό diesel έως τον Απρίλιο του 2027. Οι λεπτομέρειες υλοποίησης και πληρωμών δεν έχουν δημοσιοποιηθεί πλήρως. Μία ημέρα αργότερα, στις 10 Οκτωβρίου, ο Τραμπ προχώρησε ακόμη περισσότερο.
Δήλωσε δημοσίως ότι η Ουκρανία χρειάζεται νέο πρόεδρο, κατηγορώντας τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι δεν έχει καταφέρει να καταλήξει σε συμφωνία τερματισμού του πολέμου. Συνέδεσε μάλιστα ευθέως τις ουκρανικές επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια με την άνοδο των τιμών του diesel στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η αντίδραση του Κιέβου ήταν άμεση. Ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Αντρίι Σίμπιχα υπογράμμισε ότι η επιλογή της πολιτικής ηγεσίας αποτελεί δικαίωμα του ουκρανικού λαού. Η σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον σε διαφωνίες για τη διεξαγωγή των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων.
Αφορά τον ίδιο τον οικονομικό μηχανισμό μέσω του οποίου η Ουκρανία επιχειρεί να αποδυναμώσει τη ρωσική πολεμική μηχανή.
Γιατί το diesel απέκτησε τόσο μεγάλη πολιτική σημασία;
Το diesel δεν είναι απλώς ένα ακόμη προϊόν πετρελαίου. Αποτελεί βασική εισροή για τις εμπορευματικές μεταφορές, τη γεωργία, τις κατασκευές, τη βιομηχανία και σημαντικό μέρος των αλυσίδων εφοδιασμού.
Η αύξηση της τιμής του μεταφέρεται σταδιακά στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς αγαθών. Το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να εμφανιστεί στις τιμές των προϊόντων που αγοράζουν τα νοικοκυριά. Η πίεση στις ΗΠΑ εντάθηκε από τη σύγκρουση με το Ιράν, η οποία προκάλεσε σημαντικές αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι ουκρανικές επιθέσεις κατά ρωσικών διυλιστηρίων προστέθηκαν στους παράγοντες που περιόρισαν τη διαθεσιμότητα ορισμένων διυλισμένων προϊόντων. Ωστόσο, η εξήγηση ότι η Ουκρανία ευθύνεται για την αμερικανική ενεργειακή ακρίβεια είναι υπεραπλουστευτική.
Οι τιμές του diesel επηρεάζονται από τη διεθνή προσφορά αργού, τη διαθέσιμη δυναμικότητα διύλισης, τα αποθέματα, το κόστος μεταφορών, τη γεωπολιτική αστάθεια και την εποχική ζήτηση. Η επίδραση των ουκρανικών επιθέσεων αποτελεί έναν παράγοντα μέσα σε αυτό το σύνολο, όχι τη μοναδική αιτία.
Το πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ είναι ότι οι Αμερικανοί ψηφοφόροι δεν αξιολογούν τις τιμές των καυσίμων με βάση τις γεωπολιτικές τους αιτίες.
Τις αξιολογούν με βάση το ποσό που πληρώνουν.
Και με τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου να πλησιάζουν, το κόστος των καυσίμων μετατρέπεται σε σημαντικό εσωτερικό πολιτικό ζήτημα. Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη αντίφαση της αμερικανικής στρατηγικής: Η πολιτική που επιδιώκει να περιορίσει τα ρωσικά ενεργειακά έσοδα μπορεί ταυτόχρονα να συμβάλλει στη διατήρηση υψηλότερων διεθνών τιμών καυσίμων.
Δεν πρόκειται για αναπόφευκτο αποτέλεσμα κάθε κύρωσης. Πρόκειται όμως για έναν πραγματικό κίνδυνο όταν οι περιορισμοί εφαρμόζονται σε μια ήδη πιεσμένη αγορά.
Γιατί η Ουκρανία χτυπά τα ρωσικά διυλιστήρια;
Η ουκρανική στρατηγική δεν είναι τυχαία. Η Ρωσία διαθέτει σημαντική παραγωγή πετρελαίου και ένα εκτεταμένο σύστημα διυλιστηρίων που μετατρέπει το αργό σε diesel, βενζίνη και άλλα προϊόντα. Τα διυλιστήρια αποτελούν κρίσιμο σύνδεσμο ανάμεσα στην παραγωγή πετρελαίου και στη δυνατότητα εμπορικής ή στρατιωτικής αξιοποίησής του.
Οι ουκρανικές επιθέσεις επιχειρούν να προκαλέσουν τρεις διαφορετικές οικονομικές επιπτώσεις.
Πρώτον, να περιορίσουν την παραγωγή διυλισμένων καυσίμων και να δυσκολέψουν τον εφοδιασμό της ρωσικής οικονομίας.
Δεύτερον, να μειώσουν τις δυνατότητες εξαγωγής προϊόντων πετρελαίου, περιορίζοντας τα έσοδα σε συνάλλαγμα.
Τρίτον, να αυξήσουν το κόστος προστασίας, επισκευής και λειτουργίας των ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Σύμφωνα με το Axios, οι επιθέσεις είχαν προκαλέσει σημαντικές δυσλειτουργίες στον ρωσικό ενεργειακό τομέα, ενώ η Μόσχα είχε επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές diesel για να προστατεύσει την εγχώρια αγορά. Εδώ υπάρχει μια σημαντική οικονομική διάκριση.
Η καταστροφή ή προσωρινή αχρήστευση ενός διυλιστηρίου δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η Ρωσία χάνει ισόποση παραγωγή αργού πετρελαίου. Μπορεί να εξακολουθεί να εξορύσσει πετρέλαιο, αλλά να δυσκολεύεται να το μετατρέψει σε καύσιμα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Εάν υπάρχουν εναλλακτικές εξαγωγικές διαδρομές, μέρος του αργού μπορεί να διοχετευθεί αλλού. Αν όμως η μεταφορά, η αποθήκευση ή η ζήτηση είναι περιορισμένες, η απώλεια δυναμικότητας διύλισης μπορεί να επηρεάσει και την ίδια την παραγωγή.
Για το Κίεβο, επομένως, οι επιθέσεις έχουν διπλή σημασία: στρατιωτική και δημοσιονομική. Κάθε επιπλέον κόστος για τη ρωσική ενεργειακή οικονομία περιορίζει, έστω και οριακά, τους πόρους που μπορούν να διατεθούν αλλού.
Το μεγάλο παράδοξο: Η Ουάσιγκτον επιδιώκει φθηνότερα καύσιμα, η Ουκρανία λιγότερα ρωσικά έσοδα
Οι δύο στόχοι δεν είναι απαραίτητα συμβατοί. Η Ουκρανία επιδιώκει να αυξήσει το κόστος του πολέμου για τη Ρωσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, στη συγκεκριμένη συγκυρία, επιδιώκουν να αυξήσουν τη διαθεσιμότητα diesel στις διεθνείς αγορές.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, επιδιώκει να διατηρήσει τα ενεργειακά της έσοδα και να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους στις διεθνείς συναλλαγές.
Αυτός ο πίνακας εξηγεί γιατί η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις. Η Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται στην αναζήτηση πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων. Δημιουργεί παράλληλα μια νέα διαπραγματευτική σχέση με τη Μόσχα, την ώρα που η Ουκρανία προσπαθεί να περιορίσει τις οικονομικές δυνατότητες της Ρωσίας.
Το σημαντικότερο είναι ότι οι δύο πολιτικές παράγουν αντίθετα κίνητρα. Εάν η Ρωσία μπορεί να αυξήσει τις εξαγωγές της χωρίς αντίστοιχες παραχωρήσεις στο πεδίο του πολέμου, μειώνεται μέρος της οικονομικής πίεσης που υφίσταται.
Εάν, αντίθετα, η ενεργειακή συμφωνία οδηγήσει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις και αμοιβαία αποκλιμάκωση, μπορεί να αποκτήσει διαφορετική στρατηγική αξία.
Μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχει αποδειχθεί ότι η συμφωνία εξασφάλισε τέτοιες παραχωρήσεις.
Μπορούν οι ρωσικές ποσότητες να μειώσουν πραγματικά τις τιμές;
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο οικονομικό ερώτημα. Οι 300.000 τόνοι diesel αντιστοιχούν, κατά προσέγγιση, σε 2,2 εκατομμύρια βαρέλια προϊόντος. Πρόκειται για αξιοσημείωτη ποσότητα σε επίπεδο συγκεκριμένων φορτίων, αλλά σχετικά περιορισμένη σε σύγκριση με την καθημερινή κατανάλωση diesel των Ηνωμένων Πολιτειών και της παγκόσμιας αγοράς.
Επιπλέον, η αύξηση των ρωσικών εξαγωγών δεν συνεπάγεται αυτόματα ισόποση αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς. Εάν τα φορτία απλώς ανακατευθυνθούν από έναν αγοραστή σε άλλον, το καθαρό αποτέλεσμα μπορεί να είναι μικρό. Εάν, αντίθετα, οι νέες άδειες επιτρέψουν να επιστρέψουν στην αγορά ποσότητες που προηγουμένως παρέμεναν αδιάθετες, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μεγαλύτερο.
Αναλυτές που μίλησαν στο Associated Press εκτίμησαν ότι η άμεση επίδραση στις τιμές πιθανότατα θα είναι περιορισμένη, ενώ η Ρωσία θα μπορούσε να αποκομίσει μεγαλύτερο όφελος από τη δυνατότητα διάθεσης αποθεμάτων.
Αυτό δημιουργεί ένα πολιτικό παράδοξο. Η αμερικανική κυβέρνηση ενδέχεται να προσφέρει στη Μόσχα ουσιαστικό οικονομικό όφελος, χωρίς να εξασφαλίσει ανάλογη μείωση των τιμών για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Δεν είναι ακόμη δυνατόν να γνωρίζουμε την τελική επίπτωση. Θα εξαρτηθεί από τις πραγματικές παραδόσεις, τις διεθνείς τιμές και την κατάσταση των διυλιστηρίων.
Οι ενδιάμεσες εκλογές αλλάζουν τους γεωπολιτικούς υπολογισμούς
Οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο στοιχείο της συγκυρίας. Για τον Τραμπ, η αύξηση των τιμών των καυσίμων δεν είναι μόνο οικονομικό πρόβλημα.
Είναι και πολιτικό. Οι υψηλές τιμές επηρεάζουν ιδιαίτερα τους επαγγελματίες οδηγούς, τους αγρότες, τις μεταφορικές επιχειρήσεις και τους κατοίκους περιοχών όπου οι μετακινήσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το αυτοκίνητο.
Αυτό δημιουργεί ισχυρό κίνητρο για άμεσες παρεμβάσεις. Η επιτυχία τους, όμως, δεν είναι δεδομένη. Μια συμφωνία για πρόσθετες εισαγωγές μπορεί να προσφέρει πολιτικά το μήνυμα ότι η κυβέρνηση δρα. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα μεταβάλει σημαντικά την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η ανάγκη άμεσων αποτελεσμάτων μπορεί να έρθει σε αντίθεση με τους μακροπρόθεσμους στόχους της εξωτερικής πολιτικής. Οι κυρώσεις λειτουργούν όταν οι υπόλοιπες χώρες πιστεύουν ότι θα διατηρηθούν αρκετά ώστε να επηρεάσουν τις οικονομικές αποφάσεις του κράτους που στοχεύουν.
Εάν χαλαρώνουν κάθε φορά που δημιουργείται σημαντικό εσωτερικό κόστος στις χώρες που τις επιβάλλουν, η αξιοπιστία τους περιορίζεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις πρέπει να παραμένουν αμετάβλητες ανεξάρτητα από το κόστος τους.
Σημαίνει ότι η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται και από τη συνέπεια της πολιτικής που τις συνοδεύει.
Η νέα απειλή για το Κίεβο: Η εξάρτηση από την αμερικανική υποστήριξη
Η δημόσια απαίτηση Τραμπ για αλλαγή ηγεσίας στην Ουκρανία έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Όμως η ουσιαστικότερη πίεση δεν βρίσκεται στη δήλωση καθαυτή. Βρίσκεται στην εξάρτηση της Ουκρανίας από αμερικανικές στρατιωτικές, τεχνολογικές και πληροφοριακές δυνατότητες.
Σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα των Financial Times, Αμερικανοί εκπρόσωποι προειδοποίησαν κατά τις διαπραγματεύσεις ότι η συνέχιση των ουκρανικών επιθέσεων στα ρωσικά διυλιστήρια θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη συνεργασία στην ανταλλαγή πληροφοριών.
Πρόκειται για δημοσιογραφικά αναφερόμενη απειλή, όχι για επιβεβαιωμένη διακοπή της συνεργασίας. Η σημασία της είναι μεγάλη. Η στρατιωτική αποτελεσματικότητα δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των διαθέσιμων όπλων. Εξαρτάται και από την έγκαιρη αναγνώριση στόχων, την παρακολούθηση κινήσεων, την προειδοποίηση για επικείμενες επιθέσεις και την αξιοποίηση πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο.
Εάν η Ουκρανία αναγκαστεί να επιλέξει ανάμεσα στη συνέχιση της πίεσης κατά των ρωσικών διυλιστηρίων και στη διατήρηση κρίσιμης αμερικανικής υποστήριξης, το δίλημμα θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο.
Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη γεωπολιτική διάσταση της σύγκρουσης. Η Ουκρανία διαθέτει τη δική της στρατιωτική στρατηγική, αλλά δεν ελέγχει πλήρως τους πόρους από τους οποίους εξαρτάται η εφαρμογή της.
Η πρόταση Ζελένσκι για αμοιβαία ενεργειακή εκεχειρία
Στις 11 Οκτωβρίου προέκυψε μια σημαντική νέα εξέλιξη. Ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι έτοιμη να σταματήσει τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Μόσχα σταματήσει τις επιθέσεις στις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές.
Τόνισε ότι οποιαδήποτε αποκλιμάκωση πρέπει να είναι αμοιβαία και να συνοδεύεται από πραγματικές εγγυήσεις. Η πρόταση μεταφέρει τη συζήτηση από τη μονομερή διακοπή επιθέσεων σε μια ενδεχόμενη αμοιβαία συμφωνία. Για την Ουκρανία, η διαφορά είναι θεμελιώδης.
Η Ρωσία επιδιώκει να προστατεύσει τα διυλιστήρια και τις εξαγωγικές της δυνατότητες. Η Ουκρανία επιδιώκει να προστατεύσει την ηλεκτροδότηση, τη θέρμανση και τις βασικές ενεργειακές υπηρεσίες των πολιτών της. Μια αμοιβαία εκεχειρία θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά το οικονομικό και ανθρωπιστικό κόστος των επιθέσεων.
Θα απαιτούσε, όμως, αξιόπιστο μηχανισμό εφαρμογής και ελέγχου.
Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί συμφωνία με τη Μόσχα.
Η Ευρώπη μπροστά σε ένα νέο στρατηγικό δίλημμα
Η αμερικανική μετατόπιση δημιουργεί σημαντικά προβλήματα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ευρωπαϊκή στρατηγική στηρίζεται σε τρεις βασικούς στόχους: οικονομική πίεση προς τη Ρωσία, υποστήριξη της Ουκρανίας και αποτροπή περαιτέρω αποσταθεροποίησης της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Εάν οι ΗΠΑ χαλαρώνουν τις ενεργειακές κυρώσεις ενώ η Ευρώπη τις διατηρεί ή τις αυστηροποιεί, η δυτική πολιτική παύει να λειτουργεί ως ενιαίο σύνολο. Αυτό μπορεί να έχει τρεις συνέπειες.
Πρώτον, η Μόσχα αποκτά μεγαλύτερο περιθώριο να αξιοποιεί τις διαφορές μεταξύ των δυτικών κυβερνήσεων.
Δεύτερον, οι ευρωπαϊκές χώρες μπορεί να αναγκαστούν να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού και στρατιωτικού κόστους υποστήριξης της Ουκρανίας.
Τρίτον, η Ευρώπη ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με μια δύσκολη επιλογή: να διατηρήσει τη στρατηγική κυρώσεων ακόμη και όταν ο σημαντικότερος σύμμαχός της ακολουθεί διαφορετική κατεύθυνση.
Οι αντιδράσεις ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στη συμφωνία για το ρωσικό diesel δείχνουν ότι η διαφωνία δεν είναι απλώς θεωρητική.
Η ουσιαστική πρόκληση για την Ευρώπη είναι η δυνατότητα διαμόρφωσης ανεξάρτητης στρατηγικής, με επαρκή οικονομικά και αμυντικά μέσα. Χωρίς αυτά, η ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στη Ρωσία θα συνεχίσει να επηρεάζεται καθοριστικά από τις εσωτερικές πολιτικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.
Μπορεί η ενεργειακή συμφωνία να οδηγήσει σε ειρήνη;
Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει την προσέγγιση με τη Μόσχα ως μέρος μιας προσπάθειας τερματισμού του πολέμου. Το επιχείρημα είναι ότι η οικονομική συνεργασία μπορεί να δημιουργήσει κίνητρα για διαπραγμάτευση. Δεν πρόκειται για παράλογη οικονομική συλλογιστική.
Οι εμπορικές σχέσεις μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να αυξήσουν το κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης για όλα τα μέρη.
Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα είναι η αμοιβαιότητα. Εάν η Ρωσία αποκτά πρόσθετα ενεργειακά έσοδα χωρίς να δεσμεύεται σε συγκεκριμένες κινήσεις αποκλιμάκωσης, η συμφωνία μπορεί να βελτιώνει την οικονομική της θέση χωρίς να αλλάζει τα κίνητρα συνέχισης του πολέμου.
Σύμφωνα με το Axios, η τηλεφωνική επικοινωνία Τραμπ–Πούτιν δεν κατέληξε σε σαφή ρωσική δέσμευση για επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών. Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί προτού αξιολογηθεί η συμφωνία ως διπλωματική επιτυχία.
Όχι εάν επέστρεψε ρωσικό diesel στην αγορά. Αλλά τι συγκεκριμένο εξασφάλισε η Ουάσιγκτον από τη Μόσχα ως αντάλλαγμα.
Συμπέρασμα: Όταν το κόστος του πολέμου επιστρέφει στην εσωτερική πολιτική
Η σύγκρουση Τραμπ–Ζελένσκι δεν αφορά αποκλειστικά τις προσωπικές σχέσεις των δύο ηγετών. Αποκαλύπτει ένα ευρύτερο πρόβλημα της διεθνούς πολιτικής. Οι οικονομικές κυρώσεις, οι ενεργειακές αγορές και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν λειτουργούν ανεξάρτητα μεταξύ τους.
Μια επίθεση σε ένα ρωσικό διυλιστήριο μπορεί να επηρεάζει τη δυνατότητα της Μόσχας να χρηματοδοτεί τον πόλεμο. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να περιορίζει τη διεθνή προσφορά καυσίμων. Η αύξηση των τιμών μπορεί στη συνέχεια να προκαλεί πολιτική πίεση στις χώρες που υποστηρίζουν την Ουκρανία.
Και αυτή η πίεση μπορεί τελικά να μεταβάλλει τις αποφάσεις των κυβερνήσεών τους. Έτσι δημιουργείται ένας μηχανισμός ανατροφοδότησης: ο οικονομικός πόλεμος παράγει κόστος όχι μόνο για τον αντίπαλο, αλλά και για εκείνους που τον χρησιμοποιούν ως μέσο πίεσης.
Η αποτελεσματικότητα μιας στρατηγικής δεν κρίνεται επομένως μόνο από το πόσο επιβαρύνει τον αντίπαλο. Κρίνεται και από το κατά πόσο οι χώρες που την εφαρμόζουν μπορούν να αντέξουν το δικό τους κόστος.
Η συμφωνία Τραμπ–Πούτιν και η σύγκρουση με τον Ζελένσκι δείχνουν ότι αυτό το όριο δοκιμάζεται πλέον ανοιχτά. Για την Ουκρανία, το διακύβευμα είναι η δυνατότητα να συνεχίσει να ασκεί οικονομική πίεση στη Ρωσία.
Για τις ΗΠΑ, η συγκράτηση του ενεργειακού κόστους χωρίς πλήρη εγκατάλειψη των γεωπολιτικών τους στόχων. Για την Ευρώπη, η διατήρηση μιας συνεκτικής στρατηγικής απέναντι στη Μόσχα.
Και για τη Ρωσία, η αξιοποίηση των αντιθέσεων αυτών προς όφελός της.
Το πραγματικό ερώτημα, τελικά, δεν είναι εάν το ρωσικό diesel μπορεί να μειώσει την τιμή των καυσίμων στις ΗΠΑ. Είναι εάν η ανάγκη για φθηνότερα καύσιμα μπορεί να αλλάξει τους πολιτικούς όρους με τους οποίους θα τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Add comment
Comments