Ισραήλ: Ο Νετανιάχου κέρδισε την πρωτιά, αλλά μπορεί να χάσει την εξουσία – Η αριθμητική της πολιτικής ανατροπής

Published on November 5, 2026 at 8:25 PM

Το Λικούντ αναδείχθηκε πρώτο κόμμα στις ισραηλινές εκλογές, αλλά ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο πρώην  Γκάντι Άιζενκοτ συγκεντρώνει πλέον την υποστήριξη ενός ευρύτερου αντι-Νετανιάχου μετώπου, ενώ η ουδετερότητα ενός υπερορθόδοξου κόμματος ανατρέπει τις παραδοσιακές συμμαχίες.

Από την Κίρκη | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Το παράδοξο των ισραηλινών εκλογών: Πρώτο κόμμα, χωρίς κυβερνητική πλειοψηφία

Οι βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου 2026 στο Ισραήλ δημιούργησαν μια πολιτική κατάσταση που μοιάζει αντιφατική. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κατάφερε να διατηρήσει το Λικούντ στην πρώτη θέση, εξασφαλίζοντας 27 έδρες στην Κνεσέτ. Ωστόσο, ο συνασπισμός των δεξιών, εθνικιστικών και θρησκευτικών κομμάτων που τον στηρίζουν συγκέντρωσε μόλις 53 από τις 120 έδρες.

Για τον σχηματισμό κυβέρνησης απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας απαιτούνται 61 έδρες. Από την άλλη πλευρά, τα τέσσερα βασικά κόμματα της εβραϊκής αντιπολίτευσης, με επικεφαλής τον Γκάντι Άιζενκοτ, διαθέτουν 48 έδρες.

Η καθοριστική μεταβλητή είναι οι δύο αραβικοί πολιτικοί σχηματισμοί, οι οποίοι κατέγραψαν ιστορική επίδοση, εκλέγοντας συνολικά 19 βουλευτές. Έτσι, οι πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται στην παραμονή του Νετανιάχου στην πρωθυπουργία διαθέτουν αριθμητικά 67 έδρες.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αποτελούν ενιαίο κυβερνητικό συνασπισμό.

Οι ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, σχέσεων με τους Παλαιστινίους και θρησκευτικής πολιτικής, καθιστούν δύσκολη τη συγκρότηση μιας λειτουργικής πλειοψηφίας.

Η νέα κοινοβουλευτική αριθμητική

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εξετάσουμε τα επιμέρους κόμματα.

Η σημαντικότερη διαπίστωση είναι ότι ο Νετανιάχου δεν μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση αποκλειστικά με τους παραδοσιακούς συμμάχους του. Αλλά και ο Άιζενκοτ δεν μπορεί να κυβερνήσει χωρίς τη συνεργασία πολιτικών δυνάμεων με τις οποίες υπάρχουν σοβαρές προγραμματικές αντιθέσεις.

Η ήττα του Νετανιάχου σε επίπεδο κοινοβουλευτικών συσχετισμών δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με την απομάκρυνσή του από την εξουσία.

Η 5η Νοεμβρίου αλλάζει τις ισορροπίες

Η σημερινή ημέρα προσέθεσε μια καθοριστική εξέλιξη στην πολιτική κρίση. Ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτσογκ, συνεχίζει τις διαβουλεύσεις με τα κοινοβουλευτικά κόμματα, προκειμένου να αποφασίσει σε ποιον πολιτικό αρχηγό θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

Η απόφασή του αναμένεται έως τις 11 Νοεμβρίου. Στις σημερινές διαβουλεύσεις, δύο αραβικοί πολιτικοί σχηματισμοί, η Ra'am και η Joint List, υποστήριξαν την ανάθεση της εντολής στον Γκάντι Άιζενκοτ. Η επιλογή τους είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι αυξάνει τον αριθμό των βουλευτών που υποστηρίζουν την προσπάθειά του να σχηματίσει κυβέρνηση.

Την ίδια στιγμή, το υπερορθόδοξο κόμμα United Torah Judaism, που διαθέτει επτά έδρες και αποτελούσε επί χρόνια βασικό εταίρο του Νετανιάχου, αρνήθηκε να προτείνει οποιονδήποτε υποψήφιο για την πρωθυπουργία. Η αποχή του από τη διαδικασία υποστήριξης υποψηφίου αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο τη θέση του απερχόμενου κυβερνητικού συνασπισμού.

Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες της Jerusalem Post, η υποστήριξη προς τον Άιζενκοτ φτάνει τις 67 έδρες, ενώ ο Νετανιάχου εμφανίζεται να διαθέτει 46 ρητές συστάσεις μετά την ουδετερότητα του UTJ. Το γεγονός αυτό ενισχύει τις πιθανότητες να λάβει πρώτος την εντολή ο Άιζενκοτ.

Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην υποστήριξη για την ανάθεση εντολής και στην ψήφο εμπιστοσύνης προς μια συγκεκριμένη κυβέρνηση. Ένα κόμμα μπορεί να επιθυμεί να δοθεί στον Άιζενκοτ η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, χωρίς να έχει δεσμευθεί ότι θα συμμετάσχει στον συνασπισμό του ή ότι θα υπερψηφίσει κάθε νομοθετική του πρωτοβουλία.

Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η πολιτική κρίση παραμένει ανοιχτή.

Οι αραβικές ψήφοι γίνονται καθοριστικός παράγοντας εξουσίας

Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη των εκλογών είναι η ενίσχυση της πολιτικής εκπροσώπησης των Αράβων πολιτών του Ισραήλ. Τα δύο αραβικά κόμματα, η Joint List και η Ra'am, εξασφάλισαν συνολικά 19 έδρες, έναντι 10 στην προηγούμενη Κνεσέτ. Η επίδοση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή μπορεί να καθορίσει ποιος θα σχηματίσει κυβέρνηση.

Ωστόσο, τα δύο κόμματα δεν έχουν ταυτόσημες πολιτικές προτεραιότητες. Η Ra'am του Μανσούρ Αμπάς έχει επιδείξει μεγαλύτερη προθυμία να συμμετάσχει σε κυβερνητικές συνεργασίες, με στόχο την εξασφάλιση πόρων και πολιτικών παρεμβάσεων για τις αραβικές κοινότητες.

Η Joint List ακολουθεί διαφορετική πολιτική προσέγγιση και εμφανίζεται περισσότερο διατεθειμένη να προσφέρει εξωτερική κοινοβουλευτική υποστήριξη παρά να ενταχθεί σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό. Το πρόβλημα για τον Άιζενκοτ είναι ότι ορισμένοι από τους εταίρους του, ιδιαίτερα ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν, έχουν αποκλείσει τη συμμετοχή σε κυβέρνηση που εξαρτάται από αραβικά κόμματα.

Ο ίδιος ο Άιζενκοτ είχε επίσης θέσει αυστηρές προϋποθέσεις για την ένταξη οποιουδήποτε κόμματος στην κυβέρνησή του. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αναγνώριση του Ισραήλ ως εβραϊκού και δημοκρατικού κράτους, η υποχρεωτική στρατιωτική ή εθνική υπηρεσία και η αποδοχή της ανάγκης εξάλειψης των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Χαμάς.

Αυτές οι προϋποθέσεις δυσκολεύουν τη συγκρότηση ενός ενιαίου κυβερνητικού σχήματος. Η πολιτική αριθμητική είναι ευνοϊκή για την αντιπολίτευση. Η πολιτική συμβατότητα, όμως, παραμένει αμφίβολη.


Το υπερορθόδοξο κόμμα που μπορεί να κρίνει το αποτέλεσμα

Η στάση του United Torah Judaism αποτελεί τη δεύτερη καθοριστική μεταβλητή. Το κόμμα εκπροσωπεί σημαντικό μέρος της υπερορθόδοξης εβραϊκής κοινότητας και υπήρξε για χρόνια σταθερός σύμμαχος του Νετανιάχου. Η βασική διαφωνία αφορά την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.

Οι υπερορθόδοξοι πολιτικοί σχηματισμοί επιδιώκουν να διατηρήσουν ειδικές εξαιρέσεις από τη στράτευση για σπουδαστές θρησκευτικών σχολών. Αντίθετα, μεγάλα τμήματα της ισραηλινής κοινωνίας θεωρούν ότι η παρατεταμένη στρατιωτική κινητοποίηση καθιστά αναγκαία τη δικαιότερη κατανομή των υποχρεώσεων εθνικής άμυνας.

Το ζήτημα έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τις συγκρούσεις των τελευταίων ετών.
Η άρνηση του UTJ να υποστηρίξει τον Νετανιάχου δεν σημαίνει ότι προσχωρεί στην αντιπολίτευση. Σημαίνει, όμως, ότι το κόμμα διατηρεί ανοικτές τις επιλογές του και μπορεί να χρησιμοποιήσει τις επτά έδρες του ως διαπραγματευτικό εργαλείο.

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ενδεχόμενο είναι η ανοχή μιας κυβέρνησης μειοψηφίας υπό τον Άιζενκοτ.
Εάν οι επτά βουλευτές του UTJ απέχουν από κρίσιμη ψηφοφορία, οι 48 βουλευτές της βασικής αντιπολίτευσης θα μπορούσαν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να υπερισχύσουν των 46 υπολοίπων βουλευτών του μπλοκ Νετανιάχου.

Στο ισραηλινό κοινοβουλευτικό σύστημα, η ανάληψη της εξουσίας δεν απαιτεί πάντοτε 61 θετικές ψήφους, αλλά την προβλεπόμενη πλειοψηφία στην ψηφοφορία εμπιστοσύνης. Πρόκειται για μια πολιτικά ευαίσθητη λύση, η οποία θα εξαρτιόταν από την παρουσία, την αποχή και τη στάση των επιμέρους κομμάτων. 

Τα τέσσερα σενάρια δεν έχουν την ίδια πιθανότητα πραγματοποίησης. Η σημερινή εξέλιξη ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση του Άιζενκοτ, χωρίς να εξασφαλίζει ότι μπορεί να κυβερνήσει.

Ο Νετανιάχου και η αμφισβήτηση των εκλογικών αποτελεσμάτων

Η πολιτική αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κομμάτων. Ο Νετανιάχου έχει αμφισβητήσει πτυχές της εκλογικής διαδικασίας, επικαλούμενος έρευνα για ενδεχόμενες παρατυπίες. Οι αιτιάσεις του επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα στις αραβικές πολιτικές δυνάμεις. Ωστόσο, η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή του Ισραήλ ανακοίνωσε ότι η ακεραιότητα της εκλογικής διαδικασίας δεν έχει τεθεί σε κίνδυνο.

Ο πρόεδρός της, δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νόαμ Σόλμπεργκ, προειδοποίησε ότι η υπονόμευση της εμπιστοσύνης στους εκλογικούς θεσμούς μπορεί να επηρεάσει την ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας. Ο πρόεδρος Χέρτσογκ κάλεσε επίσης τα κόμματα να αναγνωρίσουν την πραγματικότητα του εκλογικού αποτελέσματος και να εργαστούν για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Το ζήτημα έχει ευρύτερη θεσμική σημασία. Σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα, η νομιμοποίηση της κυβέρνησης προκύπτει από τη δυνατότητά της να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου. Η πρωτιά ενός κόμματος δεν δημιουργεί αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στην εξουσία. Αυτή η αρχή βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της ισραηλινής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Οι οικονομικές συνέπειες της πολιτικής αβεβαιότητας

Η κυβερνητική κρίση εξελίσσεται σε μια περίοδο ιδιαίτερα αυξημένων οικονομικών απαιτήσεων για το Ισραήλ. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και η παρατεταμένη κινητοποίηση έχουν επιβαρύνει τις δημόσιες δαπάνες, την αγορά εργασίας και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Σύμφωνα με προεκλογική ανάλυση του Council on Foreign Relations, η οικονομία και το κόστος ζωής αποτελούσαν σημαντικά ζητήματα για τους ψηφοφόρους, παρά την κυριαρχία των θεμάτων εθνικής ασφάλειας. Οι αυξημένες αμυντικές ανάγκες περιορίζουν τον δημοσιονομικό χώρο για κοινωνικές παροχές, υποδομές και παραγωγικές επενδύσεις.

Η αβεβαιότητα γύρω από τον σχηματισμό κυβέρνησης μπορεί να επιβαρύνει την οικονομία μέσω τριών βασικών μηχανισμών.

Πρώτον, καθυστερεί τη λήψη αποφάσεων για τον κρατικό προϋπολογισμό και τις δημοσιονομικές προτεραιότητες.

Δεύτερον, δημιουργεί αβεβαιότητα για τη φορολογική πολιτική, τις δημόσιες επενδύσεις και τις μελλοντικές μεταρρυθμίσεις.

Τρίτον, μπορεί να αυξήσει το πολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου που απαιτούν οι επενδυτές, ιδιαίτερα εάν η κυβερνητική αστάθεια συνδυαστεί με νέα γεωπολιτική ένταση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αλλαγή κυβέρνησης θα προκαλέσει αναγκαστικά αρνητική αντίδραση στις αγορές. Μια σταθερή κυβέρνηση με σαφή δημοσιονομική στρατηγική θα μπορούσε να μειώσει την αβεβαιότητα, ανεξάρτητα από το ποιος θα βρίσκεται στην πρωθυπουργία.

Αντίθετα, μια παρατεταμένη διαδικασία διαπραγματεύσεων ή νέες εκλογές θα μπορούσαν να καθυστερήσουν κρίσιμες οικονομικές αποφάσεις.

Τι μπορεί να αλλάξει στην εξωτερική πολιτική;

Μια ενδεχόμενη κυβέρνηση Άιζενκοτ δεν θα σήμαινε απαραίτητα ριζική ανατροπή της ισραηλινής στρατηγικής ασφάλειας. Ο Άιζενκοτ έχει διατελέσει αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων και διαθέτει ισχυρό στρατιωτικό υπόβαθρο.

Οι θέσεις του για την ασφάλεια του Ισραήλ και την αντιμετώπιση της Χαμάς δεν ταυτίζονται με τις προσεγγίσεις της διεθνούς αριστεράς ή των παλαιστινιακών πολιτικών οργανώσεων. Η πιθανή αλλαγή θα μπορούσε να αφορά περισσότερο τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, τη λειτουργία των θεσμών και τη διαχείριση των διεθνών συμμαχιών.

Ιδιαίτερη σημασία θα είχαν οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η πολιτική απέναντι στο Ιράν, η διαχείριση της Γάζας και οι σχέσεις με τις αραβικές χώρες. Ωστόσο, η πραγματική κατεύθυνση μιας νέας κυβέρνησης θα εξαρτιόταν από τη σύνθεση του συνασπισμού της.

Μια κυβέρνηση που θα στηριζόταν στην ανοχή αραβικών κομμάτων θα αντιμετώπιζε διαφορετικούς πολιτικούς περιορισμούς από έναν συνασπισμό με συμμετοχή δεξιών και θρησκευτικών σχηματισμών. Επομένως, η σύνθεση της κυβέρνησης μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερη από την προσωπική πολιτική ταυτότητα του πρωθυπουργού.

Γιατί η κρίση έχει ιστορική σημασία

Το Ισραήλ έχει βιώσει επανειλημμένες εκλογικές αναμετρήσεις και δυσκολίες σχηματισμού κυβέρνησης. Από το 2019 έως το 2022 πραγματοποιήθηκαν πέντε εθνικές εκλογές, καθώς οι κομματικοί συσχετισμοί δεν επέτρεπαν τη διαμόρφωση σταθερών πλειοψηφιών. Η σημερινή κατάσταση παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με εκείνη την περίοδο.

Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά. Η χώρα αντιμετωπίζει πλέον πολύ μεγαλύτερες προκλήσεις εθνικής ασφάλειας και οικονομικής προσαρμογής. Ταυτόχρονα, η ενίσχυση των αραβικών κομμάτων και η διαφοροποίηση των υπερορθόδοξων σχηματισμών δημιουργούν νέους πολιτικούς συσχετισμούς.

Η εκλογική δύναμη του Νετανιάχου παραμένει σημαντική. Αλλά η δυνατότητά του να συγκροτεί πλειοψηφίες φαίνεται πλέον περισσότερο περιορισμένη. Αυτό μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας ευρύτερης αναδιάταξης του ισραηλινού κομματικού συστήματος.

Εν κατακλείδι: Η εξουσία δεν κρίνεται από την πρωτιά

Η πολιτική κρίση στο Ισραήλ αναδεικνύει μια βασική αρχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: η εκλογική πρωτιά δεν αρκεί για τη διατήρηση της εξουσίας. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εξακολουθεί να ηγείται του μεγαλύτερου κόμματος της Κνεσέτ.

Όμως, η αδυναμία του να συγκεντρώσει 61 έδρες, η ιστορική ενίσχυση των αραβικών κομμάτων και η ουδετερότητα ενός παραδοσιακού υπερορθόδοξου συμμάχου έχουν μεταβάλει την πολιτική εξίσωση.

Ο Γκάντι Άιζενκοτ εμφανίζεται πλέον σε πλεονεκτική θέση για να λάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Το δυσκολότερο μέρος, ωστόσο, αρχίζει μετά την ανάθεση της εντολής.

Θα πρέπει να μετατρέψει μια ετερόκλητη πλειοψηφία κατά του Νετανιάχου σε μια λειτουργική κοινοβουλευτική συμμαχία. Το Ισραήλ μπορεί να βρίσκεται κοντά στο τέλος μιας μακράς περιόδου πολιτικής κυριαρχίας του Νετανιάχου. Δεν είναι όμως ακόμη βέβαιο ότι βρίσκεται κοντά στην αρχή μιας νέας περιόδου κυβερνητικής σταθερότητας.

Η απόφαση του προέδρου Χέρτσογκ και οι διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν θα καθορίσουν εάν η εκλογική ανατροπή θα μετατραπεί σε πραγματική αλλαγή εξουσίας ή σε έναν ακόμη κύκλο πολιτικής αστάθειας.

Rating: 0 stars
0 votes

Add comment

Comments

There are no comments yet.