Η Ευρωπαϊκή Ένωση μεταρρύθμισε μόλις το 2024 τους δημοσιονομικούς της κανόνες για να τους κάνει πιο ρεαλιστικούς. Δύο χρόνια αργότερα, άμυνα και ενεργειακή ασφάλεια δημιουργούν ήδη νέες εξαιρέσεις. Το European Fiscal Board προειδοποιεί ότι η υπερβολική ευελιξία μπορεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία του πλαισίου

Από την Αργώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πέρασε σχεδόν τρεις δεκαετίες προσπαθώντας να λύσει ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα. Πώς μπορείς να έχεις ένα κοινό νόμισμα, αλλά 27 διαφορετικούς κρατικούς προϋπολογισμούς;
Η απάντηση που δόθηκε από τη δημιουργία του ευρώ ήταν οι δημοσιονομικοί κανόνες. Το πιο γνωστό κομμάτι τους έγινε σχεδόν μέρος της ευρωπαϊκής πολιτικής γλώσσας: δημοσιονομικό έλλειμμα έως 3% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος έως 60% του ΑΕΠ.
Στην πράξη, βέβαια, πολλές χώρες βρίσκονται εδώ και χρόνια πολύ πάνω από το δεύτερο όριο.
Και μετά την πανδημία, την ενεργειακή κρίση, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη νέα ανάγκη για τεράστιες αμυντικές δαπάνες, η Ευρώπη αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι ένα ενιαίο αριθμητικό πλαίσιο δεν μπορούσε να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο σε οικονομίες με εντελώς διαφορετικά επίπεδα χρέους.
Έτσι, το 2024 δημιουργήθηκε ένα νέο δημοσιονομικό πλαίσιο. Μόλις δύο χρόνια αργότερα όμως, το ανεξάρτητο European Fiscal Board (EFB) προειδοποιεί ότι οι συνεχείς εξαιρέσεις και η ευρεία χρήση της ευελιξίας κινδυνεύουν να υπονομεύσουν την αξιοπιστία των νέων κανόνων.
Και αυτή είναι μια συζήτηση που πηγαίνει πολύ βαθύτερα από τις τεχνικές λεπτομέρειες των Βρυξελλών.
Γιατί άλλαξαν οι παλιοί κανόνες
Το πρόβλημα του προηγούμενου Συμφώνου Σταθερότητας ήταν σχετικά απλό. Οι κανόνες ήταν εύκολο να εξηγηθούν αλλά δύσκολο να εφαρμοστούν.
Μια οικονομία με χρέος 65% του ΑΕΠ και μια οικονομία με χρέος 150% αντιμετώπιζαν θεωρητικά το ίδιο σημείο αναφοράς: το 60%. Στην πραγματικότητα όμως η δεύτερη δεν μπορούσε να φτάσει εκεί γρήγορα χωρίς τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή.
Γι’ αυτό το νέο πλαίσιο άλλαξε τη φιλοσοφία. Τα όρια του 3% και του 60% δεν καταργήθηκαν. Αλλά κάθε χώρα συμφωνεί πλέον μια δική της πολυετή δημοσιονομική πορεία, συνήθως τεσσάρων ετών, η οποία μπορεί να επεκταθεί έως επτά χρόνια όταν συνοδεύεται από συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις.
Το κέντρο βάρους μετακινήθηκε έτσι από ένα ενιαίο ετήσιο δημοσιονομικό όριο προς μια μεσοπρόθεσμη πορεία. Η βασική μεταβλητή που παρακολουθείται είναι η καθαρή πρωτογενής δαπάνη.
Με απλά λόγια, η Ευρώπη προσπαθεί περισσότερο να ελέγξει πόσο γρήγορα αυξάνονται οι δαπάνες που βρίσκονται ουσιαστικά υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης.
Η λογική ήταν εύλογη. Αντί να απαιτείται από κάθε χώρα να φτάσει γρήγορα στον ίδιο αριθμό, σχεδιάζεται μια πορεία που θεωρείται συμβατή με τη βιωσιμότητα του δικού της χρέους.
Και μετά ήρθε η άμυνα
Το νέο σύστημα όμως σχεδιάστηκε σε έναν κόσμο που άλλαξε σχεδόν αμέσως. Η Ευρώπη αποφάσισε ότι πρέπει να αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες. Για χώρες που ταυτόχρονα πρέπει να περιορίσουν τα ελλείμματά τους, η εξίσωση είναι δύσκολη.
Αν μια κυβέρνηση πρέπει να αυξήσει την άμυνα κατά 1% ή περισσότερο του ΑΕΠ, έχει ουσιαστικά τέσσερις επιλογές:
- να αυξήσει φόρους,
- να μειώσει άλλες δαπάνες,
- να αυξήσει το έλλειμμα,
- ή να χρησιμοποιήσει κάποιον συνδυασμό των τριών.
Η πολιτική απάντηση της Ευρώπης ήταν να ενεργοποιήσει τη λεγόμενη national escape clause, δηλαδή την εθνική ρήτρα διαφυγής.
Η ρήτρα επιτρέπει προσωρινή απόκλιση από τη συμφωνημένη πορεία καθαρών δαπανών υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Για την άμυνα, η ευελιξία μπορεί να καλύπτει αυξήσεις δαπανών έως 1,5% του ΑΕΠ ετησίως σε σχέση με το έτος αναφοράς, μέχρι το 2028, υπό την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους.
Από οικονομική άποψη, υπάρχει λογική. Μια γεωπολιτική κρίση δεν περιμένει να ολοκληρωθεί η δημοσιονομική προσαρμογή.

Μετά όμως ήρθε και η ενεργειακή ασφάλεια
Εδώ αρχίζει να γίνεται περισσότερο ενδιαφέρον το πρόβλημα. Το 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κινήθηκε προς διεύρυνση της ευελιξίας ώστε να περιλαμβάνονται και συγκεκριμένες δαπάνες ενεργειακής ασφάλειας. Τον Αύγουστο εξέδωσε σχετική καθοδήγηση προς τα κράτη-μέλη.
Και πάλι υπάρχει ισχυρό επιχείρημα. Εάν η Ευρώπη αντιμετωπίζει γεωπολιτικό ενεργειακό σοκ, μπορεί να χρειάζεται να χρηματοδοτήσει επειγόντως:
- νέες ενεργειακές υποδομές,
- διασυνδέσεις,
- LNG,
- αποθήκευση,
- προστασία κρίσιμων δικτύων
- ή άλλες επενδύσεις ενεργειακής ανθεκτικότητας.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται επομένως στο ότι κάθε εξαίρεση είναι παράλογη. Ακριβώς το αντίθετο. Το πρόβλημα είναι ότι σχεδόν κάθε εξαίρεση μπορεί να έχει μια πολύ λογική αιτιολόγηση.
Και εκεί αρχίζει το δημοσιονομικό δίλημμα.
Πότε η εξαίρεση γίνεται κανόνας;
- Σήμερα είναι η άμυνα.
- Αύριο μπορεί να είναι η ενεργειακή ασφάλεια.
- Μετά η πράσινη μετάβαση.
- Ύστερα οι υποδομές.
- Η γήρανση του πληθυσμού.
- Η τεχνητή νοημοσύνη.
- Η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική.
- Η κλιματική προσαρμογή.
Καθεμία από αυτές τις δαπάνες μπορεί να θεωρηθεί σημαντική ή ακόμη και αναγκαία. Αλλά το δημόσιο χρέος δεν γνωρίζει γιατί δημιουργήθηκε το έλλειμμα.
Ένα ευρώ που δανείστηκε το κράτος για άμυνα και ένα ευρώ που δανείστηκε για κοινωνικές δαπάνες δημιουργούν το ίδιο ένα ευρώ πρόσθετου ονομαστικού χρέους.
Η οικονομική τους επίδραση μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Η λογιστική του χρέους όμως παραμένει. Και αυτή ακριβώς είναι η ανησυχία του.
Το EFB θεωρεί ότι η υπερβολική χρήση διακριτικής ευχέρειας και εξαιρέσεων μπορεί σταδιακά να αποδυναμώσει την αξιοπιστία ενός πλαισίου που δημιουργήθηκε μόλις το 2024.
Το παράδοξο της «καλής δαπάνης»
Εδώ υπάρχει ένα βαθύτερο οικονομικό ζήτημα. Δεν είναι όλες οι δημόσιες δαπάνες ίδιες.
Αν μια κυβέρνηση δανειστεί €10 δισ. για μια επένδυση που αυξάνει σημαντικά τη μελλοντική παραγωγικότητα της οικονομίας, η αύξηση του χρέους μπορεί να συνοδευτεί από αύξηση του μελλοντικού ΑΕΠ.
Εάν όμως δανειστεί €10 δισ. για μόνιμη αύξηση τρεχουσών δαπανών χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικής ικανότητας, η μακροχρόνια επίπτωση μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική.
Αυτό δημιουργεί έναν ισχυρό πειρασμό: κάθε κυβέρνηση έχει λόγο να παρουσιάζει τη δική της δαπάνη ως "επένδυση", "έκτακτη ανάγκη" ή "στρατηγική προτεραιότητα".
Και όσο περισσότερες κατηγορίες εξαιρούνται από τον βασικό περιορισμό, τόσο δυσκολότερο γίνεται να γνωρίζει κανείς ποιο ακριβώς δημοσιονομικό όριο παραμένει δεσμευτικό.
Το πρόβλημα της επιβολής
Η σημερινή κριτική του EFB δεν περιορίζεται στις εξαιρέσεις. Αφορά και την εφαρμογή των κανόνων.
Σύμφωνα με το Reuters, το Fiscal Board επισημαίνει ότι παρά τις αποκλίσεις αρκετών κρατών από τις συμφωνημένες πορείες δαπανών, μέχρι στιγμής μόνο η Βουλγαρία έχει βρεθεί αντιμέτωπη με πειθαρχική αντίδραση στο συγκεκριμένο πλαίσιο.
Αυτό αγγίζει το παλαιότερο πρόβλημα των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων. Ένας κανόνας είναι αξιόπιστος μόνο εφόσον οι οικονομικοί παράγοντες πιστεύουν ότι θα εφαρμοστεί όταν παραβιαστεί.
Εάν κάθε μεγάλη απόκλιση οδηγεί τελικά σε νέα ερμηνεία, πρόσθετη ευελιξία ή πολιτική διαπραγμάτευση, η ισχύς του κανόνα σταδιακά μειώνεται.

Διαβάστε ακόμα: Η δημοσιονομική καταιγίδα πρόκειται να μας χτυπήσει
Και το ευρωπαϊκό χρέος δεν πέφτει
Αυτό είναι το σημείο που κάνει τη συζήτηση περισσότερο σημαντική. Εάν οι εξαιρέσεις συνοδεύονταν από γρήγορη αποκλιμάκωση του συνολικού χρέους, το ζήτημα θα ήταν πολύ λιγότερο πιεστικό.
Όμως συμβαίνει το αντίθετο.
Σύμφωνα με το European Fiscal Board, το συνολικό δημόσιο χρέος στην ΕΕ αυξήθηκε από περίπου 81% σε 82% του ΑΕΠ παρά την καλύτερη από την αναμενόμενη ανάπτυξη το 2025, ενώ προβλέπεται να ξεπεράσει το 84% του ΑΕΠ το 2026.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίση χρέους. Σημαίνει όμως ότι το νέο πλαίσιο δοκιμάζεται σε μια περίοδο κατά την οποία το δημοσιονομικό περιβάλλον γίνεται δυσκολότερο, όχι ευκολότερο.
Γιατί το υψηλότερο επιτόκιο αλλάζει τα πάντα
Η Ευρώπη της δεκαετίας του 2010 είχε ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Τα επιτόκια ήταν εξαιρετικά χαμηλά. Για αρκετές κυβερνήσεις ήταν ακόμη και αρνητικά. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσαν να αναχρηματοδοτούν παλαιότερο χρέος με πολύ χαμηλό κόστος.
Η σημερινή κατάσταση είναι διαφορετική. Όσο τα παλαιά ομόλογα λήγουν και αντικαθίστανται από νέα με υψηλότερα κουπόνια, η μέση δαπάνη τόκων αυξάνεται σταδιακά.
Αυτό σημαίνει ότι ένα δεδομένο επίπεδο χρέους είναι περισσότερο απαιτητικό δημοσιονομικά όταν το κόστος χρηματοδότησης είναι 4% απ’ ό,τι όταν είναι 1%. Και γι’ αυτό η δημοσιονομική ευελιξία έχει πλέον μεγαλύτερο κόστος.
Το 3% παραμένει – αλλά δεν λέει όλη την ιστορία
Εδώ υπάρχει μια παρανόηση που αξίζει να διορθωθεί. Το ευρωπαϊκό όριο ελλείμματος 3% του ΑΕΠ εξακολουθεί να υπάρχει. Δεν καταργήθηκε με τη μεταρρύθμιση του 2024. Το ίδιο ισχύει για την τιμή αναφοράς του 60% για το δημόσιο χρέος.
Αλλά το 3% από μόνο του δεν αρκεί για να μας πει εάν το χρέος μιας χώρας είναι σταθερό. Η δυναμική εξαρτάται επίσης από:
- το αρχικό επίπεδο χρέους,
- την πραγματική ανάπτυξη,
- τον πληθωρισμό,
- το μέσο επιτόκιο,
- και το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
Μια οικονομία με ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη μπορεί να σταθεροποιήσει το χρέος της ακόμη και με κάποιο έλλειμμα. Μια οικονομία με πολύ χαμηλή ανάπτυξη και υψηλά επιτόκια μπορεί να χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή.
Αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους η Ευρώπη εγκατέλειψε την υπερβολικά μηχανιστική εφαρμογή των παλαιών κανόνων.
Αλλά τότε ποιος είναι ο πραγματικός κανόνας;
Εδώ φτάνουμε στο πιο ενδιαφέρον ερώτημα. Αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει μεγαλύτερη δαπάνη για άμυνα, αν μπορεί να δοθεί ευελιξία για ενεργειακή ασφάλεια,
αν οι χώρες έχουν διαφορετικές πολυετείς πορείες, και αν η επιβολή εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από πολιτικές αποφάσεις, τότε ποιος επιβάλλει τελικά το πραγματικό όριο;
Μία απάντηση είναι: η αγορά ομολόγων.
Και η Γαλλία προσφέρει αυτή τη στιγμή ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το spread του γαλλικού δεκαετούς έναντι του γερμανικού έχει ξεπεράσει πρόσφατα τις 100 μονάδες βάσης, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για το μεγάλο γαλλικό έλλειμμα και την ανοδική πορεία του χρέους.
Δεν χρειάστηκε καμία ευρωπαϊκή διαδικασία για να συμβεί αυτό. Η αγορά απλώς απαίτησε υψηλότερη απόδοση για να κρατήσει γαλλικό χρέος. Και αυτό δημιουργεί έναν διαφορετικό μηχανισμό δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η αγορά δεν έχει ρήτρα διαφυγής
Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό σημείο. Οι πολιτικοί δημοσιονομικοί κανόνες μπορούν να τροποποιηθούν. Μπορούν να ανασταλούν. Μπορούν να διαθέτουν ρήτρες διαφυγής.
Η αγορά ομολόγων λειτουργεί διαφορετικά. Ο επενδυτής εξετάζει αν η αναμενόμενη απόδοση τον αποζημιώνει για:
- τον πληθωρισμό,
- τον πιστωτικό κίνδυνο,
- τη διάρκεια,
- τη μελλοντική προσφορά ομολόγων,
- τη δημοσιονομική πορεία
- και την πολιτική αβεβαιότητα.
Εάν θεωρήσει ότι ο κίνδυνος αυξήθηκε, ζητά μεγαλύτερη απόδοση. Δεν χρειάζεται να περιμένει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι "οι αγορές έχουν πάντα δίκιο". Οι αγορές μπορούν να υπερβάλλουν, να αλλάζουν απότομα εκτιμήσεις και να δημιουργούν αυτοτροφοδοτούμενες πιέσεις.
Σημαίνει κάτι πιο συγκεκριμένο: όταν η θεσμική δημοσιονομική πειθαρχία γίνεται λιγότερο δεσμευτική, η τιμή του χρήματος μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο ρόλο στην επιβολή της.
Και αυτό δημιουργεί ένα ευρωπαϊκό παράδοξο
Η Ευρώπη θέλει ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει:
- μεγαλύτερη άμυνα,
- ενεργειακή ασφάλεια,
- πράσινη μετάβαση,
- ψηφιακές υποδομές,
- AI,
- γήρανση του πληθυσμού
- και διατήρηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους.
Όλα αυτά μπορεί να αποτελούν απολύτως θεμιτές πολιτικές επιλογές.
Αλλά οι πόροι δεν είναι απεριόριστοι. Και όσο περισσότερες δαπάνες θεωρούνται "εξαιρετικές", τόσο μεγαλύτερο γίνεται το βασικό οικονομικό ερώτημα: ποια από τις υπάρχουσες δαπάνες θα μειωθεί για να δημιουργηθεί χώρος για τις καινούργιες;
Εάν η απάντηση είναι "καμία", τότε απομένουν οι φόροι ή το χρέος.
Η άμυνα αποκαλύπτει ένα ακόμη πρόβλημα
Υπάρχει μάλιστα μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις επενδύσεις άμυνας και στις κλασικές παραγωγικές δημόσιες επενδύσεις.
- Ένας νέος αυτοκινητόδρομος μπορεί να μειώσει το κόστος μεταφοράς.
- Ένα καλύτερο ηλεκτρικό δίκτυο μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα.
- Μια ψηφιακή υποδομή μπορεί να μειώσει το κόστος συναλλαγών.
- Η άμυνα προσφέρει ένα διαφορετικό είδος οικονομικού οφέλους: ασφάλεια.
Αυτό μπορεί να είναι απολύτως αναγκαίο, αλλά δεν σημαίνει ότι κάθε επιπλέον ευρώ αμυντικής δαπάνης δημιουργεί αυτομάτως μελλοντικά φορολογικά έσοδα ικανά να εξυπηρετήσουν το χρέος που χρηματοδότησε τη δαπάνη.
Υπάρχουν βέβαια δευτερογενείς επιδράσεις στην τεχνολογία, τη βιομηχανία και την απασχόληση. Το καθαρό αποτέλεσμα εξαρτάται από το είδος της δαπάνης, την εγχώρια παραγωγή και τον τρόπο χρηματοδότησης.
Γι’ αυτό το "είναι στρατηγικά απαραίτητο" δεν ταυτίζεται αυτομάτως με το "είναι δημοσιονομικά αυτοχρηματοδοτούμενο".
Η άλλη λύση: κοινό ευρωπαϊκό χρέος
Και εδώ εμφανίζεται αναπόφευκτα η επόμενη μεγάλη ευρωπαϊκή συζήτηση. Εάν η άμυνα και η ενεργειακή ασφάλεια αποτελούν ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά, γιατί πρέπει να χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από τα εθνικά χρέη;
Η Ευρώπη έκανε ήδη ένα τεράστιο βήμα προς την κοινή έκδοση χρέους με το NextGenerationEU μετά την πανδημία. Τώρα επανέρχεται η συζήτηση για μεγαλύτερη κοινή χρηματοδότηση της άμυνας. Ακόμη και ο Olli Rehn της ΕΚΤ έχει ταχθεί υπέρ της χρήσης κοινού ευρωπαϊκού χρέους για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας.
Αυτό όμως δεν εξαφανίζει το χρέος. Μεταφέρει μέρος του από το εθνικό στο ευρωπαϊκό επίπεδο.
Και δημιουργεί το επόμενο πολιτικό ερώτημα:
ποιος πληρώνει τελικά την αποπληρωμή;
Το παράδειγμα της Ισπανίας δείχνει τι έρχεται
Η συζήτηση έχει ήδη αρχίσει.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει έναν πολύ μεγαλύτερο προϋπολογισμό για την περίοδο 2028–2034, ενώ Γερμανία, Δανία, Φινλανδία, Ολλανδία και Αυστρία ζητούν μικρότερη αύξηση των ευρωπαϊκών δαπανών.
Η Ισπανία, από την άλλη πλευρά, έχει προτείνει να επιμηκυνθεί έως το 2058 η αποπληρωμή μέρους του κοινού μεταπανδημικού δανεισμού, ώστε να απελευθερωθούν πόροι για άλλες ευρωπαϊκές προτεραιότητες.
Η σύγκρουση είναι ουσιαστικά η ίδια: νέες ανάγκες χωρίς αντίστοιχη διάθεση για νέους φόρους ή περικοπή παλαιών δαπανών.
Και η Ελλάδα;
Η συζήτηση έχει άμεση ελληνική διάσταση.
Στις 17 Σεπτεμβρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε να επιτραπεί και στην Ελλάδα απόκλιση από τη συμφωνημένη μέγιστη αύξηση των καθαρών δαπανών μέσω της ενεργοποίησης της εθνικής ρήτρας διαφυγής.
Για μια χώρα με υψηλές αμυντικές ανάγκες, η ευελιξία αυτή είναι προφανώς σημαντική. Αλλά το ελληνικό μάθημα των προηγούμενων δεκαετιών είναι επίσης χρήσιμο για ολόκληρη την Ευρώπη: η δημοσιονομική βιωσιμότητα δεν εξαρτάται μόνο από το εάν μια δαπάνη επιτρέπεται από έναν ευρωπαϊκό κανόνα.
Εξαρτάται τελικά από το εάν η οικονομία μπορεί να εξυπηρετεί το χρέος που δημιουργείται.
Ο πραγματικός κανόνας είναι η βιωσιμότητα
Ίσως λοιπόν η συζήτηση για το 3%, το 60% και τις ρήτρες διαφυγής να κρύβει το βαθύτερο ζήτημα. Κανένας αριθμητικός κανόνας δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη βασική αριθμητική του δημόσιου χρέους.
Μακροπρόθεσμα μια κυβέρνηση πρέπει να μπορεί να δημιουργεί αρκετά έσοδα σε σχέση με τις δαπάνες της ώστε το χρέος να παραμένει εξυπηρετήσιμο.
Η ανάπτυξη μπορεί να βοηθήσει. Ο πληθωρισμός μπορεί υπό προϋποθέσεις να μειώσει το πραγματικό βάρος του παλαιού χρέους.
Οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να αυξήσουν το δυνητικό ΑΕΠ. Οι επενδύσεις μπορούν να δημιουργήσουν μεγαλύτερη μελλοντική φορολογική βάση.
Αλλά δεν υπάρχει ρήτρα διαφυγής από τη μακροχρόνια αριθμητική. Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της σημερινής προειδοποίησης του European Fiscal Board.
Η Ευρώπη χρειάζεται ευελιξία επειδή αντιμετωπίζει πραγματικές και εξαιρετικά μεγάλες προκλήσεις. Η πλήρης δημοσιονομική ακαμψία θα μπορούσε να είναι εξίσου προβληματική με την υπερβολική χαλάρωση.
Το δύσκολο σημείο είναι να διατηρηθεί η διάκριση μεταξύ προσωρινής ευελιξίας και μόνιμης εξαίρεσης.
Γιατί εάν κάθε νέα κρίση δημιουργεί έναν νέο λόγο απόκλισης, κάποια στιγμή ο ευρωπαϊκός δημοσιονομικός κανόνας κινδυνεύει να υπάρχει περισσότερο στα κείμενα των Συνθηκών παρά στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Και τότε ο πραγματικός περιορισμός μπορεί να έρθει από κάπου πολύ λιγότερο πολιτικά διαπραγματεύσιμο: από το επιτόκιο που θα ζητήσει ο επόμενος αγοραστής του κρατικού ομολόγου.
Add comment
Comments