Το Ταμείο εκτιμά ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα υποχωρήσει στο 136% φέτος και στο 128,7% το 2027. Η αναθεώρηση είναι θετική για τα επόμενα δύο χρόνια, αλλά δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα του χρέους έχει λυθεί.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Το ελληνικό δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί ταχύτερα από όσο υπολόγιζε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο την περασμένη άνοιξη. Στη νεότερη πρόβλεψή του, το Ταμείο τοποθετεί τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ στο 136% για το 2026, από 146,6% το 2025, και στο 128,7% για το 2027. Τον Απρίλιο προέβλεπε 136,9% και 130,3% αντίστοιχα.
Η διαφορά είναι θετική, αλλά χρειάζεται ακρίβεια: αφορά κυρίως τις προβλέψεις για το 2026 και το 2027. Για το 2031, η νέα εκτίμηση είναι 111,1% του ΑΕΠ, σχεδόν ίδια - και οριακά υψηλότερη - από την πρόβλεψη του Απριλίου, που ήταν 110,9%. Συνεπώς, το μήνυμα δεν είναι ότι το ΔΝΤ αναθεώρησε προς τα κάτω ολόκληρη τη μακροπρόθεσμη διαδρομή του χρέους. Είναι ότι η αποκλιμάκωση αναμένεται να είναι ταχύτερη βραχυπρόθεσμα.
Πώς μειώνεται ο δείκτης
Διαβάστε ακόμα: Γιατί θέλουμε το χρέος της Ελλάδας κάτω από 100%;
Ο βασικός παράγοντας που στηρίζει την πρόβλεψη είναι η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων. Πρόκειται για το δημοσιονομικό αποτέλεσμα πριν από την πληρωμή τόκων. Το ΔΝΤ προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,4% του ΑΕΠ για το 2026, 2,6% το 2027 και 2,4% το 2031. Με άλλα λόγια, τα δημόσια έσοδα προβλέπεται να ξεπερνούν τις δαπάνες, πριν υπολογιστεί το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Η διάκριση έχει σημασία: το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο, αφού προστεθούν οι τόκοι, προβλέπεται από το ΔΝΤ να είναι πλεονασματικό κατά 0,3% του ΑΕΠ φέτος, αλλά να περάσει σε έλλειμμα 0,6% το 2027 και περίπου 1% το 2031. Άρα, ακόμη και με πρωτογενή πλεονάσματα, οι τόκοι εξακολουθούν να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό.
Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μπορεί να μειώνεται και όταν αυξάνεται το ονομαστικό ΑΕΠ - ο παρονομαστής του δείκτη - καθώς και όταν το Δημόσιο αποπληρώνει υποχρεώσεις. Αυτό σημαίνει ότι η πτώση του ποσοστού δεν ταυτίζεται με ισόποση μείωση του χρέους σε ευρώ. Είναι σημαντική ένδειξη για τη δημοσιονομική πορεία, αλλά χρειάζεται να εξετάζεται μαζί με το ύψος των τόκων, τις ανάγκες αναχρηματοδότησης και την εξέλιξη του ίδιου του ονομαστικού χρέους.
Από την εξαίρεση στην ευρωπαϊκή σύγκριση
Με βάση τις νέες προβλέψεις, το ελληνικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να πέσει κάτω από το ιταλικό ήδη από το 2026. Το 2031 προβλέπεται να είναι χαμηλότερο και από το γαλλικό και το βελγικό, ενώ η εκτίμηση του Ταμείου το τοποθετεί κάτω από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών. Πρόκειται για αξιοσημείωτη μεταστροφή σε μια περίοδο κατά την οποία πολλά μεγάλα κράτη δυσκολεύονται να συγκρατήσουν τα ελλείμματα και το κόστος δανεισμού τους.
Η σύγκριση, όμως, δεν ακυρώνει το γεγονός ότι η Ελλάδα ξεκινά από πολύ υψηλό επίπεδο χρέους. Το βάρος του παραμένει μεγάλο και η πορεία αποκλιμάκωσης εξαρτάται από παραδοχές για ανάπτυξη, πρωτογενή πλεονάσματα και δημοσιονομική συνέπεια που πρέπει να επιβεβαιώνονται κάθε χρόνο.
Εδώ βρίσκεται και η δύσκολη πολιτική επιλογή. Η μείωση του χρέους ενισχύει την αντοχή της χώρας και περιορίζει τον κίνδυνο να επιστρέψει σε καθεστώς δημοσιονομικής ασφυξίας. Δεν αρκεί, όμως, να παράγονται πλεονάσματα ως αυτοσκοπός. Χρειάζεται η οικονομία να μεγαλώνει με τρόπο που να στηρίζεται σε παραγωγικότητα, ιδιωτικές επενδύσεις και καλύτερες θέσεις εργασίας - όχι μόνο στην αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης ή στη συγκράτηση δαπανών.
Η ταχύτερη πτώση του δείκτη είναι πραγματική θετική εξέλιξη. Δεν είναι πιστοποιητικό ότι το πρόβλημα έκλεισε. Το κρίσιμο τεστ θα είναι αν η χώρα μπορεί να συνεχίσει τη δημοσιονομική προσαρμογή χωρίς να στραγγαλίζει την ανάπτυξη και αν η ανάπτυξη θα μεταφραστεί σε διαρκή διεύρυνση της παραγωγικής βάσης. Μόνο τότε η αποκλιμάκωση του χρέους θα σημαίνει περισσότερη οικονομική ασφάλεια και όχι απλώς έναν καλύτερο αριθμό στις προβλέψεις.


Add comment
Comments