Η βρετανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα από τα πιο δύσκολα δημοσιονομικά παράδοξα της εποχής: ακόμη και όταν οι κρατικές δαπάνες παραμένουν αμετάβλητες στα χαρτιά, η αύξηση των τιμών μπορεί να μειώνει τις υπηρεσίες που το κράτος είναι σε θέση να προσφέρει. Το υψηλό κόστος δανεισμού, οι πιέσεις στους προϋπολογισμούς των υπουργείων και η ασθενική ανάπτυξη δημιουργούν μια νέα μορφή δημοσιονομικής στενότητας. Και η περίπτωση της Βρετανίας αποτελεί προειδοποίηση για ολόκληρη την Ευρώπη.

Από τον Κέλσο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η δημοσιονομική κρίση που δεν φαίνεται στους ονομαστικούς αριθμούς
Υπάρχει ένας τρόπος να μειωθούν οι πραγματικές δημόσιες δαπάνες χωρίς μια κυβέρνηση να ανακοινώσει ούτε μία περικοπή. Αρκεί να αυξηθούν οι τιμές ταχύτερα από τους προϋπολογισμούς των υπουργείων. Ένα νοσοκομείο μπορεί να λάβει ακριβώς την ίδια χρηματοδότηση με την προηγούμενη χρονιά. Εάν όμως αυξηθούν οι τιμές των φαρμάκων, της ενέργειας, του εξοπλισμού και των υπηρεσιών που αγοράζει, θα μπορεί να προσφέρει λιγότερα. Το ίδιο ισχύει για τα σχολεία, τις μεταφορές, την τοπική αυταοδιοίκηση και τις δημόσιες υποδομές. Αυτή είναι η ουσία της δημοσιονομικής πίεσης που αντιμετωπίζει η Βρετανία.
Η συζήτηση για ένα ενδεχόμενο δημοσιονομικό κενό της τάξης των 35 δισ. λιρών δεν αφορά απλώς έναν αριθμό στον κρατικό προϋπολογισμό. Αφορά την απόσταση ανάμεσα στις υποχρεώσεις του κράτους και στους πραγματικούς πόρους που διαθέτει για να τις εκπληρώσει. Χρειάζεται, πάντως, μια ουσιαστική διευκρίνιση: μια εκτίμηση δημοσιονομικού κενού δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με καταγεγραμμένο πρόσθετο έλλειμμα £35 δισ. Το τελικό ποσό εξαρτάται από τις οικονομικές προβλέψεις, τους δημοσιονομικούς στόχους και τα μέτρα που θα επιλέξει η κυβέρνηση.
Το πρόβλημα είναι ευρύτερο από τη Βρετανία. Αποκαλύπτει πώς ο πληθωρισμός μπορεί να μετατραπεί από πρόβλημα αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών σε πρόβλημα λειτουργίας του ίδιου του κράτους.
Τι σημαίνει πραγματικά η «τρύπα» των 35 δισ. λιρών;
Η έκθεση Green Budget 2026 του ανεξάρτητου Institute for Fiscal Studies (IFS), που δημοσιεύθηκε στις 12 Οκτωβρίου, προειδοποιεί ότι ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι βρίσκεται αντιμέτωπος με πρόσθετες πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες. Το ποσό των περίπου 35 δισ. λιρών αφορά κυρίως την πρόσθετη χρηματοδότηση που θα απαιτούνταν για να προστατευθούν οι δημόσιες υπηρεσίες από τη διάβρωση των προϋπολογισμών τους και να καλυφθούν νέες δεσμεύσεις, ιδίως στην άμυνα. Δεν πρόκειται για μια ήδη διαπιστωμένη υστέρηση φορολογικών εσόδων αυτού του ύψους.
Το IFS επισημαίνει μάλιστα ένα παράδοξο: ο υψηλότερος πληθωρισμός μπορεί να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα αρκετά ώστε η συνολική δημοσιονομική εικόνα να επιδεινωθεί λιγότερο από όσο υποδηλώνει η άνοδος των τόκων. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι δημόσιες υπηρεσίες προστατεύονται. Ένας προϋπολογισμός μπορεί να εξακολουθεί να ικανοποιεί τους δημοσιονομικούς κανόνες, ενώ η πραγματική ποιότητα των υπηρεσιών επιδεινώνεται.
Διαβάστε ακόμα: Ποιος αποφασίζει για τη Βρετανία;
Ο πληθωρισμός ως μηχανισμός σιωπηρής λιτότητας
Ας εξετάσουμε ένα απλό παράδειγμα. Έστω ότι ένα υπουργείο διαθέτει ετήσιο προϋπολογισμό 10 δισ. λιρών. Εάν ο προϋπολογισμός παραμείνει αμετάβλητος και οι τιμές των αγαθών και υπηρεσιών που αγοράζει αυξηθούν κατά 5%, η πραγματική αγοραστική του δύναμη μειώνεται. Υποθετικό παράδειγμα: Τι αγοράζουν £10 δισ. μετά από αύξηση τιμών 5%;
Ονομαστικός προϋπολογισμός: £10 δισ.
Πραγματική αξία σε τιμές προηγούμενου έτους: £9,52 δισ.
Χωρίς καμία ονομαστική περικοπή, η υπηρεσία χάνει περίπου £476 εκατ. αγοραστικής δύναμης, δηλαδή 4,76%.
Στην πράξη, το κόστος των δημόσιων υπηρεσιών δεν αυξάνεται πάντοτε με τον γενικό πληθωρισμό. Οι μισθοί, τα φάρμακα, οι κατασκευές και οι προμήθειες έχουν διαφορετικούς ρυθμούς ανατίμησης. Γι' αυτό η πραγματική πίεση μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που υποδεικνύει ο γενικός δείκτης τιμών. Αλλά η βασική αρχή παραμένει. Η απουσία ονομαστικών περικοπών δεν σημαίνει απουσία λιτότητας. Και πολιτικά, αυτή η μορφή λιτότητας είναι ιδιαίτερα δύσκολη στη διαχείρισή της: οι πολίτες διαπιστώνουν χειρότερες υπηρεσίες, ενώ η κυβέρνηση επιμένει ότι δεν μείωσε τη χρηματοδότηση.
Από το πετρέλαιο στον κρατικό προϋπολογισμό
Η νέα δημοσιονομική πίεση συνδέεται με την ενεργειακή αναταραχή στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με το IFS, η τιμή του πετρελαίου αυξήθηκε από περίπου $60 το βαρέλι στην αρχή του έτους σε περίπου $100 , ενώ οι βρετανικές χονδρικές τιμές φυσικού αερίου υπερδιπλασιάστηκαν. Το ινστιτούτο προβλέπει ανάπτυξη 1,4% για το 2026 και επιβράδυνση στο 1,2% το 2027, με πίεση στα πραγματικά εισοδήματα και αύξηση της ανεργίας. Πρόκειται για προβλέψεις, όχι για πραγματοποιημένα αποτελέσματα. Η αλληλουχία είναι χαρακτηριστική:
'Ενα Ενεργειακό σοκ, οδηγεί σε ακριβότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, άρα πληθωρισμό και επιτοκιακές πιέσεις, με τη σειρά τους σε υψηλότερες τιμές, αυξημένες αποδόσεις ομολόγων και πίεση στα δημόσια οικονομικά που τελικά συνεπάγεται μεγαλύτερο κόστος τόκων, μικρότερη πραγματική αξία δαπανών. Εδώ απαιτούνται δύσκολες πολιτικές αποφάσεις που έχουν να κάνουν με φόρους, δαπάνες, δανεισμό ή συνδυασμός τους.
Εδώ εντοπίζεται μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες της οικονομικής πολιτικής. Ένα εξωτερικό ενεργειακό σοκ μπορεί να αυξάνει τον πληθωρισμό και ταυτόχρονα να επιβραδύνει την ανάπτυξη. Η κεντρική τράπεζα δεν μπορεί εύκολα να αντιμετωπίσει και τα δύο προβλήματα με το ίδιο εργαλείο. Εάν διατηρήσει υψηλά επιτόκια για να περιορίσει τον πληθωρισμό, επιβαρύνει τη χρηματοδότηση της οικονομίας. Εάν μειώσει τα επιτόκια για να στηρίξει την ανάπτυξη, διακινδυνεύει να παρατείνει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Διαβάστε ακόμα: Η Βρετανία οδηγείται στη χρεοκοπία σε αργή κίνηση
Οι αγορές ομολόγων και το κόστος του χρέους
Η δεύτερη μεγάλη πίεση προέρχεται από το κόστος δανεισμού. Οι αποδόσεις των δεκαετών βρετανικών κρατικών ομολόγων ήταν τον Σεπτέμβριο περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα υψηλότερες από ό,τι τον Μάρτιο. Το IFS εκτιμά ότι η αύξηση των δαπανών για τόκους θα μπορούσε να επιβαρύνει τον δανεισμό κατά περίπου 10–11 δισ. λίρες το οικονομικό έτος 2029–30. Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση. Η αύξηση των αποδόσεων δεν σημαίνει ότι το σύνολο του υφιστάμενου κρατικού χρέους αναχρηματοδοτείται αμέσως με τα νέα υψηλότερα επιτόκια. Η επίδραση μεταφέρεται σταδιακά, ανάλογα με τις λήξεις των τίτλων, τις νέες εκδόσεις και τη σύνθεση του χρέους. Στη Βρετανία υπάρχει επιπλέον σημαντική έκθεση σε τίτλους συνδεδεμένους με τον πληθωρισμό, γεγονός που καθιστά μέρος των δαπανών εξυπηρέτησης πιο ευαίσθητο στις μεταβολές των τιμών.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Βρετανία βρίσκεται αναγκαστικά μπροστά σε αδυναμία πληρωμών. Είναι ότι το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης περιορίζει τους πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε άλλες προτεραιότητες.
Γιατί ο πληθωρισμός μπορεί να αυξάνει και τα φορολογικά έσοδα
Μια ολοκληρωμένη ανάλυση οφείλει να εξετάσει και την άλλη πλευρά. Ο πληθωρισμός δεν αυξάνει μόνο τις κρατικές δαπάνες. Μπορεί να αυξάνει και τα ονομαστικά φορολογικά έσοδα. Όταν οι μισθοί αυξάνονται ονομαστικά και τα φορολογικά όρια παραμένουν παγωμένα, περισσότεροι φορολογούμενοι μπορεί να μετακινούνται σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται δημοσιονομική ολίσθηση. Παράλληλα, η αύξηση των ονομαστικών τιμών μπορεί να ενισχύει ορισμένα έσοδα από φόρους κατανάλωσης ή επιχειρηματικών κερδών, ανάλογα με τις πραγματικές οικονομικές συνθήκες.
Το IFS εκτιμά ότι, σε ένα εύλογο σενάριο, το δημοσιονομικό περιθώριο της κυβέρνησης για το 2029–30 θα μπορούσε να περιοριστεί από 24 δισ. λίρες που προβλεπόταν τον Μάρτιο σε περίπου 20 δισ. λίρες. Η αβεβαιότητα, ωστόσο, είναι μεγάλη.
Η πολιτική παγίδα της κυβέρνησης Μπέρναμ
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά δύσκολο πολιτικό δίλημμα. Οι Εργατικοί έχουν υποσχεθεί βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών. Όμως ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι πρέπει ταυτόχρονα να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των αγορών ομολόγων. Οι επιλογές είναι περιορισμένες. Η αύξηση φόρων μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετους πόρους, αλλά να ενισχύσει την οικονομική δυσαρέσκεια. Οι περικοπές δαπανών μπορεί να βοηθήσουν στη συγκράτηση του δανεισμού, αλλά να επιδεινώσουν τις δημόσιες υπηρεσίες. Η αύξηση του χρέους μπορεί να αναβάλει μέρος της προσαρμογής, αλλά να επιβαρύνει το μελλοντικό κόστος εξυπηρέτησης.
Και η προσδοκία ότι η ανάπτυξη θα λύσει από μόνη της το πρόβλημα είναι επισφαλής όταν οι προβλέψεις δείχνουν επιβράδυνση.
Το IFS προειδοποιεί ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να αναβάλει τις δύσκολες αποφάσεις για την επόμενη αναθεώρηση δαπανών. Ένας προϋπολογισμός που βασίζεται σε μη ρεαλιστικά όρια δαπανών μπορεί να ικανοποιεί λογιστικά τους κανόνες, χωρίς να αποτελεί αξιόπιστο σχέδιο οικονομικής πολιτικής.
Τι μπορεί να σημαίνει για την Ευρώπη και την Ελλάδα
Η βρετανική περίπτωση έχει ευρύτερη σημασία επειδή αποκαλύπτει έναν κίνδυνο που αντιμετωπίζουν πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η επιστροφή του πληθωρισμού σε υψηλότερα επίπεδα μπορεί να διαβρώσει τις δημόσιες δαπάνες ακόμη και σε χώρες όπου τα ονομαστικά δημοσιονομικά μεγέθη εμφανίζονται σχετικά σταθερά. Για την Ελλάδα, το μάθημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Η δημοσιονομική βιωσιμότητα δεν πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση την επίτευξη ενός πρωτογενούς πλεονάσματος. Πρέπει επίσης να εξετάζεται εάν οι διαθέσιμοι πόροι επαρκούν για τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων.
Η μείωση της πραγματικής αξίας των δαπανών μπορεί βραχυπρόθεσμα να διευκολύνει την επίτευξη δημοσιονομικών στόχων. Μακροπρόθεσμα, όμως, εάν περιορίσει την ποιότητα της εκπαίδευσης, της υγείας ή των υποδομών, μπορεί να υπονομεύσει την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη. Αυτό δημιουργεί έναν διαφορετικό κίνδυνο για τη βιωσιμότητα του χρέους: όχι μόνο το υπερβολικό κόστος δανεισμού, αλλά και την ανεπαρκή ανάπτυξη που προκύπτει από τη συστηματική υποχρηματοδότηση παραγωγικών δραστηριοτήτων.
Συμπέρασμα: Ένας ισοσκελισμένος προϋπολογισμός δεν σημαίνει απαραίτητα ένα κράτος που λειτουργεί καλύτερα
Η προειδοποίηση του IFS δεν αφορά αποκλειστικά την ανάγκη κάλυψης πρόσθετων δαπανών. Αφορά την αξιοπιστία της ίδιας της δημοσιονομικής πολιτικής. Μια κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάσει έναν προϋπολογισμό που συμμορφώνεται με τους δημοσιονομικούς κανόνες, στηρίζοντας τους υπολογισμούς της σε σταθερά ονομαστικά όρια δαπανών. Εάν όμως αυτά τα όρια δεν επαρκούν για να καλύψουν το πραγματικό κόστος των υπηρεσιών, η συμμόρφωση μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο λογιστική παρά ουσιαστική.
Αντίστροφα, η ανεξέλεγκτη αύξηση των δαπανών χωρίς αξιόπιστη χρηματοδότηση μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και να αυξήσει το κόστος του χρέους. Η λύση δεν βρίσκεται επομένως στην απλή επιλογή ανάμεσα σε λιτότητα και περισσότερες δαπάνες. Βρίσκεται στη δημιουργία ενός αξιόπιστου δημοσιονομικού σχεδίου που συνδυάζει ρεαλιστικές υποχρεώσεις, αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες και βιώσιμη χρηματοδότηση.
Το μεγάλο δίδαγμα της Βρετανίας είναι ότι η δημοσιονομική ισορροπία δεν μετριέται μόνο σε λίρες, ελλείμματα και ποσοστά χρέους. Μετριέται και στην πραγματική δυνατότητα του κράτους να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας. Και όταν ο πληθωρισμός μειώνει αυτή τη δυνατότητα, η λιτότητα μπορεί να έχει ήδη αρχίσει — ακόμη κι αν δεν έχει ανακοινωθεί ποτέ.


Add comment
Comments