Ελληνικό χρέος στο 100%: Γιατί δεν είναι απλά ένας αριθμός, αλλά ο βασικός εθνικός στόχος

Published on September 22, 2026 at 1:27 PM

Τι θα σήμαινε για ΦΠΑ, φόρο εισοδήματος, επιχειρήσεις, ΕΦΚ, Υγεία και Παιδεία μια Ελλάδα που θα είχε αφήσει πίσω της το σημερινό βάρος του δημόσιου χρέους.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια, σχεδόν κάθε συζήτηση για την ελληνική οικονομία ξεκινά από το ίδιο σημείο: πόσο μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα πρέπει να πετύχει το κράτος; Υπάρχει όμως ένα διαφορετικό ερώτημα που σταδιακά αποκτά πραγματικό οικονομικό ενδιαφέρον: Τι θα συνέβαινε αν το ελληνικό δημόσιο χρέος έπεφτε κάποια στιγμή στο 100% του ΑΕΠ; Πόσο μικρότερο δημοσιονομικό πλεόνασμα θα χρειαζόταν τότε η χώρα;

Και, κυρίως, πόσο από τον δημοσιονομικό χώρο που θα δημιουργούνταν θα μπορούσε να επιστρέψει στην οικονομία με τη μορφή χαμηλότερων φόρων, μεγαλύτερων δαπανών για Υγεία και Παιδεία ή περισσότερων δημόσιων επενδύσεων; Η απάντηση είναι εντυπωσιακή.

Μια Ελλάδα με χρέος κοντά στο 100% του ΑΕΠ, πραγματική ανάπτυξη 1,5%-2% και πληθωρισμό κοντά στο 2% θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να διαθέτει αρκετές ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο από σήμερα. Όχι επειδή θα εξαφανίζονταν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες. Αλλά επειδή θα άλλαζαν ριζικά τα μαθηματικά του χρέους.

Αυτό να έχουμε κατά νου όταν ακούμε κριτικές από την όποια αντιπολίτευση όταν η όποια κυβέρνηση αποφασίζει να μειώνει το χρεός εξοφλώντας σημαντικά κομμάτια του. 

Από το 146% προς το 100%

Η αφετηρία είναι ήδη πολύ διαφορετική από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Σύμφωνα με την εαρινή πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Μαΐου 2026, το ελληνικό δημόσιο χρέος μειώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025 και προβλέπεται να υποχωρήσει στο 140,7% το 2026 και στο 134,4% το 2027. Παράλληλα, το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ το 2025, ενώ η Επιτροπή προβλέπει πλεόνασμα 0,8% το 2026 και 0,6% το 2027.

Η ίδια πρόβλεψη τοποθετεί την πραγματική ανάπτυξη στο 1,8% το 2026 και στο 1,6% το 2027. Επομένως, ένα μακροχρόνιο σενάριο πραγματικής ανάπτυξης 1,5%-2% δεν αποτελεί ιδιαίτερα επιθετική υπόθεση. Αν προσθέσουμε μακροχρόνιο πληθωρισμό περίπου 2%, έχουμε ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ περίπου 3,5%-4% ετησίως. Και αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει σχεδόν τα πάντα.

Το μυστικό βρίσκεται στον παρονομαστή

Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ δεν εξαρτάται μόνο από το πόσα δανείζεται το κράτος. Εξαρτάται και από το πόσο γρήγορα μεγαλώνει το ονομαστικό ΑΕΠ. Αν μια οικονομία έχει χρέος ίσο με το 100% του ΑΕΠ και το ονομαστικό ΑΕΠ αυξάνεται κατά 4% ετησίως, τότε ακόμη και χωρίς να αποπληρωθεί ούτε ένα ευρώ από το υφιστάμενο χρέος, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ υποχωρεί μηχανικά. Αυτό επιτρέπει στο κράτος να έχει κάποιο έλλειμμα χωρίς να αυξάνεται ο λόγος χρέους.

Υπάρχει όμως ένας σημαντικός ευρωπαϊκός περιορισμός.

Το 100% δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι δημοσιονομικοί κανόνες

Οι νέοι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες προβλέπουν ότι όταν το δημόσιο χρέος βρίσκεται πάνω από το 90% του ΑΕΠ, η προβλεπόμενη δημοσιονομική πορεία πρέπει να οδηγεί σε μέση ετήσια μείωση του λόγου χρέους κατά τουλάχιστον 1 ποσοστιαία μονάδα. Όταν το χρέος βρίσκεται μεταξύ 60% και 90%, η αντίστοιχη δικλείδα μειώνεται στη 0,5 ποσοστιαία μονάδα ετησίως. Παράλληλα παραμένει το όριο του 3% για το δημοσιονομικό έλλειμμα, ενώ το νέο πλαίσιο περιλαμβάνει και τη λεγόμενη deficit resilience safeguard, η οποία αποσκοπεί στη δημιουργία δημοσιονομικού περιθωρίου ασφαλείας σε σχέση με το όριο του 3%.

Άρα, 3% έλλειμμα δεν σημαίνει 3% ελεύθερος δημοσιονομικός χώρος. Αυτό είναι κρίσιμο για όσα ακολουθούν.

Τι επιτρέπει όμως το χρέος στο 100%;

Ας κάνουμε έναν απλοποιημένο υπολογισμό, χωρίς stock-flow adjustments (μεταβολές του δημόσιου χρέους που δεν προκύπτουν από το δημοσιονομικό έλλειμμα ή πλεόνασμα της χρονιάς)και άλλες τεχνικές μεταβολές του χρέους. Με χρέος 100% του ΑΕΠ και απαίτηση αυτό να μειωθεί τουλάχιστον στο 99%, αν η ονομαστική ανάπτυξη είναι 3,5%, το συνολικό έλλειμμα μπορεί μαθηματικά να βρίσκεται περίπου στο 2,4% του ΑΕΠ.

Με ονομαστική ανάπτυξη 3,75%, πλησιάζει το 2,6%. Και με ονομαστική ανάπτυξη 4%, φθάνει περίπου στο 2,8%-2,9% του ΑΕΠ. Αυτό είναι ένα από τα κεντρικά ευρήματα της άσκησης. Με ονομαστική ανάπτυξη περίπου 4% (πχ 2% ανάπτυξη και 2% πληθωρισμό), η Ελλάδα θα μπορούσε μαθηματικά να έχει έλλειμμα σχεδόν 2,9% του ΑΕΠ και παρ' όλα αυτά το χρέος να πέφτει από το 100% περίπου στο 99%. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες θα επέτρεπαν αυτομάτως οποιοδήποτε τέτοιο έλλειμμα. Η διαρθρωτική δημοσιονομική θέση και η συμφωνημένη πορεία των καθαρών δαπανών εξακολουθούν να έχουν σημασία.

Δείχνει όμως πόσο διαφορετική γίνεται η δυναμική του χρέους.


Από το +0,6% στο −2,5%: η τεράστια διαφορά

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει σήμερα συνολικό πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ για το 2027. Ας χρησιμοποιήσουμε αυτό το επίπεδο αποκλειστικά ως σημείο αναφοράς και όχι ως υπόθεση για το πού θα βρίσκεται η Ελλάδα όταν το χρέος φτάσει στο 100%. Η μετάβαση από ένα ισοζύγιο +0,6% σε ένα θεωρητικό έλλειμμα περίπου −2,4% έως −2,8% αντιστοιχεί σε διαφορά περίπου 3%-3,4% του ΑΕΠ. Πρόκειται για το μέγιστο θεωρητικό εύρος της άσκησης και όχι για πρόβλεψη ότι ολόκληρο το ποσό θα ήταν διαθέσιμο προς δαπάνη.

Αλλά τα μεγέθη είναι εντυπωσιακά. Σε μια οικονομία με ΑΕΠ €300 δισ., κάθε μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ αντιστοιχεί σε €3 δισ. Επομένως, 3%-3,4% του ΑΕΠ σημαίνει περίπου €9-10,2 δισ. ετησίως. Και εδώ μπορούμε να κάνουμε το πραγματικά ενδιαφέρον πείραμα.

Τρία διαφορετικά μοντέλα για την Ελλάδα

Ας υποθέσουμε, συντηρητικότερα, ότι από αυτόν τον θεωρητικό χώρο χρησιμοποιούνται 3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Δεν υπάρχει ένας μοναδικός τρόπος να κατανεμηθούν. Μία επιλογή θα ήταν μια μεγάλη φορολογική αποκλιμάκωση.

Για παράδειγμα, από τις τρεις μονάδες του ΑΕΠ, οι 2,5 θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε μειώσεις φόρων και η μισή μονάδα σε Υγεία, Παιδεία και επενδύσεις. Σε ένα καθαρά ενδεικτικό σενάριο, 0,9% του ΑΕΠ θα μπορούσε να αποτελέσει τον δημοσιονομικό φάκελο για μεταρρύθμιση του ΦΠΑ, 0,7% για τον φόρο φυσικών προσώπων, 0,5% για τη φορολογία επιχειρήσεων και 0,4% για ΕΦΚ.

Δεν υποστηρίζουμε ότι συγκεκριμένες αλλαγές φορολογικών συντελεστών θα είχαν ακριβώς αυτό το κόστος. Για να υπολογιστεί αυτό χρειάζεται μικροπροσομοίωση των πραγματικών φορολογικών βάσεων. Το μέγεθος όμως δείχνει τι θα μπορούσε να γίνει. Ο ΟΟΣΑ υπολογίζει ότι τα συνολικά φορολογικά έσοδα της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εισφορών, έφτασαν το 39,8% του ΑΕΠ το 2024, έναντι 34,1% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ.

Μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ θα ήταν επομένως μια πολύ μεγάλη μακροοικονομική αλλαγή.

Το σενάριο 50-50

Μια δεύτερη επιλογή θα ήταν να μοιραστεί ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος εξίσου. 1,5% του ΑΕΠ για μειώσεις φόρων και 1,5% για πρόσθετες δαπάνες και επενδύσεις. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να διατεθεί 0,5% του ΑΕΠ για μείωση της επιβάρυνσης από τον ΦΠΑ, 0,4% για τον φόρο εισοδήματος, 0,3% για τη φορολογία επιχειρήσεων και 0,3% για ΕΦΚ. Στην άλλη πλευρά του προϋπολογισμού, 0,7% του ΑΕΠ θα μπορούσε να κατευθυνθεί στην Υγεία, 0,5% στην Παιδεία και 0,3% στις δημόσιες επενδύσεις.

Σε οικονομία €300 δισ., αυτό σημαίνει €4,5 δισ. ετήσιες φορολογικές ελαφρύνσεις και €4,5 δισ. επιπλέον ετήσιους πόρους για δημόσιες υπηρεσίες και επενδύσεις. Δεν πρόκειται για πρόταση πολιτικής. Πρόκειται για απεικόνιση της τάξης μεγέθους των επιλογών που δημιουργεί η αποκλιμάκωση του χρέους.

Τι θα σήμαινε το «50-50» στην τσέπη και στις δημόσιες υπηρεσίες

Οι ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ αποτυπώνουν το δημοσιονομικό μέγεθος μιας παρέμβασης, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα παραστατικές για τον πολίτη. Αξίζει λοιπόν να δούμε, αποκλειστικά σε ενδεικτική βάση, τι θα μπορούσε να σημαίνει στην πράξη ένα σενάριο στο οποίο 1,5% του ΑΕΠ κατευθύνεται σε φορολογικές ελαφρύνσεις και άλλο 1,5% σε Υγεία, Παιδεία και δημόσιες επενδύσεις.

Οι υπολογισμοί που ακολουθούν είναι στατικές προσομοιώσεις και όχι κοστολογημένες προτάσεις φορολογικής πολιτικής. Δεν λαμβάνουν υπόψη τις μεταβολές στην κατανάλωση, στις επενδύσεις, στη φορολογική συμμόρφωση και τελικά στην ανάπτυξη που θα μπορούσαν να προκαλέσουν οι ίδιες οι φορολογικές αλλαγές. 

ΦΠΑ: Θα μπορούσε το 24% να γίνει περίπου 22%;

Ο κανονικός συντελεστής ΦΠΑ στην Ελλάδα είναι σήμερα 24%, ενώ εφαρμόζονται επίσης μειωμένοι συντελεστές 13% και 6% σε συγκεκριμένες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών. Αν στο υποθετικό μας σενάριο διατίθετο περίπου 0,5% του ΑΕΠ για μείωση της επιβάρυνσης από τον ΦΠΑ, η τάξη μεγέθους είναι αρκετή ώστε να εξεταστεί, ενδεικτικά, μια μείωση του βασικού συντελεστή από 24% σε περίπου 22%. Η πραγματική κοστολόγηση θα ήταν φυσικά πιο σύνθετη. Δεν φορολογείται ολόκληρη η κατανάλωση με 24%, υπάρχουν μειωμένοι συντελεστές και εξαιρέσεις, ενώ μια μείωση του ΦΠΑ μπορεί να επηρεάσει τόσο την κατανάλωση όσο και τη φορολογική συμμόρφωση.

Επομένως, το 22% δεν πρέπει να διαβαστεί ως πρόβλεψη αλλά ως ένδειξη του μεγέθους της φορολογικής μεταβολής που θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει ένας τέτοιος δημοσιονομικός φάκελος.

Εταιρικός φόρος: από 22% προς την περιοχή του 20%

Αντίστοιχα, ο βασικός φορολογικός συντελεστής στα κέρδη των επιχειρήσεων είναι σήμερα 22%Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, τα έσοδα από τη φορολογία των εταιρικών κερδών αντιστοιχούσαν το 2023 περίπου στο 2,9% του ελληνικού ΑΕΠΕάν περίπου 0,3% του ΑΕΠ από τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για τη μείωση της εταιρικής φορολογίας, μια απλή στατική αναγωγή δείχνει ότι θα μπορούσε να εξεταστεί μια μετακίνηση του βασικού συντελεστή περίπου από 22% προς 20%.

Εάν ο δημοσιονομικός φάκελος αυξανόταν στο 0,5% του ΑΕΠ, η αντίστοιχη στατική αριθμητική θα πλησίαζε ακόμη και την περιοχή του 18%-19%.

Και εδώ όμως πρόκειται για προσομοίωση. Η πραγματική επίπτωση εξαρτάται από τη φορολογική βάση, τις εκπτώσεις, τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και την εξέλιξη των εταιρικών κερδών.

ΕΦΚ: σημαντικό περιθώριο για καύσιμα και ενέργεια

Ένα επιπλέον 0,3% του ΑΕΠ θα μπορούσε να κατευθυνθεί σε στοχευμένες μειώσεις ειδικών φόρων κατανάλωσης. Εδώ θα είχε μεγαλύτερη οικονομική σημασία να μην υπάρξει μια οριζόντια μείωση όλων των ΕΦΚ, αλλά να επικεντρωθεί η παρέμβαση σε τομείς όπως τα καύσιμα και η ενέργεια.

Η σημασία μιας τέτοιας επιλογής ξεπερνά την άμεση ελάφρυνση του καταναλωτή. Η ενέργεια και οι μεταφορές αποτελούν εισροές για μεγάλο μέρος της παραγωγής και επομένως μια μείωση της φορολογικής τους επιβάρυνσης μπορεί να περάσει - τουλάχιστον εν μέρει - και στο κόστος των επιχειρήσεων.


Και ο φόρος εισοδήματος;

Το υπόλοιπο περίπου 0,4% του ΑΕΠ του φορολογικού σκέλους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για περαιτέρω ελάφρυνση των φυσικών προσώπων. Από το 2026 η βασική κλίμακα για φορολογουμένους χωρίς τις πρόσθετες διαφοροποιήσεις λόγω τέκνων είναι 9%, 20%, 26%, 34%, 39% και 44%, ενώ προβλέπονται σημαντικές πρόσθετες ελαφρύνσεις ανάλογα με την ηλικία και τον αριθμό των παιδιών. Εδώ θα ήταν παρακινδυνευμένο να μετατρέψουμε το 0,4% του ΑΕΠ σε αυθαίρετους νέους συντελεστές. Για να γίνει σωστά χρειάζονται στοιχεία για την κατανομή των φορολογουμένων και του φορολογητέου εισοδήματος ανά κλιμάκιο.

Μπορούμε όμως να αντιληφθούμε το μέγεθος: τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων αντιστοιχούσαν το 2023 περίπου στο 6% του ΑΕΠΕπομένως, ένας μόνιμος δημοσιονομικός φάκελος 0,4% του ΑΕΠ για τα φυσικά πρόσωπα θα ισοδυναμούσε με μια σημαντική δεύτερη φάση φορολογικής ελάφρυνσης, πέρα από τις αλλαγές που ήδη ισχύουν από το 2026.

Και στην άλλη πλευρά: πόσο θα πλησιάζαμε την Ευρώπη σε Υγεία και Παιδεία;

Εδώ ίσως φαίνεται ακόμη καθαρότερα τι σημαίνει η δημιουργία μόνιμου δημοσιονομικού χώρου. Το 2024 οι δαπάνες της ελληνικής Γενικής Κυβέρνησης για την Υγεία αντιστοιχούσαν στο 5,7% του ΑΕΠΟ αντίστοιχος μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 7,4% του ΑΕΠΗ απόσταση της Ελλάδας είναι συνεπώς περίπου 1,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Εάν στο σενάριο 50-50 διοχετεύαμε επιπλέον 0,7% του ΑΕΠ στην Υγεία, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες θα ανέβαιναν, με βάση τα σημερινά δεδομένα, περίπου από 5,7% σε 6,4% του ΑΕΠ.

Η απόσταση από τον σημερινό ευρωπαϊκό μέσο όρο θα περιοριζόταν έτσι από 1,7 σε 1 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, μόνο αυτή η παρέμβαση θα κάλυπτε περίπου το 41% του σημερινού χάσματος της Ελλάδας από τον μέσο όρο της ΕΕ στην Υγεία. Και σε μια οικονομία €300 δισ., το 0,7% του ΑΕΠ θα αντιστοιχούσε σε περίπου €2,1 δισ. πρόσθετων πόρων για την Υγεία κάθε χρόνο.

Παιδεία: ακόμη μεγαλύτερη σύγκλιση

Στην Παιδεία η απόσταση μπορεί να καλυφθεί ακόμη ταχύτερα. Το 2024 οι δημόσιες δαπάνες της Ελλάδας για την εκπαίδευση αντιστοιχούσαν στο 3,9% του ΑΕΠΕάν κατευθύναμε επιπλέον 0,5% του ΑΕΠ στην Παιδεία, τότε οι δαπάνες θα αυξάνονταν περίπου από 3,9% σε 4,4% του ΑΕΠ. Με βάση έναν ευρωπαϊκό μέσο όρο κοντά στο 4,7%-4,8% του ΑΕΠ, η Ελλάδα θα είχε πλέον καλύψει περισσότερο από το μισό σημερινό χάσμα.

Σε οικονομία €300 δισ., η πρόσθετη μισή μονάδα του ΑΕΠ αντιστοιχεί σε περίπου €1,5 δισ. επιπλέον για την εκπαίδευση κάθε χρόνο. Και αν κάποια κυβέρνηση επέλεγε να διαθέσει ολόκληρη σχεδόν τη σημερινή διαφορά - περίπου 0,8%-0,9% του ΑΕΠ - η Ελλάδα θα μπορούσε, με βάση τα σημερινά δεδομένα, να φθάσει περίπου στον ευρωπαϊκό μέσο όρο των δαπανών για την Παιδεία ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Από τους αριθμούς στην πραγματική οικονομία

Κάπως έτσι το αφηρημένο "δημοσιονομικό περιθώριο 3% του ΑΕΠ" αποκτά πολύ πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο. Σε καθαρά ενδεικτική βάση, θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια οικονομία στην οποία ο βασικός ΦΠΑ θα μπορούσε να κινηθεί από το 24% προς το 22%, ο εταιρικός φόρος από το 22% προς το 20%, να υπάρξουν σημαντικές στοχευμένες μειώσεις ΕΦΚ και πρόσθετη ελάφρυνση της φορολογίας των φυσικών προσώπων.

Και όλα αυτά ενώ, στην άλλη πλευρά του προϋπολογισμού, οι δημόσιες δαπάνες για την Υγεία θα μπορούσαν να αυξηθούν από 5,7% σε περίπου 6,4% του ΑΕΠ και για την Παιδεία από 3,9% σε περίπου 4,4%. Το κρίσιμο συμπέρασμα δεν είναι ότι αυτοί πρέπει να είναι οι συγκεκριμένοι νέοι φορολογικοί συντελεστές ή οι συγκεκριμένες δαπάνες. Είναι ότι η πτώση του χρέους αλλάζει την τάξη μεγέθους των επιλογών που έχει στη διάθεσή της η οικονομική πολιτική.

Σημείωση: Όλες οι παραπάνω μεταβολές φόρων αποτελούν ενδεικτικές στατικές προσομοιώσεις και όχι κοστολογημένες προτάσεις φορολογικής πολιτικής. Οι πραγματικές δημοσιονομικές επιπτώσεις θα εξαρτώνταν από τη φορολογική βάση, τις εξαιρέσεις, τη συμπεριφορά νοικοκυριών και επιχειρήσεων και την επίδραση των μέτρων στην οικονομική ανάπτυξη.

Το τρίτο σενάριο: Υγεία, Παιδεία και επενδύσεις

Υπάρχει φυσικά και η αντίστροφη επιλογή. Μόνο 0,5% του ΑΕΠ να κατευθυνθεί σε φορολογικές ελαφρύνσεις και 2,5% του ΑΕΠ σε δημόσιες υπηρεσίες και επενδύσεις. Θεωρητικά, μία μονάδα θα μπορούσε να κατευθυνθεί στην Υγεία, 0,8 μονάδες στην Παιδεία και 0,7 μονάδες σε δημόσιες επενδύσεις. Σε ΑΕΠ €300 δισ., οι 2,5 μονάδες αντιστοιχούν σε €7,5 δισ. πρόσθετων πόρων ετησίως.

Δεν είναι μια μικρή δημοσιονομική μεταβολή. Είναι μεταβολή που θα μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά το μέγεθος και τη σύνθεση του ελληνικού κράτους.

Και μετά έρχεται το 90%

Μόλις το χρέος βρεθεί στην περιοχή κάτω του 90%, η ευρωπαϊκή δικλείδα ελάχιστης μέσης μείωσης του χρέους γίνεται ηπιότερη: από 1 ποσοστιαία μονάδα ετησίως σε 0,5 μονάδα για χρέος μεταξύ 60% και 90%. Αυτό σημαίνει ότι, με ονομαστική ανάπτυξη 3,5%-4%, τα μαθηματικά του χρέους γίνονται ακόμη πιο ευνοϊκά. Η οικονομία μεγαλώνει αρκετά γρήγορα ώστε σημαντικό μέρος της αποκλιμάκωσης του λόγου χρέους προς ΑΕΠ να προέρχεται από τον ίδιο τον παρονομαστή. Ο δημοσιονομικός χώρος επομένως δεν εξαφανίζεται όταν η χώρα φτάσει στο 90%.

Αντιθέτως, η μηχανική της αποκλιμάκωσης του χρέους γίνεται ευκολότερη.

Και τι συμβαίνει στο 60%;

Το επόμενο μεγάλο ορόσημο είναι ακόμη σημαντικότερο.

Κάτω από το 60% του ΑΕΠ, παύει να εφαρμόζεται η συγκεκριμένη αριθμητική δικλείδα ελάχιστης μείωσης του χρέους που προβλέπεται για χώρες πάνω από τα ευρωπαϊκά όρια. Οι υπόλοιποι δημοσιονομικοί κανόνες και η εποπτεία φυσικά παραμένουν. Τα μαθηματικά όμως είναι εντυπωσιακά.

Με χρέος 60% του ΑΕΠ και ονομαστική ανάπτυξη 4%, χωρίς κανέναν νέο δανεισμό, το υφιστάμενο χρέος αντιστοιχεί την επόμενη χρονιά περίπου στο 57,7% του νέου ΑΕΠ. Η ίδια η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ έχει δηλαδή μειώσει τον λόγο κατά περίπου 2,3 ποσοστιαίες μονάδες. Το κράτος θα μπορούσε επομένως να εμφανίζει κάποιο έλλειμμα και ο λόγος χρέους να παραμένει σταθερός ή ακόμη και να υποχωρεί. Αυτό δείχνει πόσο μεγάλη είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια χώρα με χρέος 146% και σε μία με χρέος 60%.

Το μεγάλο λάθος θα ήταν να καταναλωθεί όλος ο χώρος

Υπάρχει όμως μια σημαντική παγίδα. Το γεγονός ότι μια οικονομία μπορεί αριθμητικά να λειτουργεί με έλλειμμα 2%-3% δεν σημαίνει ότι είναι συνετό να βρίσκεται μονίμως κοντά στο ανώτατο όριο. Μια ύφεση μπορεί να μετατρέψει πολύ γρήγορα ένα έλλειμμα 2,5% σε 4% ή 5%. Ένα ενεργειακό σοκ μπορεί να αυξήσει τις κρατικές δαπάνες. Μια χρηματοπιστωτική κρίση μπορεί να απαιτήσει δημόσια παρέμβαση. Και η γήρανση του πληθυσμού δημιουργεί μακροχρόνιες πιέσεις στις συντάξεις και στην Υγεία.

Ακριβώς γι' αυτό οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες ενσωματώνουν δημοσιονομικό περιθώριο ασφαλείας έναντι του ορίου του 3%. Επομένως, μια συνετή στρατηγική δεν θα ήταν "βρήκαμε 3,4% και ξοδεύουμε 3,4%". Θα μπορούσε να είναι διαφορετική: Από έναν θεωρητικό χώρο 3%-3,4% του ΑΕΠ, να χρησιμοποιούνται για παράδειγμα 2%-2,5% και το υπόλοιπο 0,5%-1% να διατηρείται ως δημοσιονομικό μαξιλάρι.

Έτσι η χώρα θα είχε ταυτόχρονα χαμηλότερους φόρους ή καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες και αρκετό χώρο για να απορροφήσει μια μελλοντική κρίση.

Ποιοι φόροι θα μπορούσαν να μειωθούν;

Δεν έχουν όλες οι φορολογικές μειώσεις το ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα. Μια μείωση του ΦΠΑ αυξάνει κυρίως την αγοραστική δύναμη, στον βαθμό που περνά στις τελικές τιμές. Μια μείωση της φορολογίας της εργασίας αυξάνει το καθαρό εισόδημα και μπορεί να επηρεάσει την απασχόληση και την προσφορά εργασίας. Μια μείωση του εταιρικού φόρου επηρεάζει την απόδοση μιας επένδυσης και συνεπώς μπορεί να επηρεάσει την απόφαση μιας επιχείρησης να επενδύσει στην Ελλάδα. Η μείωση των ΕΦΚ στην ενέργεια μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τα νοικοκυριά αλλά και το κόστος παραγωγής και μεταφορών.

Επομένως, η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι μόνο "πόσο μπορούν να μειωθούν οι φόροι;". Είναι και ποιο μείγμα φορολογικών μειώσεων δημιουργεί τη μεγαλύτερη πρόσθετη ανάπτυξη για κάθε ευρώ χαμένων δημοσίων εσόδων;

Και εδώ εμφανίζεται ένας δεύτερος γύρος επιδράσεων.

Αν οι μειώσεις φόρων αυξήσουν την ανάπτυξη;

Μέχρι τώρα η άσκηση είναι σκόπιμα συντηρητική. Θεωρούμε ουσιαστικά ότι ένα ευρώ φορολογικής μείωσης ισοδυναμεί με ένα ευρώ χαμένων κρατικών εσόδων. Στην πραγματική οικονομία όμως η σχέση δεν είναι τόσο απλή. Εάν η χαμηλότερη φορολογία αυξήσει την απασχόληση, τις επενδύσεις, την κατανάλωση, τα δηλωμένα εισοδήματα ή τα εταιρικά κέρδη, μέρος της αρχικής απώλειας εσόδων επιστρέφει στο Δημόσιο μέσω άλλων φόρων.

Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι μια φορολογική μείωση "αυτοχρηματοδοτείται". Αυτό θα ήταν υπερβολικό. Αλλά δεν είναι επίσης σωστό να θεωρούμε ότι η δυναμική επίδρασή της είναι πάντοτε μηδενική. Και υπάρχει κάτι ακόμη σημαντικότερο. Εάν ένα καλύτερο φορολογικό και επενδυτικό περιβάλλον ανέβαζε μακροχρόνια την πραγματική ανάπτυξη, για παράδειγμα από 1,5% σε 2% ή από 2% σε 2,5%, τότε θα μεγάλωνε ταχύτερα ο παρονομαστής του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Η ταχύτερη ανάπτυξη θα βοηθούσε με τη σειρά της στη γρηγορότερη αποκλιμάκωση του χρέους. Μπορεί έτσι να δημιουργηθεί ένας ενάρετος κύκλος: χαμηλότερο χρέος, μικρότερες ανάγκες δημοσιονομικής προσαρμογής, χαμηλότερη φορολογία και περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, υψηλότερη ανάπτυξη και στη συνέχεια ακόμη ταχύτερη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Το πραγματικό «μέρισμα» της μείωσης του χρέους

Για πολλά χρόνια η αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους παρουσιάζεται σχεδόν αποκλειστικά ως υποχρέωση απέναντι στις αγορές και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Υπάρχει όμως και μια διαφορετική οικονομική ανάγνωση. Η μείωση του χρέους αποτελεί ουσιαστικά επένδυση σε μελλοντική δημοσιονομική ελευθερία.

  • Στο 146% του ΑΕΠ, οι επιλογές είναι περιορισμένες.
  • Στο 100%, οι επιλογές αυξάνονται σημαντικά.
  • Κάτω από το 90%, η ευρωπαϊκή αριθμητική δικλείδα αποκλιμάκωσης του χρέους γίνεται ηπιότερη.
  • Και κοντά στο 60%, η σχέση μεταξύ ανάπτυξης, ελλείμματος και δημόσιου χρέους είναι εντελώς διαφορετική.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται τότε να επιλέξει αποκλειστικά ανάμεσα σε δύο άκρα: ή μεγάλα πλεονάσματα ή δημοσιονομική εκτροπή. Μπορεί να υπάρξει μια τρίτη επιλογή: χαμηλότεροι φόροι, καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες, περισσότερες επενδύσεις και ταυτόχρονα σταδιακή μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Υπό μία βασική προϋπόθεση. Να έχει προηγηθεί το δύσκολο μέρος: η δραστική αποκλιμάκωση του ίδιου του χρέους. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος από μια Ελλάδα με χρέος 100%. Όχι απλώς ότι θα χρωστά λιγότερα.

Αλλά ότι θα έχει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία να αποφασίζει τι θα κάνει με τον πλούτο που παράγει η οικονομία της.

Add comment

Comments

There are no comments yet.