Τραμπ: Στο 34% η δημοτικότητά του – Η ακρίβεια, η οικονομική δυσαρέσκεια και ο κίνδυνος εκλογικής ήττας των Ρεπουμπλικανών

Published on October 11, 2026 at 9:53 PM

Μόλις ένας στους τέσσερις Αμερικανούς ψηφοφόρους εγκρίνει την οικονομική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ και περίπου ένας στους πέντε τη διαχείριση του πληθωρισμού.

Από την Κίρκη | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Η οικονομία γυρίζει την πλάτη στον Τραμπ

Υπάρχει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πολιτικό παράδοξο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος ότι θα αποκαταστήσει την αγοραστική δύναμη των Αμερικανών, θα περιορίσει τον πληθωρισμό και θα επαναφέρει τη δυναμική στην αμερικανική οικονομία.

Σήμερα, όμως, η οικονομία εξελίσσεται σε έναν από τους σοβαρότερους παράγοντες πολιτικής φθοράς του. Σύμφωνα με νέα πανεθνική δημοσκόπηση των Financial Times και της Focaldata, που δημοσιεύθηκε στις 11 Οκτωβρίου, η συνολική αποδοχή του Αμερικανού προέδρου βρίσκεται μόλις στο 34%.

Ακόμη πιο εντυπωσιακά είναι τα ευρήματα για την οικονομική πολιτική. Μόλις το 25% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων εγκρίνει τη διαχείριση της οικονομίας και της απασχόλησης, ενώ η αποδοχή των χειρισμών του στον πληθωρισμό περιορίζεται περίπου στο 20%.

Περισσότεροι από δύο στους τρεις θεωρούν ότι η αμερικανική οικονομία κινείται προς λανθασμένη κατεύθυνση. 

Τα αποτελέσματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου πλησιάζουν. Για τους Ρεπουμπλικανούς, το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η προσωπική δημοτικότητα του προέδρου. Είναι ο κίνδυνος η δυσαρέσκεια απέναντι στην οικονομική του πολιτική να μεταφερθεί στην κάλπη και να επηρεάσει τη σύνθεση του Κογκρέσου.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο πληθωρισμός, αλλά το επίπεδο των τιμών

Για να κατανοήσουμε τη φθορά του Τραμπ, πρέπει να διαχωρίσουμε δύο οικονομικές έννοιες που συχνά συγχέονται στον δημόσιο διάλογο: Τον πληθωρισμό και την ακρίβεια.

Ο πληθωρισμός μετρά τον ρυθμό με τον οποίο αυξάνονται οι τιμές. Η ακρίβεια αφορά το επίπεδο των τιμών σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Ακόμη και αν ο πληθωρισμός υποχωρήσει από το 8% στο 3%, οι τιμές δεν επιστρέφουν αυτομάτως στα προηγούμενα επίπεδα. Απλώς αυξάνονται με χαμηλότερο ρυθμό. Ένα προϊόν που κόστιζε $100
 και ανατιμήθηκε κατά 8% και στη συνέχεια κατά 3% θα κοστίζει πλέον $111,24. Για το νοικοκυριό, επομένως, η επιβάρυνση παραμένει.


Αυτό εξηγεί γιατί μια κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται τη μείωση του πληθωρισμού χωρίς να πείθει τους πολίτες ότι βελτιώνεται η καθημερινότητά τους. Η κατάσταση γίνεται δυσκολότερη όταν το κόστος της ενέργειας, της στέγασης και της χρηματοδότησης απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Μια πρόσφατη έρευνα του AP-NORC ενισχύει αυτή την εικόνα: το 65% των ερωτηθέντων απέδωσε τις υψηλότερες τιμές στις πολιτικές του Τραμπ, ενώ το 69% θεωρούσε ότι οι χειρισμοί του στο κόστος ζωής ήταν χειρότεροι από τις προσδοκίες του.

Η αγορά εργασίας στέλνει προειδοποιητικά μηνύματα

Η αμερικανική οικονομία δεν αντιμετωπίζει μόνο πρόβλημα αγοραστικής δύναμης. Τα τελευταία στοιχεία για την απασχόληση ενισχύουν τις ανησυχίες για επιβράδυνση. Τον Σεπτέμβριο δημιουργήθηκαν μόλις 29.000 νέες θέσεις εργασίας, αριθμός σημαντικά χαμηλότερος από τις προσδοκίες των οικονομολόγων.

Η αγορά εργασίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων η οικονομική ανάπτυξη μετατρέπεται σε πραγματικό εισόδημα. Όταν οι επιχειρήσεις περιορίζουν τις προσλήψεις, οι εργαζόμενοι αισθάνονται μεγαλύτερη ανασφάλεια, ακόμη και αν εξακολουθούν να εργάζονται.

Παράλληλα, μειώνεται η διαπραγματευτική τους δύναμη για υψηλότερους μισθούς. Αυτό σημαίνει ότι μια οικονομία μπορεί να παρουσιάζει θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά σημαντικό μέρος του πληθυσμού να μην αισθάνεται ότι συμμετέχει στα οφέλη της.

Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες πολιτικές αδυναμίες της σημερινής αμερικανικής οικονομίας. Οι ψηφοφόροι δεν αξιολογούν την οικονομική πολιτική αποκλειστικά με βάση το ΑΕΠ ή τους χρηματιστηριακούς δείκτες. Την αξιολογούν κυρίως με βάση την προσωπική τους οικονομική ασφάλεια.

Ο πόλεμος με το Ιράν επιδεινώνει το οικονομικό πρόβλημα

Η οικονομική δυσαρέσκεια συνδέεται και με την εξωτερική πολιτική. Η σύγκρουση με το Ιράν έχει επιβαρύνει τις τιμές της ενέργειας και έχει ενισχύσει την αβεβαιότητα για την αμερικανική οικονομία.

Η τιμή του ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες έφτασε στα τέλη Σεπτεμβρίου τα $6,53 ανά γαλόνι, επίπεδο ρεκόρ κατά τα στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας.

Η αύξηση του κόστους του ντίζελ έχει ευρύτερες επιπτώσεις από εκείνες που αντιλαμβάνεται ο καταναλωτής στο πρατήριο. Το ντίζελ χρησιμοποιείται στις οδικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε σημαντικές βιομηχανικές δραστηριότητες.

Επομένως, η άνοδος της τιμής του μεταφέρεται σταδιακά στο κόστος παραγωγής και διανομής πολλών προϊόντων.

Η ίδια δημοσκόπηση καταγράφει αποδοχή μικρότερη του 25% για τη διαχείριση της σύγκρουσης με το Ιράν. Σχεδόν δύο στους τρεις ψηφοφόρους επιθυμούν να επιδιωχθεί συμφωνία το συντομότερο δυνατόν, αντί να συνεχιστεί η σύγκρουση με στόχο την εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων.

Το πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ είναι ότι οι συνέπειες της εξωτερικής πολιτικής του γίνονται αισθητές στο εσωτερικό της χώρας. Η ενεργειακή ακρίβεια συνδέει πλέον άμεσα τις γεωπολιτικές αποφάσεις του Λευκού Οίκου με το διαθέσιμο εισόδημα των αμερικανικών νοικοκυριών.

Οι Δημοκρατικοί αποκτούν προβάδισμα – Αλλά οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν ένα σημαντικό πλεονέκτημα

Η οικονομική δυσαρέσκεια έχει αρχίσει να αποτυπώνεται στις εκλογικές προτιμήσεις. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση των Financial Times, οι Δημοκρατικοί προηγούνται των Ρεπουμπλικανών κατά περισσότερες από πέντε ποσοστιαίες μονάδες στην ερώτηση για την προτίμηση κόμματος στις εκλογές του Κογκρέσου.

Η Focaldata αναφέρει επίσης προβάδισμα οκτώ μονάδων μεταξύ των πιθανών ψηφοφόρων στη σχετική εκλογική μέτρηση. Οι δύο αριθμοί δεν είναι αντιφατικοί, καθώς αφορούν διαφορετικές βάσεις ερωτηθέντων.

Ωστόσο, το σημαντικότερο εύρημα αφορά την επίδραση του ίδιου του προέδρου. Το 45% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων θεωρεί ότι ο Τραμπ δυσκολεύει τις πιθανότητες εκλογής των Ρεπουμπλικανών υποψηφίων.

Πρόκειται για ιδιαίτερα αρνητικό στοιχείο για έναν πρόεδρο που έχει ταυτίσει σε μεγάλο βαθμό το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα με την προσωπική του πολιτική ατζέντα. Υπάρχει, όμως, μια σημαντική λεπτομέρεια: Λιγότερο από το 70% όσων ψήφισαν τον Τραμπ το 2024 εγκρίνει σήμερα το έργο του, έναντι περίπου 80% τον Μάιο.

Παρά τη μείωση αυτή, το 80% εξακολουθεί να δηλώνει ότι θα ψηφίσει τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο στην εκλογική του περιφέρεια. Αυτό σημαίνει ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στον πρόεδρο δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ψήφο υπέρ των Δημοκρατικών.

Ένας ψηφοφόρος μπορεί να θεωρεί αποτυχημένη την οικονομική πολιτική του Τραμπ και ταυτόχρονα να εξακολουθεί να προτιμά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για την πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος.

Πόσο πιθανή είναι η απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων;

Το Cook Political Report, ένας ανεξάρτητος οργανισμός ανάλυσης των αμερικανικών εκλογών, έχει μετακινήσει την αξιολόγηση 18 εκλογικών περιφερειών προς ευνοϊκότερη κατεύθυνση για τους Δημοκρατικούς.

Σύμφωνα με την εκτίμηση αυτή, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να κερδίσουν από 9 έως 19 επιπλέον έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Αυτό αποτελεί πρόβλεψη και όχι βέβαιο εκλογικό αποτέλεσμα.

Εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής, θα μπορούν να επηρεάζουν ουσιαστικά τη νομοθετική ατζέντα, να εμποδίζουν πρωτοβουλίες της κυβέρνησης και να εντείνουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Για την οικονομική πολιτική του Τραμπ, μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε πρόσθετους περιορισμούς.

Οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις, οι δημοσιονομικές επιλογές και η διαχείριση των ομοσπονδιακών δαπανών θα απαιτούσαν δυσκολότερες πολιτικές διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, η απώλεια της Βουλής δεν θα αφαιρούσε αυτομάτως από τον πρόεδρο τις εξουσίες που διαθέτει στην εξωτερική πολιτική ή εκείνες που ασκεί νόμιμα μέσω εκτελεστικών αποφάσεων.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα: Η οικονομική δυσαρέσκεια εισχωρεί και στη βάση των Ρεπουμπλικανών

Η δημοσκόπηση των Financial Times δεν αποτελεί μεμονωμένη ένδειξη. Το 68% αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τα καθήκοντά του. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μεταβολή των απόψεων των Ρεπουμπλικανών και όσων κλίνουν προς το κόμμα. 

Πώς αξιολογούν οι Ρεπουμπλικανοί την οικονομική πολιτική Τραμπ
Ρεπουμπλικανοί και ψηφοφόροι που κλίνουν προς το κόμμα
● Βελτίωσαν την οικονομία ● Επιδείνωσαν την οικονομία
60% 40% 20% 0% Ιαν. 2026 Ιούλ. 2026 Οκτ. 2026 57% 42% 39% 18% 28% 35%
Το βασικό εύρημα: Η διαφορά θετικών και αρνητικών αξιολογήσεων συρρικνώθηκε από 39 σε μόλις 4 ποσοστιαίες μονάδες.
Πηγή: Pew Research Center, 8 Οκτωβρίου 2026
Σχεδιασμός: Greece2Day

Τον Ιανουάριο του 2026, το 57% των Ρεπουμπλικανών και των ψηφοφόρων που κλίνουν προς αυτούς θεωρούσε ότι οι πολιτικές Τραμπ είχαν βελτιώσει τις οικονομικές συνθήκες.

Τον Οκτώβριο το ποσοστό έχει υποχωρήσει στο 39%. Αντίστοιχα, εκείνοι που θεωρούν ότι οι πολιτικές του έχουν επιδεινώσει τις οικονομικές συνθήκες αυξήθηκαν από 18% σε 35%.

Με άλλα λόγια, οι θετικές και αρνητικές αξιολογήσεις της οικονομικής πολιτικής του προέδρου έχουν σχεδόν εξισωθεί ακόμη και στο ευρύτερο ρεπουμπλικανικό εκλογικό ακροατήριο. Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πολιτική προειδοποίηση για τον Λευκό Οίκο.


Η οικονομική δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται πλέον στους Δημοκρατικούς ή στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους. Αρχίζει να εμφανίζεται με μεγαλύτερη ένταση και στο εσωτερικό της πολιτικής συμμαχίας που επέτρεψε στον Τραμπ να επιστρέψει στην εξουσία.

Γιατί οι χρηματιστηριακοί δείκτες δεν αρκούν για να κερδηθούν οι εκλογές

Η αμερικανική εμπειρία αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα πολιτικής οικονομίας. Οι κυβερνήσεις συχνά χρησιμοποιούν την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και την πορεία των χρηματιστηρίων ως αποδείξεις επιτυχημένης οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, οι δείκτες αυτοί δεν αποτυπώνουν υποχρεωτικά την οικονομική κατάσταση του μέσου νοικοκυριού.

Η άνοδος των μετοχών ωφελεί κυρίως εκείνους που διαθέτουν χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, άμεσα ή μέσω συνταξιοδοτικών λογαριασμών. Αντίθετα, η αύξηση των τιμών βασικών αγαθών επηρεάζει σχεδόν όλους τους πολίτες. Και επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα, επειδή αυτά διαθέτουν μεγαλύτερο ποσοστό των χρημάτων τους για βασική κατανάλωση.

Έτσι, μπορεί να συνυπάρχουν δύο φαινομενικά αντιφατικές πραγματικότητες. Μια οικονομία στην οποία ορισμένες επιχειρήσεις και επενδυτές εμφανίζουν υψηλές αποδόσεις. Και μια κοινωνία στην οποία μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δυσκολεύονται να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες μπορεί να γίνει πολιτικά εκρηκτική. Ειδικά όταν η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες για άμεση βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Το δίλημμα του Τραμπ πριν από τις κάλπες

Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται μπροστά σε ένα σύνθετο πρόβλημα. Για να ανακτήσει μέρος της δημοτικότητάς του, χρειάζεται να πείσει τους ψηφοφόρους ότι η οικονομική τους κατάσταση βελτιώνεται. Όμως οι διαθέσιμες πολιτικές επιλογές έχουν περιορισμούς.

Μια δημοσιονομική επέκταση μπορεί να στηρίξει τη ζήτηση και τα εισοδήματα, αλλά ενδέχεται να επιβαρύνει περαιτέρω το ομοσπονδιακό έλλειμμα και τις χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου. Μια επιθετική πολιτική εμπορικών δασμών μπορεί να προστατεύσει ορισμένους εγχώριους παραγωγούς, αλλά μπορεί επίσης να αυξήσει το κόστος εισαγόμενων προϊόντων και παραγωγικών εισροών.

Μια αποκλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν θα μπορούσε να περιορίσει το γεωπολιτικό ασφάλιστρο στις τιμές της ενέργειας, χωρίς ωστόσο να εγγυάται άμεση επιστροφή τους στα προηγούμενα επίπεδα. Και μια χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, εφόσον οι οικονομικές συνθήκες το επιτρέψουν, θα μπορούσε να μειώσει το κόστος δανεισμού, αλλά η σχετική απόφαση ανήκει στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα και όχι στον Λευκό Οίκο.

Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι η οικονομική πολιτική χρειάζεται χρόνο για να μεταβάλει το πραγματικό εισόδημα, ενώ οι εκλογές διεξάγονται σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Αυτή η χρονική ασυμμετρία περιορίζει τις δυνατότητες πολιτικής ανάκαμψης.

Συμπέρασμα: Η οικονομία μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από την πολιτική προσωπικότητα

Η νέα δημοσκόπηση των Financial Times δεν αποδεικνύει ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα χάσουν τις ενδιάμεσες εκλογές. Ούτε σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι που αποδοκιμάζουν τον Τραμπ θα στραφούν αναγκαστικά στους Δημοκρατικούς.

Δείχνει, όμως, ότι η αμερικανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα που δύσκολα λύνεται αποκλειστικά με επικοινωνιακούς χειρισμούς. Η οικονομική δυσαρέσκεια έχει αποκτήσει βάθος, διάρκεια και ευρύτερη πολιτική διάσταση.

Ο πληθωρισμός, το κόστος της ενέργειας, η επιβράδυνση της απασχόλησης και η αβεβαιότητα για το μέλλον συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο οι πολιτικές υποσχέσεις δοκιμάζονται απέναντι στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών.

Ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει μια ισχυρή και σε μεγάλο βαθμό κομματικά πιστή εκλογική βάση. Αλλά η πολιτική πίστη δεν ταυτίζεται με την οικονομική ικανοποίηση. Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό.

Διότι οι Αμερικανοί δεν θα αποφασίσουν στις 3 Νοεμβρίου μόνο ποιο κόμμα προτιμούν. Θα αξιολογήσουν, σε σημαντικό βαθμό, εάν η οικονομική τους κατάσταση ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που δημιούργησε η επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

Η ειρωνεία είναι ότι ο πρόεδρος που επέστρεψε στην εξουσία υποσχόμενος οικονομική ευημερία κινδυνεύει να υποστεί την πρώτη μεγάλη εκλογική ήττα της δεύτερης θητείας του ακριβώς εξαιτίας της οικονομίας.

Add comment

Comments

There are no comments yet.