Όταν ο γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, διεκδίκησε για πρώτη φορά το χρίσμα των Δημοκρατικών το 2016 αυτοπροσδιοριζόμενος ως "δημοκρατικός σοσιαλιστής", αρκετά στελέχη του κόμματος πίστεψαν ότι επρόκειτο για μια παροδική πολιτική τάση.
Δέκα χρόνια αργότερα, η πραγματικότητα τους διαψεύδει.
Οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής (Democratic Socialists of America – DSA) όχι μόνο εξακολουθούν να αναπτύσσονται, αλλά διεκδικούν πλέον ενεργά την πολιτική ηγεμονία στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος.
Με περισσότερα από 100.000 μέλη, συνεχείς επιτυχίες σε τοπικές εκλογές και πρόσφατες νίκες σε σημαντικές προκριματικές αναμετρήσεις στη Νέα Υόρκη και το Κολοράντο, η επιρροή τους προκαλεί ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία στην παραδοσιακή κομματική ηγεσία.
Η άνοδος των DSA ανησυχεί το κατεστημένο των Δημοκρατικών
Παρότι η εκλογική τους επιρροή εξακολουθεί να περιορίζεται κυρίως σε μεγάλες αστικές και προοδευτικές περιοχές, οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές έχουν θέσει ως στρατηγικό στόχο να μετατραπούν σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη μέσα στο κόμμα.
Το νέο πολιτικό τους πρόγραμμα, το οποίο αναμένεται να παρουσιαστεί επίσημα στο συνέδριο "Socialists Summit", περιλαμβάνει ιδιαίτερα ριζοσπαστικές προτάσεις.
Μεταξύ άλλων προβλέπει:
- δραστική περικοπή της χρηματοδότησης του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας,
- κατάργηση των σωφρονιστικών θεσμών όπως λειτουργούν σήμερα,
- ριζική αναθεώρηση των θεσμών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης,
- αντικατάσταση του σημερινού Συντάγματος με νέο καταστατικό χάρτη.
Οι θέσεις αυτές θεωρούνται από πολλούς πολιτικούς αναλυτές εξαιρετικά δύσκολο να υποστηριχθούν σε εκλογικές περιφέρειες που κρίνουν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο και στον Λευκό Οίκο.
Οι Ρεπουμπλικάνοι βλέπουν πολιτικό δώρο
Στελέχη των Δημοκρατικών εκφράζουν τον φόβο ότι κάθε ακραία δήλωση υποψηφίου που συνδέεται με τους DSA θα χρησιμοποιείται από τους Ρεπουμπλικάνους εναντίον ολόκληρου του κόμματος.
Η εμπειρία του 2020 θεωρείται χαρακτηριστική.
Παρότι ελάχιστοι Δημοκρατικοί υποψήφιοι είχαν υιοθετήσει το σύνθημα "Defund the Police", αυτό χρησιμοποιήθηκε εκτενώς στις προεκλογικές εκστρατείες των Ρεπουμπλικάνων, συμβάλλοντας – σύμφωνα με σχετικές πολιτικές αναλύσεις – στην απώλεια αρκετών εδρών στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Ανάλογος κίνδυνος εκτιμάται ότι υπάρχει και σήμερα, καθώς κάθε νέα πρόταση των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής επίθεσης στις κρίσιμες εκλογικές περιφέρειες.
Αμφισβήτηση και για τη διακυβέρνηση
Οι επικριτές των DSA υποστηρίζουν ότι και όπου εφαρμόστηκαν πολιτικές της ριζοσπαστικής αριστεράς, τα αποτελέσματα υπήρξαν απογοητευτικά.
Συχνά αναφέρονται ως παραδείγματα:
- το Σαν Φρανσίσκο, όπου η αύξηση της εγκληματικότητας και των κλοπών οδήγησε τελικά στην απομάκρυνση του εισαγγελέα και στην εκλογή πιο μετριοπαθούς δημάρχου,
- το Σικάγο, όπου ο δήμαρχος Μπράντον Τζόνσον, που στηρίζεται από τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές του δημοτικού συμβουλίου, εμφανίζει ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας,
- το Σιάτλ, όπου ακόμη και η δημοκρατική σοσιαλίστρια δήμαρχος Κέιτι Γουίλσον έχει ήδη εγκαταλείψει ορισμένες από τις προεκλογικές της δεσμεύσεις, υιοθετώντας αυστηρότερη πολιτική απέναντι στην εγκληματικότητα και τα ανοικτά σημεία διακίνησης ναρκωτικών.
Η πραγματική μάχη βρίσκεται μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα
Περισσότερο όμως από τις ίδιες τις εκλογικές επιδόσεις, αυτό που προκαλεί ανησυχία είναι η στρατηγική των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών να εκτοπίσουν σταδιακά τους παραδοσιακούς υποψηφίους των Δημοκρατικών.
Οι πρόσφατες προκριματικές εκλογές αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Στη Νέα Υόρκη, η Νταριαλίζα Άβιλα Σεβαλιέ επικράτησε του βουλευτή Αντριάνο Εσπαγιάτ, ιστορικής μορφής του ισπανόφωνου Δημοκρατικού χώρου.
Στο Ντένβερ, αντίστοιχα, υποψήφια που στηρίχθηκε από τους DSA νίκησε τη βουλευτή Νταϊάνα ΝτεΓκέτ, μέλος της προοδευτικής πτέρυγας του κόμματος.
Το μήνυμα, σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, είναι σαφές: ακόμη και οι πιο προοδευτικοί Δημοκρατικοί θεωρούνται ανεπαρκώς "καθαροί" ιδεολογικά.
Περιορισμένη απήχηση στην αμερικανική κοινωνία
Παρά τη δυναμική τους στο εσωτερικό του κόμματος, οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στο ευρύτερο εκλογικό σώμα.
Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η εικόνα των DSA παραμένει περισσότερο αρνητική παρά θετική σε εθνικό επίπεδο.
Παράλληλα, οι υποψήφιοί τους εμφανίζουν καλύτερες επιδόσεις σε συνοικίες με νέους, μορφωμένους ψηφοφόρους, αλλά υστερούν στις εργατικές και μεγαλύτερες ηλικιακά κοινότητες, τις οποίες θεωρητικά επιδιώκουν να εκπροσωπήσουν.
Ένα ιστορικό δίλημμα για τους Δημοκρατικούς
Πολλά στελέχη του κόμματος θεωρούν ότι η σημερινή κατάσταση θυμίζει τη μεταπολεμική περίοδο, όταν προσωπικότητες όπως η Έλεανορ Ρούζβελτ, ο Χιούμπερτ Χάμφρεϊ και ο Γουόλτερ Ρόιτερ δημιούργησαν την οργάνωση Americans for Democratic Action, επιδιώκοντας να διαχωρίσουν τον αμερικανικό φιλελευθερισμό από τις πιο ακραίες αριστερές τάσεις της εποχής.
Κατά την άποψη όσων υποστηρίζουν αυτή τη γραμμή, το Δημοκρατικό Κόμμα καλείται σήμερα να επαναλάβει εκείνη τη στρατηγική, χαράσσοντας σαφή όρια απέναντι στη ριζοσπαστική αριστερά.
Οι ενδιάμεσες εκλογές ως κρίσιμο τεστ
Με τις εκλογές του 2026 να πλησιάζουν, η εσωκομματική αυτή σύγκρουση αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές εμφανίζονται περισσότερο οργανωμένοι από ποτέ, ενώ το παραδοσιακό κομματικό κατεστημένο αναζητά τρόπους να περιορίσει την επιρροή τους χωρίς να αποξενώσει το προοδευτικό εκλογικό ακροατήριο.
Το ερώτημα που πλέον κυριαρχεί στην Ουάσιγκτον δεν είναι μόνο ποιος θα επικρατήσει απέναντι στους Ρεπουμπλικάνους, αλλά και ποιος θα καθορίσει την ιδεολογική ταυτότητα του ίδιου του Δημοκρατικού Κόμματος τα επόμενα χρόνια.
Jon Cowan και Matt Bennett (The Washington Post)
Απόδοση/Προσαρμογή: Ν.Χ.
Add comment
Comments