Η στήριξη μιας Δημοκρατικής βουλευτού στον Ρεπουμπλικανό αντίπαλο του υποψηφίου του ίδιου της του κόμματος προκαλεί πολιτικό σεισμό στις ΗΠΑ. Η υπόθεση του Μίσιγκαν ξεπερνά μια προσωπική αντιπαράθεση: αποκαλύπτει τη βαθιά σύγκρουση ανάμεσα στην παραδοσιακή ηγεσία των Δημοκρατικών και στη νέα αριστερή πτέρυγα.

Από την Αληκτώ | Συντακτική ομάδα Greece2Day
Λίγες ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών, το Δημοκρατικό Κόμμα βρίσκεται αντιμέτωπο με μια εξέλιξη που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτικά αδιανόητη. Η Χέιλι Στίβενς, Δημοκρατική βουλευτής του Μίσιγκαν και μέχρι πρόσφατα διεκδικήτρια του χρίσματος του κόμματός της για τη Γερουσία, ανακοίνωσε ότι υποστηρίζει τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς. Όχι επειδή αποχώρησε επισήμως από το Δημοκρατικό Κόμμα. Ούτε επειδή πρόκειται για μια αναμέτρηση χωρίς πολιτική σημασία. Ακριβώς το αντίθετο.
Ο Ρότζερς είναι ο υποψήφιος που υποστηρίζει ο Ντόναλντ Τραμπ. Αντίπαλός του είναι ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, ο αριστερός Δημοκρατικός που νίκησε τη Στίβενς στις εσωκομματικές εκλογές του Αυγούστου. Και η συγκεκριμένη έδρα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκλογικές αναμετρήσεις για τον έλεγχο της αμερικανικής Γερουσίας. Η εικόνα της Στίβενς να εμφανίζεται δίπλα στον Ρότζερς σε εκκλησία του Ντιτρόιτ, την Κυριακή 1 Νοεμβρίου, ενώ οι Δημοκρατικοί προσπαθούσαν να παρουσιάσουν ενιαίο μέτωπο, συμβολίζει μια κρίση που υπερβαίνει κατά πολύ το Μίσιγκαν.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν το Δημοκρατικό Κόμμα μπορεί να διατηρήσει ενωμένο ένα εκλογικό σώμα του οποίου οι διαφορετικές πτέρυγες διαφωνούν πλέον όχι μόνο για την πολιτική στρατηγική, αλλά και για βασικά ζητήματα ταυτότητας, εξωτερικής πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.
Η πολιτική ανατροπή που κανείς δεν περίμενε
Η ιστορία ξεκινά στις εσωκομματικές εκλογές του Αυγούστου. Η Χέιλι Στίβενς εκπροσωπούσε την πιο παραδοσιακή, μετριοπαθή πτέρυγα των Δημοκρατικών. Διατηρούσε στενές σχέσεις με την κομματική ηγεσία, είχε ισχυρή παρουσία σε προαστιακές εκλογικές περιφέρειες και υποστήριζε μια πολιτική στρατηγική βασισμένη στη διεύρυνση προς το κέντρο. Απέναντί της βρέθηκε ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, γιατρός δημόσιας υγείας και πρώην επικεφαλής της υπηρεσίας υγείας του Ντιτρόιτ, με σαφώς αριστερό πολιτικό πρόγραμμα. Ο Ελ-Σαγιέντ επικράτησε με μικρή διαφορά, περίπου μίας ποσοστιαίας μονάδας, ανατρέποντας τις προσδοκίες της κομματικής ηγεσίας.
Αρχικά, η Στίβενς δήλωσε ότι θα υποστήριζε τον νικητή. Όμως οι διαφωνίες δεν ξεπεράστηκαν. Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε όταν η Στίβενς απαίτησε από τον Ελ-Σαγιέντ να καταδικάσει μια διαφήμιση ανεξάρτητης αριστερής οργάνωσης, η οποία συνέδεε την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ με το αυξημένο κόστος των τροφίμων. Η Στίβενς χαρακτήρισε το περιεχόμενο της διαφήμισης αντισημιτικό. Ο Ελ-Σαγιέντ απάντησε ότι η καμπάνια του δεν είχε δημιουργήσει τη διαφήμιση και ότι ο ίδιος διαφωνούσε με το περιεχόμενό της. Η διαφωνία οδήγησε στην ακύρωση μιας προγραμματισμένης κοινής εμφάνισης. Η Στίβενς υποστήριξε ότι δεν ήταν πλέον ευπρόσδεκτη στην εκστρατεία του Ελ-Σαγιέντ και ανακοίνωσε τη στήριξή της στον Ρότζερς.
Η απόφασή της προκάλεσε οργή στο Δημοκρατικό Κόμμα. Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, την καταδίκασε, ενώ συνεργάτες της βουλευτού παραιτήθηκαν. Για την ηγεσία των Δημοκρατικών, το πρόβλημα δεν ήταν απλώς η διαφωνία μεταξύ δύο υποψηφίων. Ήταν ότι μια εσωκομματική σύγκρουση μετατράπηκε σε ανοιχτή υποστήριξη προς τον πολιτικό αντίπαλο, λίγες ώρες πριν από μια εκλογική αναμέτρηση εθνικής σημασίας.
Το Μίσιγκαν δεν είναι μια συνηθισμένη πολιτεία
Για να κατανοήσει κανείς τη σημασία της σύγκρουσης, πρέπει πρώτα να κατανοήσει το Μίσιγκαν. Πρόκειται για μία από τις ιστορικές βιομηχανικές πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών, με επίκεντρο την αυτοκινητοβιομηχανία, τα εργατικά συνδικάτα και τη μεταποίηση. Η πολιτική της ταυτότητα διαμορφώθηκε από την άνοδο της αμερικανικής βιομηχανίας, αλλά και από τις συνέπειες της αποβιομηχάνισης, της μεταφοράς παραγωγής στο εξωτερικό και των διαδοχικών οικονομικών κρίσεων. Παράλληλα, το Μίσιγκαν διαθέτει σημαντικές αραβοαμερικανικές και μουσουλμανικές κοινότητες, ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή του Ντιτρόιτ, καθώς και ισχυρές εβραϊκές κοινότητες.
Αυτό καθιστά την πολιτεία ένα ιδιαίτερα σύνθετο εκλογικό πεδίο. Η πολιτική για το Ισραήλ και την Παλαιστίνη δεν αποτελεί απλώς ζήτημα εξωτερικής πολιτικής. Επηρεάζει άμεσα τις σχέσεις του Δημοκρατικού Κόμματος με διαφορετικές κοινότητες που παραδοσιακά αποτελούν μέρος της εκλογικής του συμμαχίας. Η αντιπαράθεση Στίβενς–Ελ-Σαγιέντ φέρνει στην επιφάνεια αυτές τις αντιφάσεις. Αλλά η σημασία του Μίσιγκαν είναι και κοινοβουλευτική. Η έδρα που διεκδικούν ο Ελ-Σαγιέντ και ο Ρότζερς ανήκει σήμερα στους Δημοκρατικούς και μένει κενή λόγω της αποχώρησης του γερουσιαστή Γκάρι Πίτερς.
Για τους Δημοκρατικούς, η διατήρησή της είναι απαραίτητη εάν θέλουν να ανακτήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας. Μια απώλεια στο Μίσιγκαν θα τους ανάγκαζε να αναζητήσουν ακόμη περισσότερες νίκες σε πολιτείες που σήμερα ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικανούς.
Τι δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις
Παρά τη μεγάλη δημοσιότητα της εσωκομματικής ρήξης, τα τελευταία δημοσκοπικά στοιχεία δείχνουν προβάδισμα του Δημοκρατικού υποψηφίου.
Η διαφορά των 11 ποσοστιαίων μονάδων αποτελεί σημαντικό προβάδισμα. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία. Η δημοσκόπηση διεξήχθη εν μέρει πριν από τη δημόσια ανακοίνωση της στήριξης Στίβενς στον Ρότζερς. Επομένως, δεν μετρά πλήρως την ενδεχόμενη επίδραση της τελευταίας εξέλιξης. Επιπλέον, η δημοσκοπική πρόθεση ψήφου δεν αποτελεί πρόβλεψη του τελικού αποτελέσματος. Η πολιτική σημασία της κίνησης Στίβενς δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το αν θα αλλάξει τον νικητή. Ακόμη και εάν ο Ελ-Σαγιέντ επικρατήσει, η υπόθεση θα έχει αποκαλύψει ένα σοβαρό πρόβλημα κομματικής συνοχής.
Αντίθετα, εάν χάσει, η συζήτηση για το ποια πτέρυγα ευθύνεται θα μπορούσε να κυριαρχήσει στο Δημοκρατικό Κόμμα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Παραδοσιακοί Δημοκρατικοί εναντίον Αριστεράς
Η σύγκρουση στο Μίσιγκαν αποτυπώνει δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον του Δημοκρατικού Κόμματος.
Η παραδοσιακή ηγεσία θεωρεί ότι οι εκλογές κερδίζονται στο πολιτικό κέντρο. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι Δημοκρατικοί πρέπει να προσελκύσουν μετριοπαθείς ψηφοφόρους, προαστιακές οικογένειες, επιχειρηματικά στελέχη και ανεξάρτητους που ενδέχεται να απορρίπτουν τον Τραμπ αλλά δεν ταυτίζονται με ριζοσπαστικές οικονομικές προτάσεις. Η αριστερή πτέρυγα αμφισβητεί αυτή τη στρατηγική. Υποστηρίζει ότι η προσπάθεια διαρκούς μετακίνησης προς το κέντρο έχει αποδυναμώσει την πολιτική ταυτότητα των Δημοκρατικών, ιδιαίτερα στα ζητήματα οικονομικής ανισότητας, στέγασης, υγειονομικής περίθαλψης και εταιρικής ισχύος.
Κατά την αντίληψή της, το κόμμα δεν χρειάζεται απλώς να πείσει περισσότερους μετριοπαθείς ψηφοφόρους. Χρειάζεται να κινητοποιήσει ανθρώπους που αισθάνονται ότι κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν εκπροσωπεί τα οικονομικά τους συμφέροντα. Το Μίσιγκαν αποτελεί ένα πραγματικό τεστ αυτών των δύο στρατηγικών.
Οι Democratic Socialists of America: Ποιοι είναι και πώς διαφέρουν από τους παραδοσιακούς Δημοκρατικούς
Η άνοδος της αρισετράς πτέρυγας συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τους Democratic Socialists of America (DSA), μια πολιτική οργάνωση που δραστηριοποιείται κυρίως μέσα από τοπικά δίκτυα, κοινωνικά κινήματα και εκλογικές καμπάνιες. Οι DSA απέκτησαν μεγαλύτερη δημόσια επιρροή μετά την εκστρατεία του Μπέρνι Σάντερς το 2016 και την εκλογική άνοδο πολιτικών όπως η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές και ο Ζόραν Μαμντάνι. Η βασική τους διαφορά από την παραδοσιακή πτέρυγα των Δημοκρατικών δεν αφορά μόνο το ύψος των κοινωνικών δαπανών. Αφορά τον ίδιο τον ρόλο της οικονομικής εξουσίας.
Οι DSA επιδιώκουν ευρύτερη κοινωνική και δημοκρατική επιρροή πάνω σε κρίσιμους οικονομικούς τομείς, ισχυρότερα συνδικάτα, δημόσιες υπηρεσίες και περιορισμό της ισχύος μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Αντίθετα, οι παραδοσιακοί Δημοκρατικοί επιδιώκουν συνήθως τη μεταρρύθμιση της οικονομίας της αγοράς μέσω φορολογίας, ρυθμίσεων, κοινωνικών προγραμμάτων και δημόσιων επενδύσεων. Η διαφορά είναι σημαντική, αλλά δεν πρέπει να υπεραπλουστεύεται. Δεν είναι κάθε προοδευτικός Δημοκρατικός μέλος των DSA. Ούτε κάθε πολιτικός που υποστηρίζει καθολική υγειονομική κάλυψη ή υψηλότερη φορολόγηση των πλουσίων αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλιστής. Ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ δεν είναι μέλος των DSA και δεν αυτοπροσδιορίζεται ως δημοκρατικός σοσιαλιστής.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο CBS περιέγραψε τον εαυτό του ως υποστηρικτή του καπιταλισμού, αλλά ενός καπιταλισμού που πρέπει να αντιμετωπίζει τα μονοπώλια και τις ολιγοπωλιακές αγορές. Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Ο Ελ-Σαγιέντ εκπροσωπεί μια νέα κατηγορία προοδευτικών υποψηφίων που υιοθετούν σημαντικό μέρος της οικονομικής ατζέντας της αμερικανικής Αριστεράς, χωρίς να αποδέχονται απαραίτητα τη σοσιαλιστική ταυτότητα. Στην πράξη, η προοδευτική συμμαχία είναι ευρύτερη από τους DSA. Περιλαμβάνει συνδικαλιστές, νεότερους ψηφοφόρους, κοινωνικά κινήματα, προοδευτικούς φιλελεύθερους και πολιτικούς που θεωρούν ότι η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες της αμερικανικής κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Η οικονομική ατζέντα του Ελ-Σαγιέντ: Περισσότερο από μια διαμάχη για το Ισραήλ
Η δημοσιότητα γύρω από την αντιπαράθεση για το Ισραήλ κινδυνεύει να αποκρύψει τις ουσιαστικές οικονομικές διαφορές των δύο υποψηφίων. Ο Ελ-Σαγιέντ υποστηρίζει καθολική υγειονομική κάλυψη, υψηλότερη φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων και ισχυρότερη αντιμετώπιση των μονοπωλίων. Έχει επίσης αναδείξει την τεχνητή νοημοσύνη σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Σε συνέντευξή του στο CBS υποστήριξε ότι οι εργαζόμενοι ανησυχούν για το ενδεχόμενο οι επενδύσεις στην AI να μειώσουν τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας, ενώ οι τοπικές κοινωνίες εκφράζουν επιφυλάξεις για το ενεργειακό και υδατικό κόστος των data centers. Προτείνει αυστηρότερη ομοσπονδιακή εποπτεία της τεχνητής νοημοσύνης, ακόμη και προσωρινή αναστολή ορισμένων προηγμένων ερευνητικών δραστηριοτήτων που θεωρεί ιδιαίτερα επικίνδυνες.
Πρόκειται για μια πολιτική προσέγγιση που διαφοροποιείται από το παραδοσιακό φιλοτεχνολογικό αφήγημα των Δημοκρατικών. Για δεκαετίες, μεγάλο μέρος του κόμματος αντιμετώπιζε τη Silicon Valley ως βασική πηγή καινοτομίας, ανάπτυξης και νέων θέσεων εργασίας. Η νέα αριστερή πτέρυγα αναρωτιέται εάν η τεχνολογική ανάπτυξη μεταφράζεται αυτομάτως σε ευημερία για τους εργαζομένους. Η πολιτική σύγκρουση μεταφέρεται έτσι από το παραδοσιακό δίλημμα κράτους και αγοράς σε ένα νέο πεδίο: ποιος θα καρπωθεί τα οικονομικά οφέλη της τεχνολογικής επανάστασης;
Το Ισραήλ ως διαχωριστική γραμμή του Δημοκρατικού Κόμματος
Η αντιπαράθεση για το Ισραήλ δεν είναι μια δευτερεύουσα διαφωνία. Αφορά τη διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και τις σχέσεις του Δημοκρατικού Κόμματος με διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Η Στίβενς αποτελεί σταθερή υποστηρίκτρια της στρατηγικής σχέσης ΗΠΑ–Ισραήλ. Ο Ελ-Σαγιέντ, αντίθετα, υποστηρίζει την επιβολή περιορισμών στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ και έχει ασκήσει ιδιαίτερα σκληρή κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση για τον πόλεμο στη Γάζα. Η διαφωνία αυτή έχει μεταφερθεί και στο πεδίο της πολιτικής χρηματοδότησης.
Κατά τις εσωκομματικές εκλογές, οργανώσεις που υποστηρίζουν το Ισραήλ χρηματοδότησαν σημαντικές ανεξάρτητες διαφημιστικές εκστρατείες υπέρ της Στίβενς. Για την προοδευτική πτέρυγα, η χρηματοδότηση αυτή αποτελεί παράδειγμα της επιρροής οργανωμένων οικονομικών συμφερόντων στην επιλογή υποψηφίων. Για τους υποστηρικτές της Στίβενς, η διατήρηση ισχυρών σχέσεων με το Ισραήλ αποτελεί ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας και πολιτικής συνέπειας. Υπάρχει, όμως, και μια τρίτη διάσταση: η ανάγκη να αντιμετωπίζονται σοβαρά οι καταγγελίες αντισημιτισμού, χωρίς να συγχέεται αυτομάτως η κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση με την προκατάληψη απέναντι στους Εβραίους.
Αντίστοιχα, οι επιθέσεις που αμφισβητούν την αμερικανική αφοσίωση του Ελ-Σαγιέντ λόγω της μουσουλμανικής του ταυτότητας δεν αποτελούν θεμιτή πολιτική κριτική. Η αντιπαράθεση έχει αποκτήσει τέτοια ένταση ώστε να καθιστά δυσκολότερη ακόμη και τη στοιχειώδη εκλογική συνεργασία μεταξύ πολιτικών του ίδιου κόμματος.
Η πολιτική χρηματοδότηση και το πρόβλημα της κομματικής εξάρτησης
Η αναμέτρηση του Μίσιγκαν αναδεικνύει επίσης έναν σημαντικό παράγοντα της αμερικανικής πολιτικής: τη χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών. Οι εσωκομματικές εκλογές των Δημοκρατικών χαρακτηρίστηκαν από σημαντικές ανεξάρτητες δαπάνες οργανώσεων που υποστήριζαν διαφορετικούς υποψηφίους. Ο Ελ-Σαγιέντ επιχείρησε να παρουσιάσει την υποψηφιότητά του ως εναλλακτική απέναντι στην πολιτική εξάρτηση από μεγάλους δωρητές. Η Στίβενς στηρίχθηκε περισσότερο σε παραδοσιακά δίκτυα κομματικής και πολιτικής χρηματοδότησης. Η αντιπαράθεση αυτή έχει ευρύτερη σημασία.
Στις ΗΠΑ, η πολιτική χρηματοδότηση δεν επηρεάζει μόνο τη δυνατότητα ενός υποψηφίου να αγοράζει διαφημιστικό χρόνο. Επηρεάζει και το ποιοι υποψήφιοι θεωρούνται εκλόγιμοι, ποιοι αποκτούν πρόσβαση σε ισχυρά δίκτυα υποστήριξης και ποια πολιτικά ζητήματα προβάλλονται περισσότερο. Η οικονομική ισχύς δεν καθορίζει μηχανικά το αποτέλεσμα μιας εκλογής. Μπορεί, όμως, να διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση.
Ο Ρεπουμπλικανός Μάικ Ρότζερς και η ευκαιρία του Τραμπ
Για τον Μάικ Ρότζερς, η δημόσια υποστήριξη της Στίβενς αποτελεί σημαντική πολιτική ευκαιρία. Ο Ρότζερς, πρώην βουλευτής και πρώην πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Βουλής των Αντιπροσώπων, επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό του ως υποψήφιο που μπορεί να προσελκύσει όχι μόνο Ρεπουμπλικανούς, αλλά και μετριοπαθείς Δημοκρατικούς. Η υποστήριξη μιας εν ενεργεία Δημοκρατικής βουλευτού ενισχύει αυτή την αφήγηση. Ωστόσο, ο Ρότζερς αντιμετωπίζει και ο ίδιος δυσκολίες. Η στενή πολιτική του σύνδεση με τον Τραμπ μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά μεταξύ ψηφοφόρων που δυσανασχετούν με την οικονομική κατάσταση και τις επιλογές της κυβέρνησης.
Επιπλέον, η τελευταία δημοσκόπηση NYT/Siena δείχνει ότι ο Ελ-Σαγιέντ διαθέτει σημαντικό προβάδισμα. Η κίνηση Στίβενς ενδέχεται επομένως να έχει δύο αντίθετες επιπτώσεις. Από τη μία πλευρά, μπορεί να δώσει στον Ρότζερς πρόσθετη αξιοπιστία μεταξύ μετριοπαθών ψηφοφόρων. Από την άλλη, μπορεί να συσπειρώσει τους προοδευτικούς ψηφοφόρους υπέρ του Ελ-Σαγιέντ. Σύμφωνα με το Reuters, η εκστρατεία του Δημοκρατικού υποψηφίου ανακοίνωσε ότι συγκέντρωσε $1,2 εκατ. μέσα σε τέσσερις ώρες μετά τη δημόσια υποστήριξη της Στίβενς στον Ρότζερς.
Η πολιτική αντίδραση, επομένως, δεν είναι μονοσήμαντη.
Η σημασία του αποτελέσματος θα είναι μεγαλύτερη από την τύχη μιας μεμονωμένης έδρας. Εάν ο Ελ-Σαγιέντ κερδίσει, η αριστερή πτέρυγα θα αποκτήσει ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της εκλογικής της στρατηγικής. Εάν χάσει, οι παραδοσιακοί Δημοκρατικοί θα υποστηρίξουν πιθανότατα ότι οι πιο ριζοσπαστικές πολιτικές θέσεις δυσκολεύουν την προσέλκυση του κεντρώου εκλογικού σώματος. Από την άλλη, οι αριστεροί θα μπορούν να επισημάνουν ότι η ανοιχτή υπονόμευση ενός υποψηφίου από στελέχη του ίδιου του κόμματος αποτελεί από μόνη της παράγοντα εκλογικής αποδυνάμωσης.
Αυτό ακριβώς καθιστά την υπόθεση τόσο εκρηκτική: κάθε πλευρά διαθέτει ήδη μια διαφορετική ερμηνεία για το τι θα σημαίνει το τελικό αποτέλεσμα.
Το μεγαλύτερο ερώτημα: Μπορούν οι Δημοκρατικοί να οικοδομήσουν μια νέα κοινωνική συμμαχία;
Πίσω από τη σύγκρουση για το Ισραήλ, τις εκλογικές δωρεές και τη στρατηγική απέναντι στον Τραμπ βρίσκεται ένα ακόμη βαθύτερο πρόβλημα. Το Δημοκρατικό Κόμμα προσπαθεί να εκπροσωπήσει κοινωνικές ομάδες με διαφορετικές οικονομικές και πολιτισμικές προτεραιότητες. Περιλαμβάνει μορφωμένους επαγγελματίες των μεγάλων πόλεων, συνδικαλισμένους εργαζομένους, μειονοτικές κοινότητες, προοδευτικούς νέους και μετριοπαθείς ψηφοφόρους των προαστίων. Η διατήρηση αυτής της συμμαχίας γίνεται δυσκολότερη όταν οι κοινωνικές και γεωπολιτικές διαφωνίες αποκτούν χαρακτήρα ηθικής σύγκρουσης.
Η αρστερή πτέρυγα θεωρεί ότι η απάντηση βρίσκεται σε μια ισχυρότερη οικονομική ατζέντα: φθηνότερη στέγαση, υγειονομική περίθαλψη, υψηλότερους μισθούς και περιορισμό της ισχύος των μεγάλων επιχειρήσεων. Η παραδοσιακή ηγεσία φοβάται ότι ορισμένες αριστερές θέσεις, ιδιαίτερα σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και κοινωνικής ταυτότητας, μπορούν να απομακρύνουν κρίσιμους μετριοπαθείς ψηφοφόρους. Και οι δύο προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν πραγματικές δυσκολίες. Η μετακίνηση προς το κέντρο μπορεί να διευρύνει την απήχηση σε ορισμένες ομάδες, αλλά να αποθαρρύνει τη συμμετοχή άλλων.
Η μετακίνηση προς τα αριστερά μπορεί να κινητοποιήσει νέους και οικονομικά δυσαρεστημένους ψηφοφόρους, αλλά να δημιουργήσει αντιστάσεις σε πιο συντηρητικές κοινωνικές ομάδες. Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει μόνο από ιδεολογικές διακηρύξεις. Θα κριθεί από τη δυνατότητα κάθε στρατηγικής να δημιουργήσει πραγματικές εκλογικές πλειοψηφίες.
Εν κατακλείδι: Το Μίσιγκαν είναι μια προειδοποίηση για το μέλλον των Δημοκρατικών
Η απόφαση της Χέιλι Στίβενς να υποστηρίξει τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς αποτελεί μια από τις πιο ασυνήθιστες πολιτικές εξελίξεις των φετινών αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών. Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για μια προσωπική σύγκρουση. Αποκαλύπτει τη δυσκολία του Δημοκρατικού Κόμματος να συνδυάσει την παραδοσιακή πολιτική του ηγεσία με μια νέα γενιά αριστερών υποψηφίων που αμφισβητούν τις οικονομικές και γεωπολιτικές του επιλογές. Η σύγκρουση αυτή δεν περιορίζεται στο Μίσιγκαν.
Εκφράζει μια ευρύτερη αναζήτηση πολιτικής ταυτότητας σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια, η τεχνολογική αλλαγή, οι κοινωνικές ανισότητες και οι διεθνείς συγκρούσεις μεταβάλλουν τις προτεραιότητες των Αμερικανών ψηφοφόρων. Οι Democratic Socialists of America αποτελούν έναν από τους σημαντικούς παράγοντες αυτής της αναδιάταξης, χωρίς να ταυτίζονται με το σύνολο της αριστερής πτέρυγας. Ο Ελ-Σαγιέντ, παρότι δεν είναι μέλος τους, εκφράζει μέρος της ίδιας πολιτικής δυναμικής.
Η εκλογική του αναμέτρηση με τον Ρότζερς θα προσφέρει ένα σημαντικό, αν και όχι οριστικό, τεστ για την απήχηση αυτής της νέας πολιτικής πρότασης. Το πραγματικό δίλημμα των Δημοκρατικών δεν είναι απλώς εάν πρέπει να μετακινηθούν προς το κέντρο ή προς τα αριστερά. Είναι εάν μπορούν να διαμορφώσουν μια κοινή οικονομική και πολιτική πρόταση που να ενώνει τις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες τους χωρίς να ακυρώνει τις βασικές τους διαφωνίες. Αν δεν το καταφέρουν, η υπόθεση του Μίσιγκαν ενδέχεται να αποδειχθεί όχι μια μεμονωμένη εκλογική παραφωνία, αλλά προειδοποίηση για τις μελλοντικές συγκρούσεις στο εσωτερικό του κόμματος.


Add comment
Comments