Μεταναστευτικό: Ιταλία, Δανία και Πολωνία συγκρούονται με την Ισπανία – Η νέα πολιτική διαίρεση της Ευρώπης

Published on October 19, 2026 at 7:13 PM

Η απόφαση της κυβέρνησης Σάντσεθ να προχωρήσει σε μαζική νομιμοποίηση μεταναστών έχει προκαλέσει μια από τις εντονότερες πολιτικές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ιταλία, η Δανία και η Πολωνία ζητούν αυστηρότερη κοινή μεταναστευτική πολιτική, ενώ η Μαδρίτη υπερασπίζεται την ένταξη των μεταναστών στην οικονομία.

Από τον Τηλέμαχο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Μια ευρωπαϊκή σύνοδος που αποκάλυψε το βάθος της διαίρεσης

Η τελευταία σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, στις 15 και 16 Οκτωβρίου, ανέδειξε ένα πολιτικό ρήγμα που υπερβαίνει τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Στο επίκεντρο βρέθηκε η απόφαση της ισπανικής κυβέρνησης του Πέδρο Σάντσεθ να προχωρήσει σε μια εκτεταμένη διαδικασία νομιμοποίησης μεταναστών που ζουν ήδη στη χώρα χωρίς νόμιμο καθεστώς διαμονής.

Η πρωτοβουλία, που αρχικά παρουσιάστηκε ως πρόγραμμα για περίπου 500.000 ανθρώπους και πλέον συζητείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως σχέδιο που αφορά περίπου 600.000, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την Ιταλία, τη Δανία και την Πολωνία. Οι τρεις χώρες επιχείρησαν να συμπεριλάβουν στα συμπεράσματα της συνόδου αναφορές στην ανάγκη αποφυγής εθνικών πολιτικών που ενδέχεται να δημιουργούν πρόσθετα κίνητρα για παράτυπη μετανάστευση.

Η ισπανική κυβέρνηση, με την υποστήριξη της Γαλλίας, αντιτάχθηκε στην προσπάθεια αυτή. Το τελικό κείμενο διαμορφώθηκε με ηπιότερη διατύπωση από εκείνη που επιδίωκαν οι επικριτές της Μαδρίτης.

Η αντιπαράθεση δεν αφορούσε μόνο μια ισπανική διοικητική απόφαση. Αφορούσε το κατά πόσο ένα κράτος-μέλος μπορεί να ακολουθεί διαφορετική μεταναστευτική στρατηγική από τους εταίρους του, όταν όλοι συμμετέχουν σε μια ενιαία περιοχή ελεύθερης κυκλοφορίας.

Και αποκάλυψε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να δυσκολεύεται να συμφωνήσει όχι μόνο στο πώς θα αντιμετωπίσει την παράτυπη μετανάστευση, αλλά και στο ποια ακριβώς πρέπει να είναι η επιδίωξή της.

Το ισπανικό σχέδιο: Νομιμοποίηση όσων βρίσκονται ήδη στη χώρα

Η πολιτική του Πέδρο Σάντσεθ στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη αντίληψη. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ζουν ήδη στην Ισπανία χωρίς πλήρη νομιμοποίηση, ενώ ένα μέρος τους εργάζεται σε δραστηριότητες που αντιμετωπίζουν ελλείψεις εργατικού δυναμικού.

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η διατήρησή τους στην παραοικονομία δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει. Με τη νομιμοποίησή τους, υποστηρίζει η Μαδρίτη, οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση στη νόμιμη αγορά εργασίας, να ενταχθούν ευκολότερα στην κοινωνία και να συνεισφέρουν με φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Το ισπανικό πρόγραμμα αφορά, υπό προϋποθέσεις, ανθρώπους που βρίσκονταν στη χώρα πριν από το τέλος του 2025 και μπορούν να αποδείξουν συγκεκριμένη προηγούμενη περίοδο διαμονής. Προβλέπει αρχική άδεια διαμονής και εργασίας διάρκειας ενός έτους, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και η απουσία ποινικού μητρώου.

Δεν πρόκειται για απονομή ισπανικής υπηκοότητας. Ούτε για γενική και ανεπιφύλακτη νομιμοποίηση κάθε ανθρώπου που εισέρχεται στο ισπανικό έδαφος. Σύμφωνα με ενημερωτικό σημείωμα της Υπηρεσίας Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έως την προθεσμία της 30ής Ιουνίου 2026 είχαν υποβληθεί 1.174.978 αιτήσεις.

Ο αριθμός αυτός είναι σημαντικά μεγαλύτερος από τις αρχικές εκτιμήσεις για τους δυνητικούς δικαιούχους, αλλά δεν σημαίνει ότι εγκρίθηκαν αντίστοιχες άδειες. Οι αιτήσεις υπόκεινται σε έλεγχο και δεν ταυτίζονται με τις τελικές νομιμοποιήσεις.

Η ισπανική προσέγγιση στηρίζεται, επομένως, σε μια οικονομική και κοινωνική λογική: εφόσον οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται ήδη στη χώρα, η οργανωμένη ένταξή τους μπορεί να είναι προτιμότερη από τη διαρκή παραμονή τους σε καθεστώς παρανομίας.

Οι επικριτές της, ωστόσο, θέτουν ένα διαφορετικό ερώτημα. Τι μήνυμα στέλνει μια τέτοια απόφαση σε όσους σκέφτονται να εισέλθουν παράτυπα στην Ευρώπη;

Η Δανία αμφισβητεί την Ισπανία – Παρά τη συγγένεια των κυβερνήσεων

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της σύγκρουσης είναι ότι η αυστηρότερη στάση δεν προέρχεται αποκλειστικά από συντηρητικές ή εθνικιστικές κυβερνήσεις. Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, ανήκει στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική οικογένεια, όπως και ο Πέδρο Σάντσεθ.

Ωστόσο, οι μεταναστευτικές πολιτικές τους κινούνται σε σχεδόν αντίθετες κατευθύνσεις. Κατά τη διάρκεια της συνόδου, η Φρεντέρικσεν ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει τις επιπτώσεις της ισπανικής πολιτικής. Υποστήριξε ότι η Μαδρίτη ακολουθεί μια κατεύθυνση ουσιαστικά αντίθετη από εκείνη που υιοθετεί πλέον μεγάλο μέρος της Ευρώπης.

Η Δανία έχει επιλέξει εδώ και χρόνια μια ιδιαίτερα αυστηρή προσέγγιση στον έλεγχο της μετανάστευσης, συνδυάζοντας περιορισμούς στην είσοδο και στη χορήγηση ασύλου με αυξημένες απαιτήσεις ένταξης. Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς προϊόν κομματικής ιδεολογίας.

Αντανακλά μια ευρύτερη πολιτική μετατόπιση, κατά την οποία ακόμη και παραδοσιακά κεντροαριστερά κόμματα θεωρούν ότι η κοινωνική συναίνεση γύρω από το κράτος πρόνοιας προϋποθέτει αποτελεσματικό έλεγχο των μεταναστευτικών ροών. Η Φρεντέρικσεν αντιμετωπίζει το μεταναστευτικό ως ζήτημα κοινωνικής συνοχής, δημόσιας εμπιστοσύνης και βιωσιμότητας του κοινωνικού μοντέλου.

Ο Σάντσεθ το προσεγγίζει περισσότερο ως ζήτημα ένταξης, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αξιοποίησης του εργατικού δυναμικού. Η αντίθεση αυτή δείχνει γιατί η ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική δεν μπορεί πλέον να περιγραφεί απλώς ως σύγκρουση Αριστεράς και Δεξιάς.


Η πραγματική διαχωριστική γραμμή βρίσκεται ανάμεσα σε διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς συνδυάζονται η εθνική κυριαρχία, η κοινωνική συνοχή, οι ανάγκες της οικονομίας και η ελεύθερη κυκλοφορία.

Μελόνι και Πολωνία: Η εθνική απόφαση μπορεί να έχει ευρωπαϊκές συνέπειες

Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι συντάχθηκε με τη Δανία, ενώ η Πολωνία υποστήριξε επίσης την ανάγκη αυστηρότερης διατύπωσης στα συμπεράσματα της συνόδου. Το βασικό επιχείρημά τους είναι ότι η μεταναστευτική πολιτική ενός κράτους-μέλους δεν αποτελεί αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει κοινά εξωτερικά σύνορα και μια μεγάλη περιοχή ελεύθερης κυκλοφορίας. Επομένως, οι αποφάσεις μιας χώρας μπορούν να επηρεάζουν και τις υπόλοιπες.

Εάν ένα κράτος νομιμοποιεί μεγάλο αριθμό μεταναστών, οι επικριτές φοβούνται ότι μπορεί να δημιουργήσει την προσδοκία πως η παράτυπη είσοδος στην Ευρώπη ενδέχεται αργότερα να οδηγήσει σε νόμιμη διαμονή.

Αυτό είναι το επιχείρημα του λεγόμενου pull factor, δηλαδή του παράγοντα έλξης. Πρόκειται, όμως, για υπόθεση που απαιτεί εμπειρική τεκμηρίωση. Δεν αρκεί να διαπιστώσει κανείς ότι μια χώρα ανακοίνωσε πρόγραμμα νομιμοποίησης και ακολούθησε αύξηση των μεταναστευτικών ροών.

Πρέπει να εξεταστούν η χρονική αλληλουχία, οι πραγματικές προϋποθέσεις του προγράμματος, οι εξελίξεις στις χώρες προέλευσης και οι υπόλοιποι παράγοντες που επηρεάζουν τις μετακινήσεις.

Υπάρχει, επίσης, μια ουσιαστική νομική διάκριση. Η ισπανική άδεια διαμονής μπορεί να επιτρέπει σύντομες επισκέψεις σε άλλα κράτη της ζώνης Σένγκεν, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Δεν παρέχει όμως αυτομάτως δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και εργασίας σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ.

Επομένως, ο ισχυρισμός ότι η Ισπανία νομιμοποιεί ανθρώπους οι οποίοι αποκτούν αμέσως πλήρη δικαιώματα εγκατάστασης σε ολόκληρη την Ευρώπη θα ήταν ανακριβής. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη κοινής περιοχής ελεύθερης κυκλοφορίας καθιστά εύλογη τη συζήτηση για τις διασυνοριακές συνέπειες των εθνικών αποφάσεων.

Το ερώτημα δεν είναι εάν υπάρχει δικαίωμα κάθε χώρας να αποφασίζει. Είναι πόσο αποτελεσματικά μπορούν να συντονίζονται αυτές οι αποφάσεις.

Η κρίση στη Θέουτα έκανε τη διαφωνία πολύ πιο επικίνδυνη

Η σύγκρουση για τη νομιμοποίηση των μεταναστών δεν εξελίσσεται σε πολιτικό κενό. Το καλοκαίρι του 2026, η ισπανική πόλη Θέουτα, στον βορειοαφρικανικό θύλακα της Ισπανίας, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας εξαιρετικά σοβαρής μεταναστευτικής κρίσης.

Σύμφωνα με την Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στις 30 Ιουλίου περίπου 80.000 άνθρωποι εισήλθαν στη Θέουτα από το Μαρόκο, σε ένα γεγονός που συνδέθηκε με εκτεταμένη διαδικτυακή παραπληροφόρηση. Η κρίση είχε τραγικό ανθρώπινο κόστος, με τουλάχιστον 141 θανάτους σύμφωνα με την ίδια κοινοβουλευτική ενημέρωση.

Η έκταση των γεγονότων προκάλεσε σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης. Η Ιταλία προχώρησε σε προσωρινούς ελέγχους στις συνδέσεις με την Ισπανία, επικαλούμενη κινδύνους για τη δημόσια τάξη και πιθανές δευτερογενείς μετακινήσεις.

Η Μαδρίτη αντέδρασε, θεωρώντας ότι οι ιταλικές αποφάσεις υπονόμευαν αδικαιολόγητα την ελεύθερη κυκλοφορία. Στις 16 Οκτωβρίου, η Ρώμη παρέτεινε εκ νέου τους ελέγχους για μία εβδομάδα, ενώ η Ισπανία διατήρησε αντίστοιχα μέτρα έως τις 22 Οκτωβρίου.

Έτσι, μια αντιπαράθεση για την πολιτική νομιμοποίησης μεταναστών μετατράπηκε σε πραγματική κρίση λειτουργίας της ζώνης Σένγκεν. Ωστόσο, υπάρχει ένα κρίσιμο στοιχείο. Οι άνθρωποι που εισήλθαν στη Θέουτα στα τέλη Ιουλίου δεν πληρούσαν τις χρονικές προϋποθέσεις του ισπανικού προγράμματος νομιμοποίησης.

Δεν μπορούν, συνεπώς, να θεωρηθούν δικαιούχοι του προγράμματος μόνο και μόνο επειδή κατάφεραν να εισέλθουν στην Ισπανία. Το εάν η προσδοκία μελλοντικών νομιμοποιήσεων επηρέασε τις αποφάσεις ορισμένων μεταναστών αποτελεί διαφορετικό ερώτημα, το οποίο δεν έχει αποδειχθεί.

Μακρόν: Η Ευρώπη γίνεται αναποτελεσματική όταν μετατρέπει το μεταναστευτικό σε ιδεολογικό πόλεμο

Στη σύνοδο κορυφής, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επέλεξε να στηρίξει την Ισπανία απέναντι στις επικρίσεις για την κρίση της Θέουτα. Ο Μακρόν χαρακτήρισε τη συζήτηση μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών ιδιαίτερα προβληματική και υποστήριξε ότι οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις οδηγούν σε αναποτελεσματικότητα.

Η γαλλική στάση παρουσιάζει ενδιαφέρον. Το Παρίσι δεν υποστηρίζει απαραίτητα κάθε πτυχή της ισπανικής μεταναστευτικής πολιτικής. Ωστόσο, ο Μακρόν θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή απάντηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην αμοιβαία επίρριψη ευθυνών.

Ειδικά σε περιπτώσεις μαζικών και αιφνίδιων μεταναστευτικών πιέσεων, η συνεργασία για την προστασία των συνόρων, την καταπολέμηση των δικτύων διακινητών και τη διαχείριση ανθρωπιστικών κρίσεων είναι απαραίτητη. Αυτό αποκαλύπτει μια ακόμη διάσταση του προβλήματος. Η Ευρώπη χρειάζεται ταυτόχρονα αποτελεσματικό έλεγχο των εξωτερικών συνόρων και συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών.

Όταν κάθε κυβέρνηση αντιδρά μονομερώς, η εμπιστοσύνη περιορίζεται. Και όταν η εμπιστοσύνη περιορίζεται, αυξάνεται η πολιτική πίεση για επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα. Η εξέλιξη αυτή απειλεί ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Το οικονομικό δίλημμα: Η μετανάστευση ενισχύει ή επιβαρύνει την ανάπτυξη;

Πίσω από την πολιτική σύγκρουση βρίσκεται και μια ουσιαστική οικονομική διαφωνία. Η Ισπανία αντιμετωπίζει τη νομιμοποίηση ως μέσο αύξησης της συμμετοχής στην επίσημη αγορά εργασίας.

Η λογική είναι κατανοητή. Ένας εργαζόμενος που βρίσκεται εκτός νόμιμου πλαισίου μπορεί να αντιμετωπίζει μεγαλύτερο κίνδυνο εκμετάλλευσης, να αμείβεται χαμηλότερα και να δυσκολεύεται να διεκδικήσει εργασιακά δικαιώματα.

Η μετάβασή του σε νόμιμη απασχόληση μπορεί να αυξήσει τη διαφάνεια, την ασφαλιστική κάλυψη και τα φορολογικά έσοδα. Μπορεί επίσης να περιορίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό από επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν αδήλωτη εργασία.

Ωστόσο, το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα δεν είναι δεδομένο. Εξαρτάται από το ποσοστό των μεταναστών που θα απασχοληθούν, το επίπεδο των αποδοχών τους, τις δεξιότητές τους, την ηλικιακή σύνθεση, τις ανάγκες της οικονομίας και το κόστος των δημόσιων υπηρεσιών που χρησιμοποιούν.

Η οικονομική αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει τόσο τα φορολογικά έσοδα όσο και τις πρόσθετες δαπάνες. Δεν αρκεί να μετρήσει κανείς πόσοι άνθρωποι εισέρχονται στη νόμιμη αγορά εργασίας. Πρέπει να εξετάσει και τη μακροχρόνια επίδραση στην παραγωγικότητα, στην εκπαίδευση, στη στέγαση και στα δημόσια οικονομικά.

Η αγορά εργασίας

Η μετανάστευση μπορεί να καλύψει ελλείψεις προσωπικού σε κλάδους όπως η γεωργία, ο τουρισμός, οι κατασκευές και οι υπηρεσίες φροντίδας. Μπορεί όμως να εντείνει τον ανταγωνισμό σε συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς εργασίας, ιδιαίτερα όταν οι νεοεισερχόμενοι εργαζόμενοι διαθέτουν παρόμοιες δεξιότητες με εργαζομένους χαμηλών αποδοχών.

Οι επιπτώσεις στους μισθούς δεν είναι ομοιόμορφες. Εξαρτώνται από τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού, την ικανότητα της οικονομίας να δημιουργεί νέες θέσεις και τον βαθμό στον οποίο η εργασία των μεταναστών συμπληρώνει ή υποκαθιστά την εργασία των ήδη απασχολουμένων.

Η κατοικία

Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι η αγορά ακινήτων. Σε πόλεις όπου η προσφορά κατοικιών αυξάνεται αργά, η πρόσθετη ζήτηση μπορεί να επιβαρύνει τις τιμές και τα ενοίκια. Αυτό δεν σημαίνει ότι η μετανάστευση αποτελεί τη μοναδική ή την κύρια αιτία της στεγαστικής κρίσης.

Σημαίνει ότι η μεταναστευτική πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται ανεξάρτητα από την πολεοδομική πολιτική, τις επενδύσεις σε υποδομές και την οικοδομική δραστηριότητα.

Τα δημόσια οικονομικά

Η δημοσιονομική επίδραση εξαρτάται από τη διαφορά ανάμεσα στη φορολογική συνεισφορά και στο κόστος των δημόσιων υπηρεσιών σε βάθος χρόνου. Ένας νέος εργαζόμενος με σταθερή απασχόληση μπορεί να έχει διαφορετική καθαρή δημοσιονομική συνεισφορά από ένα νοικοκυριό με υψηλές ανάγκες κοινωνικής υποστήριξης.

Η γενίκευση, επομένως, ότι "οι μετανάστες χρηματοδοτούν το ασφαλιστικό" είναι εξίσου ανεπαρκής με τη γενίκευση ότι "οι μετανάστες επιβαρύνουν το κράτος πρόνοιας". Και οι δύο ισχυρισμοί χρειάζονται στοιχεία για τη συγκεκριμένη χώρα, τον συγκεκριμένο πληθυσμό και τη χρονική περίοδο που εξετάζεται.

Η μετανάστευση δεν είναι από μόνη της ούτε οικονομικό θαύμα ούτε οικονομική καταστροφή. Οι συνέπειές της εξαρτώνται από τους θεσμούς, τις δεξιότητες, την αγορά εργασίας και την ικανότητα της οικονομίας να προσαρμόζεται.


Το ευρωπαϊκό παράδοξο: Εθνική αρμοδιότητα, κοινές συνέπειες

Η ισπανική υπόθεση αναδεικνύει μια θεσμική αντίφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφαση για τη νομιμοποίηση μεταναστών που βρίσκονται ήδη σε ένα κράτος αποτελεί, κατά βάση, εθνική αρμοδιότητα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί απλώς να ακυρώσει ένα εθνικό πρόγραμμα νομιμοποίησης επειδή άλλες κυβερνήσεις διαφωνούν πολιτικά μαζί του.

Ταυτόχρονα, όμως, η ΕΕ διαθέτει κοινό χώρο ελεύθερης κυκλοφορίας και κοινούς κανόνες για τη διαχείριση σημαντικών πλευρών της μετανάστευσης και του ασύλου. Επομένως, οι εθνικές επιλογές μπορούν να έχουν διασυνοριακές συνέπειες. Αυτό δημιουργεί ένα πρόβλημα συντονισμού.

Εάν η Ισπανία θεωρεί ότι χρειάζεται περισσότερους νόμιμους εργαζομένους, έχει ισχυρά κίνητρα να προχωρήσει σε νομιμοποιήσεις. Εάν η Δανία θεωρεί ότι τέτοιες πρωτοβουλίες δημιουργούν πρόσθετες μεταναστευτικές πιέσεις, έχει εξίσου ισχυρά κίνητρα να αντιδράσει.

Και εάν η Ιταλία ανησυχεί για δευτερογενείς μετακινήσεις, μπορεί να επιχειρήσει να ενισχύσει τους ελέγχους. Το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε κυβέρνηση μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις που θεωρεί ορθές για τη χώρα της, αλλά το σύνολο των αποφάσεων να αποδυναμώνει τη λειτουργία της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς.

Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα. Δεν λύνεται απαραιτήτως με πλήρη συγκέντρωση της μεταναστευτικής πολιτικής στις Βρυξέλλες. Ούτε όμως με την επιστροφή σε ένα σύστημα όπου κάθε χώρα αντιμετωπίζει τις συνέπειες των επιλογών των άλλων με μονομερείς συνοριακούς περιορισμούς.

Απαιτείται σαφέστερος συντονισμός, αποτελεσματικότερη εφαρμογή των κοινών κανόνων και μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς τις επιπτώσεις των εθνικών αποφάσεων.

Η πολιτική μετατόπιση της Ευρώπης δεν είναι προσωρινή

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη Φρεντέρικσεν και στον Σάντσεθ δείχνει ότι το μεταναστευτικό έχει αναδιαμορφώσει το ευρωπαϊκό κομματικό σύστημα. Παραδοσιακά, τα κεντροαριστερά κόμματα συνδέονταν περισσότερο με πολιτικές ένταξης και τα συντηρητικά κόμματα με αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων.

Σήμερα, αυτή η διάκριση έχει περιορισμένη ερμηνευτική αξία. Η Δανία αποδεικνύει ότι μια σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση μπορεί να υιοθετεί εξαιρετικά αυστηρή μεταναστευτική πολιτική. Η Ισπανία αποδεικνύει ότι μια άλλη σοσιαλιστική κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί τη νομιμοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων αναγκαία για την κοινωνική και οικονομική της στρατηγική.

Η Ιταλία αντιμετωπίζει το ζήτημα κυρίως μέσα από την ασφάλεια των συνόρων και τη δυνατότητα ελέγχου των μεταναστευτικών ροών. Η Πολωνία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην εθνική ασφάλεια και στις επιπτώσεις της μεταναστευτικής πίεσης.

Η Γαλλία προσπαθεί να συνδυάσει την ανάγκη ελέγχου με την υπεράσπιση της ευρωπαϊκής συνεργασίας. Αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις αντανακλούν πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις. Η μετανάστευση έχει γίνει ζήτημα ταυτότητας, εμπιστοσύνης στους θεσμούς, ασφάλειας, κοινωνικής συνοχής και οικονομικής κατανομής των πόρων.

Για τον λόγο αυτό, δύσκολα θα πάψει να αποτελεί κεντρικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης τα επόμενα χρόνια.

Τι σημαίνει η σύγκρουση για την Ελλάδα

Η Ελλάδα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις αυτές, καθώς βρίσκεται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συμμετέχει στη ζώνη Σένγκεν. Η χώρα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα διαφορετικές ανάγκες.

Από τη μία πλευρά, χρειάζεται αποτελεσματικό έλεγχο των συνόρων, αξιόπιστες διαδικασίες ασύλου και εφαρμογή των κανόνων επιστροφής για όσους δεν δικαιούνται διεθνή προστασία. Από την άλλη, αρκετοί παραγωγικοί κλάδοι αντιμετωπίζουν ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Η γεωργία, ο τουρισμός, οι κατασκευές και η φροντίδα ηλικιωμένων αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Το ζήτημα είναι πώς μπορούν να συνδυαστούν οι ανάγκες αυτές χωρίς να δημιουργούνται διαρκώς έκτακτες ρυθμίσεις και διοικητικές εξαιρέσεις. Η Ελλάδα έχει συμφέρον από μια ευρωπαϊκή πολιτική που προστατεύει αποτελεσματικά τα εξωτερικά σύνορα, διευκολύνει τη νόμιμη και ελεγχόμενη πρόσβαση εργαζομένων όπου υπάρχουν πραγματικές ανάγκες και διατηρεί τη λειτουργία της ελεύθερης κυκλοφορίας.

Έχει επίσης συμφέρον από τη συνεργασία με τις χώρες προέλευσης και διέλευσης, καθώς και από αποτελεσματικές διαδικασίες επιστροφών. Αντίθετα, η σταδιακή αποδυνάμωση της Σένγκεν θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετα διοικητικά και οικονομικά εμπόδια στις μετακινήσεις ανθρώπων και επιχειρήσεων.

Για μια χώρα που εξαρτάται σημαντικά από τον τουρισμό και τη διεθνή οικονομική δραστηριότητα, αυτό δεν είναι αμελητέο. Το ελληνικό συμφέρον δεν εξυπηρετείται από μια απλουστευτική επιλογή ανάμεσα σε πλήρως ανοιχτά και πλήρως κλειστά σύνορα.

Εξυπηρετείται από ένα σύστημα στο οποίο οι κανόνες είναι σαφείς, εφαρμόζονται και επιτρέπουν την οργανωμένη νόμιμη μετανάστευση χωρίς να υπονομεύουν τον έλεγχο της παράτυπης εισόδου.

Συμπέρασμα: Η Ευρώπη χρειάζεται κοινά εφαρμόσιμους κανόνες, όχι μόνο κοινές διακηρύξεις

Η αντιπαράθεση της Ισπανίας με την Ιταλία, τη Δανία και την Πολωνία είναι κάτι περισσότερο από μια διαφωνία για τη νομιμοποίηση 600.000 μεταναστών. Αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης δυσκολίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα κράτη-μέλη εξακολουθούν να έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τον ρόλο της μετανάστευσης στην οικονομία και στην κοινωνία. Όμως οι επιλογές τους πραγματοποιούνται μέσα σε έναν κοινό ευρωπαϊκό χώρο.

Η Ισπανία έχει βάσιμους λόγους να επιδιώκει τη μείωση της αδήλωτης εργασίας και την ενσωμάτωση ανθρώπων που ήδη ζουν στη χώρα. Η Δανία, η Ιταλία και η Πολωνία έχουν επίσης βάσιμους λόγους να ζητούν αξιολόγηση των διασυνοριακών επιπτώσεων τέτοιων αποφάσεων.

Καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορεί να θεωρεί ότι διαθέτει αυτομάτως τη μοναδική σωστή απάντηση. Η επιτυχία μιας μεταναστευτικής πολιτικής πρέπει να αξιολογείται με βάση συγκεκριμένα αποτελέσματα: την ασφάλεια των συνόρων, την τήρηση των νόμων, την ένταξη στην αγορά εργασίας, τη δημοσιονομική επίδραση και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Κυρίως, όμως, απαιτείται συνέπεια. Μια πολιτική που ανακοινώνει αυστηρούς κανόνες αλλά δεν τους εφαρμόζει υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Μια πολιτική που νομιμοποιεί ανθρώπους χωρίς να εξασφαλίζει αποτελεσματική ένταξη κινδυνεύει να δημιουργήσει νέα προβλήματα.

Και μια Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν μπορεί να συντονίσει τις εθνικές επιλογές κινδυνεύει να υπονομεύσει η ίδια την ελεύθερη κυκλοφορία που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματά της.

Το πραγματικό δίλημμα της Ευρώπης δεν είναι εάν χρειάζεται περισσότερη ή λιγότερη μετανάστευση γενικώς. Είναι εάν μπορεί να αποκτήσει μια μεταναστευτική πολιτική που να είναι ταυτόχρονα νόμιμη, ελεγχόμενη, οικονομικά λειτουργική και πολιτικά αξιόπιστη.

Χωρίς αυτή την ισορροπία, το μεταναστευτικό θα συνεχίσει να διχάζει όχι μόνο τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά και τις ίδιες τις κυβερνήσεις της Ένωσης.

Add comment

Comments

There are no comments yet.