Εκλογές ΗΠΑ 2026: Ο Τραμπ χάνει το ισχυρότερο πολιτικό του όπλο – Η ακρίβεια διαβρώνει την εμπιστοσύνη στην οικονομία

Published on October 19, 2026 at 1:37 PM

Η νέα δημοσκόπηση AP-NORC/AAPI Data δείχνει ότι η οικονομία εξελίσσεται σε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς, μόλις δύο εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στη δυσαρέσκεια για τον Τραμπ, αλλά και στην αδυναμία των Δημοκρατικών να μετατρέψουν πλήρως αυτή τη δυσαρέσκεια σε θετική εμπιστοσύνη.

Από τον Δαίδαλο | Συντακτική ομάδα Greece2Day 

Η οικονομία από πολιτικό πλεονέκτημα γίνεται αδυναμία

Υπάρχει μια θεμελιώδης αντίφαση που αρχίζει να χαρακτηρίζει τη δεύτερη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος επέστρεψε στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος οικονομική ευημερία, χαμηλότερες τιμές και αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Η οικονομία υπήρξε ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα της προεκλογικής του εκστρατείας. Σήμερα, όμως, τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων δείχνουν ότι το ίδιο πεδίο εξελίσσεται σε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές του αδυναμίες.

Σύμφωνα με τη νέα έρευνα AP-NORC/AAPI Data, που δημοσιεύθηκε στις 19 Οκτωβρίου, μόλις περίπου το 20% των Αμερικανών ασιατικής καταγωγής, των αυτοχθόνων κατοίκων της Χαβάης και των κατοίκων των νησιών του Ειρηνικού εγκρίνει τους χειρισμούς του Τραμπ στην οικονομία. Η συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα, γνωστή ως AAPI, δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα ολόκληρου του αμερικανικού πληθυσμού. Είναι όμως πολιτικά ενδιαφέρουσα, καθώς περιλαμβάνει ψηφοφόρους με διαφορετικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές προτιμήσεις.

Η έρευνα καταγράφει ότι περίπου εννέα στους δέκα ερωτηθέντες θεωρούν την οικονομία ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα για τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, ενώ περίπου οκτώ στους δέκα αποδίδουν αντίστοιχη σημασία στο κόστος ζωής. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι Δημοκρατικοί διαθέτουν πλέον προβάδισμα περίπου 20 ποσοστιαίων μονάδων έναντι των Ρεπουμπλικανών στην εμπιστοσύνη για τη διαχείριση της οικονομίας. Τον Μάρτιο του 2025, η ίδια πληθυσμιακή ομάδα εμφανιζόταν περίπου μοιρασμένη μεταξύ των δύο κομμάτων. Η μεταβολή είναι ουσιαστική.

Ο Τραμπ δεν αντιμετωπίζει απλώς μια δυσμενή δημοσκόπηση. Αντιμετωπίζει τη σταδιακή αποδυνάμωση ενός πολιτικού επιχειρήματος που συνέβαλε στην επιστροφή του στην εξουσία.

Το 20% δεν είναι εθνική πρόθεση ψήφου

Πριν εξετάσουμε τις πολιτικές συνέπειες, χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Η δημοσκόπηση πραγματοποιήθηκε μεταξύ 8 και 15 Σεπτεμβρίου 2026, σε δείγμα 1.023 ενηλίκων της πληθυσμιακής ομάδας AAPI, με περιθώριο δειγματοληπτικού σφάλματος ±4,7 ποσοστιαίες μονάδες. Δεν μετρά την πρόθεση ψήφου του συνόλου των Αμερικανών. Δεν σημαίνει ότι ο Τραμπ συγκεντρώνει μόνο 20% υποστήριξη σε εθνικό επίπεδο. Ούτε σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί προηγούνται κατά 20 μονάδες στις εκλογές. Μετρά την αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής του προέδρου και τη σχετική εμπιστοσύνη προς τα δύο κόμματα μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινότητα.

Η διάκριση έχει σημασία, επειδή οι πολιτικές προτιμήσεις δεν μετατρέπονται μηχανικά σε εκλογικές επιλογές. Ένας πολίτης μπορεί να αποδοκιμάζει την οικονομική πολιτική του προέδρου και παρ' όλα αυτά να ψηφίσει Ρεπουμπλικανό υποψήφιο για λόγους μεταναστευτικής πολιτικής, φορολογίας ή προσωπικών αξιών. Μπορεί επίσης να επιλέξει την αποχή. Η δημοσκόπηση, επομένως, δεν προβλέπει από μόνη της το αποτέλεσμα της 3ης Νοεμβρίου. Αποκαλύπτει όμως μια πολιτική μεταβολή που αξίζει να εξεταστεί.

Το ευρύτερο πρόβλημα: Μόλις 26% έγκριση για την οικονομία

Η εικόνα δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα. Σε ξεχωριστή πανεθνική έρευνα AP-NORC, που δημοσιεύθηκε την 1η Οκτωβρίου, μόλις το 26% των Αμερικανών ενηλίκων ενέκρινε τη συνολική οικονομική διαχείριση του Τραμπ. Ακόμη χαμηλότερη ήταν η αξιολόγηση για το κόστος ζωής: μόλις 17%. Το 65% των ερωτηθέντων απέδιδε τις υψηλές τιμές κυρίως στις πολιτικές του προέδρου, ενώ το 69% θεωρούσε ότι οι χειρισμοί του στο κόστος ζωής ήταν χειρότεροι από τις αρχικές προσδοκίες.

Πρόκειται για στοιχεία που παρουσιάζουν μια πολύ ευρύτερη πολιτική δυσκολία. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι ορισμένοι ψηφοφόροι διαφωνούν με την οικονομική φιλοσοφία του Λευκού Οίκου. Είναι ότι πολλοί θεωρούν πως η οικονομική πραγματικότητα απέχει από τις υποσχέσεις που είχαν προηγηθεί. Και στην πολιτική, η απόσταση ανάμεσα στην υπόσχεση και στην καθημερινή εμπειρία μπορεί να αποδειχθεί πιο επιζήμια από την ίδια την οικονομική επίδοση.


Ο πληθωρισμός μειώνεται, αλλά οι τιμές δεν επιστρέφουν πίσω

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της σύγχρονης πολιτικής συζήτησης για τον πληθωρισμό είναι η σύγχυση ανάμεσα στον ρυθμό αύξησης των τιμών και στο επίπεδο των τιμών. Όταν ο πληθωρισμός υποχωρεί από το 8% στο 3%, αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές μειώθηκαν. Σημαίνει ότι συνεχίζουν να αυξάνονται, αλλά με χαμηλότερο ρυθμό. Για τα νοικοκυριά που έχουν ήδη υποστεί σημαντική απώλεια αγοραστικής δύναμης, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με οικονομική ανακούφιση.  Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν τα εισοδήματα αυξάνονται αρκετά ώστε να αποκαταστήσουν την αγοραστική δύναμη που χάθηκε.

Και ακόμη περισσότερο, εάν αυτή η αποκατάσταση γίνεται αισθητή στα αγαθά και στις υπηρεσίες που απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Η στέγαση, τα τρόφιμα, η ενέργεια, η υγειονομική περίθαλψη και οι μεταφορές έχουν ιδιαίτερη σημασία. Ένας οικονομικός δείκτης μπορεί να εμφανίζει βελτίωση, ενώ ένα νοικοκυριό εξακολουθεί να δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο ή τις ασφαλιστικές του υποχρεώσεις. Αυτό εξηγεί γιατί οι κυβερνήσεις συχνά αποτυγχάνουν να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι η οικονομία πηγαίνει καλύτερα.

Οι πολίτες δεν ψηφίζουν με βάση τον ρυθμό μεταβολής ενός στατιστικού δείκτη. Ψηφίζουν, μεταξύ άλλων, με βάση το τι μπορούν να αγοράσουν με το εισόδημά τους.

Οι δασμοί και το κόστος της οικονομικής προστασίας

Η εμπορική πολιτική του Τραμπ αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της συζήτησης. Η επιβολή δασμών παρουσιάζεται από την αμερικανική κυβέρνηση ως μέσο προστασίας της εγχώριας παραγωγής, ενίσχυσης της διαπραγματευτικής ισχύος των ΗΠΑ και περιορισμού της εξάρτησης από ξένους προμηθευτές. Αυτοί είναι διακριτοί στόχοι, οι οποίοι χρειάζονται ξεχωριστή αξιολόγηση. Όμως οι δασμοί έχουν και κόστος. Όταν επιβάλλεται ένας δασμός σε εισαγόμενο προϊόν, η επιβάρυνση καταβάλλεται κατά την εισαγωγή από την επιχείρηση που το εισάγει.

Το ποιος τελικά επωμίζεται το κόστος εξαρτάται από την αντίδραση των παραγωγών, των εισαγωγέων, των λιανεμπόρων και των καταναλωτών. Ένα μέρος μπορεί να απορροφηθεί από τα περιθώρια κέρδους. Ένα άλλο μπορεί να μεταφερθεί στις τελικές τιμές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εγχώριοι παραγωγοί μπορεί να επωφεληθούν από τη μειωμένη εισαγωγική πίεση. Σε άλλες, επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν εισαγόμενες πρώτες ύλες και εξαρτήματα μπορεί να αντιμετωπίσουν υψηλότερο κόστος παραγωγής. Το συνολικό αποτέλεσμα δεν είναι ίδιο για κάθε κλάδο.

Αυτό που δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά είναι ότι οι δασμοί αποτελούν ένα οικονομικά ανέξοδο εργαλείο. Στην πανεθνική έρευνα του AP-NORC, το 64% των ερωτηθέντων θεωρούσε ότι ο Τραμπ είχε προχωρήσει υπερβολικά στην επιβολή νέων δασμών. Η πολιτική σημασία είναι προφανής. Μια κυβέρνηση που έχει υποσχεθεί χαμηλότερες τιμές χρειάζεται να εξηγήσει πώς οι εμπορικοί περιορισμοί που επιλέγει συμβιβάζονται με αυτόν τον στόχο.

Η ενέργεια επιστρέφει στο κέντρο της πολιτικής

Η ενεργειακή διάσταση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την εικόνα. Ο πόλεμος με το Ιράν και οι αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα για το κόστος καυσίμων και μεταφορών. Οι τιμές της ενέργειας έχουν ιδιαίτερα έντονη πολιτική επίδραση επειδή είναι άμεσα ορατές. Ο οδηγός βλέπει την τιμή της βενζίνης κάθε φορά που γεμίζει το αυτοκίνητό του. Η μεταφορική επιχείρηση βλέπει το κόστος του diesel. Ο καταναλωτής αντιλαμβάνεται σταδιακά την επίδραση της ενέργειας στις τιμές των τροφίμων και των υπόλοιπων προϊόντων. Από οικονομική άποψη, ένα ενεργειακό σοκ μπορεί να δημιουργήσει πληθωρισμό κόστους, ακόμη και όταν η συνολική ζήτηση δεν αυξάνεται.

Αυτό περιορίζει και την αποτελεσματικότητα των συνηθισμένων εργαλείων οικονομικής πολιτικής. Η νομισματική σύσφιξη μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση, αλλά δεν δημιουργεί επιπλέον βαρέλια πετρελαίου ούτε αποκαθιστά αυτομάτως τις διαταραγμένες εφοδιαστικές αλυσίδες. Αντίστοιχα, η δημοσιονομική στήριξη μπορεί να προστατεύσει προσωρινά τα νοικοκυριά, αλλά έχει κόστος για τον προϋπολογισμό και, εάν σχεδιαστεί λανθασμένα, μπορεί να συντηρήσει την υπερβάλλουσα ζήτηση.

Το πρόβλημα για τον Τραμπ είναι πολιτικό και οικονομικό ταυτόχρονα. Η κυβέρνηση κρίνεται για τις τιμές, ακόμη και όταν ένα μέρος των αυξήσεων προέρχεται από διεθνείς παράγοντες. Αλλά η ευθύνη που της αποδίδουν οι πολίτες αυξάνεται όταν θεωρούν ότι οι δικές της αποφάσεις έχουν συμβάλει στην κρίση.


Οι Δημοκρατικοί κερδίζουν εμπιστοσύνη, όχι απαραίτητα ενθουσιασμό

Ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα της νέας δημοσκόπησης είναι ότι η υποχώρηση της εμπιστοσύνης προς τους Ρεπουμπλικανούς δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη άνοδο της γενικής δημοτικότητας των Δημοκρατικών. Το 44% των ερωτηθέντων AAPI έχει θετική άποψη για το Δημοκρατικό Κόμμα. Το 48% εξακολουθεί να έχει αρνητική. Την ίδια στιγμή, περίπου τα δύο τρίτα εκφράζουν αρνητική άποψη για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Αυτό σημαίνει ότι οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται να επωφελούνται από τη δυσπιστία προς τον Τραμπ, χωρίς να έχουν επιτύχει πλήρη αποκατάσταση της δικής τους πολιτικής αξιοπιστίας. Πρόκειται για ουσιώδη διάκριση. Οι ψηφοφόροι μπορεί να θεωρούν ότι ένα κόμμα διαχειρίζεται καλύτερα την οικονομία από τον αντίπαλό του και ταυτόχρονα να μην εμπιστεύονται ιδιαίτερα κανένα από τα δύο. Η σχετική υπεροχή δεν ταυτίζεται με την απόλυτη εμπιστοσύνη. Αυτό δημιουργεί δύο διαφορετικές πολιτικές προκλήσεις.

Οι Ρεπουμπλικανοί χρειάζεται να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη στην οικονομική τους διαχείριση. Οι Δημοκρατικοί χρειάζεται να αποδείξουν ότι διαθέτουν πειστική εναλλακτική οικονομική πρόταση και όχι απλώς ότι αποτελούν την αντίθετη επιλογή από τον Τραμπ. Η αποτυχία του αντιπάλου μπορεί να δημιουργήσει εκλογική ευκαιρία. Δεν αποτελεί, από μόνη της, πρόγραμμα διακυβέρνησης.

Γιατί οι ενδιάμεσες εκλογές είναι κρίσιμες

Στις 3 Νοεμβρίου, οι Αμερικανοί καλούνται να ανανεώσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και μέρος της Γερουσίας. Οι ενδιάμεσες εκλογές συχνά λειτουργούν ως πολιτική αξιολόγηση του εκάστοτε προέδρου. Ωστόσο, η έκβασή τους δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τη δημοτικότητά του. Η γεωγραφική κατανομή των ψηφοφόρων, η ποιότητα των υποψηφίων, η συμμετοχή, οι τοπικές προτεραιότητες και τα χαρακτηριστικά κάθε εκλογικής περιφέρειας επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα.

Η σημερινή δημοσκόπηση δεν επιτρέπει ασφαλή πρόβλεψη για το ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο μετά τις εκλογές. Αναδεικνύει, όμως, μια πιθανή αδυναμία των Ρεπουμπλικανών σε ένα ζήτημα που έχει μεγάλη σημασία για την εκλογική συμπεριφορά: την οικονομική ασφάλεια. Εάν η οικονομική δυσαρέσκεια οδηγήσει σε υψηλότερη συμμετοχή ψηφοφόρων που επιθυμούν πολιτική αλλαγή, μπορεί να ενισχύσει τους Δημοκρατικούς σε ανταγωνιστικές περιφέρειες.

Εάν, αντίθετα, η δυσπιστία προς τα δύο κόμματα ενισχύσει την αποχή, το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί περισσότερο από την οργανωτική ικανότητα κινητοποίησης των κομματικών βάσεων. Αυτή η αβεβαιότητα είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ερμηνεία των δημοσκοπήσεων.

Η αμερικανική οικονομία δεν είναι το ίδιο πράγμα με την οικονομική εμπιστοσύνη

Υπάρχει μια τελευταία διάκριση που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση. Η αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής ενός προέδρου δεν αποτελεί πλήρη μέτρηση της αντικειμενικής κατάστασης της οικονομίας. Οι οικονομικές επιδόσεις πρέπει να αξιολογούνται με στοιχεία για την πραγματική ανάπτυξη, την απασχόληση, την παραγωγικότητα, τους πραγματικούς μισθούς, τις επενδύσεις και τα δημόσια οικονομικά. Οι δημοσκοπήσεις μετρούν κάτι διαφορετικό: την αντίληψη των πολιτών για αυτές τις επιδόσεις και για την ευθύνη της κυβέρνησης.

Οι δύο εικόνες συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Μια οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, ενώ μεγάλο μέρος των πολιτών αισθάνεται οικονομική ανασφάλεια. Μπορεί επίσης να εμφανίζει βελτίωση σε ορισμένους δείκτες, χωρίς τα οφέλη να κατανέμονται ομοιόμορφα. Γι' αυτό η πολιτική ανάλυση χρειάζεται να εξετάζει όχι μόνο το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα, αλλά και την εμπειρία διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Η νέα δημοσκόπηση είναι χρήσιμη ακριβώς επειδή φωτίζει μια τέτοια ομάδα, της οποίας οι απόψεις συχνά δεν αποτυπώνονται με επαρκή λεπτομέρεια στις γενικές έρευνες.

Το πραγματικό διακύβευμα

Η οικονομική πολιτική του Τραμπ βασίζεται σε μια ισχυρή πολιτική υπόσχεση: ότι η προστασία της αμερικανικής παραγωγής, η αυστηρότερη εμπορική πολιτική και η προτεραιότητα στα εθνικά οικονομικά συμφέροντα θα βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο των Αμερικανών. Η υπόσχεση αυτή δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με βάση τις προθέσεις της. Πρέπει να κριθεί από τα αποτελέσματα. Από την αύξηση της παραγωγικότητας. Από την εξέλιξη των πραγματικών εισοδημάτων. Από το κόστος των βασικών αγαθών. Από την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Και από το κατά πόσο οι πολιτικές που εφαρμόζονται δημιουργούν περισσότερη οικονομική ευημερία από το κόστος που επιβάλλουν.

Η δημοσκόπηση AP-NORC/AAPI Data δεν αποδεικνύει ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα χάσουν τις εκλογές. Δείχνει όμως ότι, σε μια σημαντική πληθυσμιακή ομάδα, το οικονομικό αφήγημα του προέδρου έχει υποστεί σοβαρή φθορά. Και η πανεθνική έρευνα του Οκτωβρίου υποδηλώνει ότι το πρόβλημα είναι ευρύτερο. Οι Δημοκρατικοί έχουν την ευκαιρία να επωφεληθούν πολιτικά. Δεν έχουν, ωστόσο, εξασφαλίσει ότι οι ψηφοφόροι τους εμπιστεύονται πραγματικά για την επίλυση των οικονομικών προβλημάτων. Αυτό είναι ίσως το ουσιαστικότερο συμπέρασμα.

Η οικονομική δυσαρέσκεια μπορεί να αποδυναμώσει μια κυβέρνηση. Αλλά μόνο μια πειστική εναλλακτική πρόταση μπορεί να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε διαρκή πολιτική εμπιστοσύνη. Και για τον Ντόναλντ Τραμπ, το πρόβλημα είναι πλέον ιδιαίτερα σοβαρό: κινδυνεύει να χάσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων ακριβώς στο πεδίο όπου είχε υποσχεθεί ότι θα ήταν ισχυρότερος.

Add comment

Comments

There are no comments yet.