Βέλγιο: Κυβερνητική κρίση με χρέος 110% του ΑΕΠ – Ο βασιλιάς απορρίπτει την παραίτηση Ντε Βέβερ

Published on November 6, 2026 at 7:59 PM

Ο βασιλιάς Φίλιππος έδωσε νέα προθεσμία στον πρωθυπουργό Μπαρτ Ντε Βέβερ για να διασώσει τον πεντακομματικό κυβερνητικό συνασπισμό. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα δημοσιονομικό πακέτο €10 δισ., το οποίο διχάζει τους κυβερνητικούς εταίρους.

Από τον Δαίδαλο | Συντακτική ομάδα Greece2Day

Ο βασιλιάς δίνει παράταση, αλλά η κρίση παραμένει

Το Βέλγιο απέφυγε, τουλάχιστον προσωρινά, την κατάρρευση της κυβέρνησής του. Την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου, ο βασιλιάς Φίλιππος αρνήθηκε να αποδεχθεί την παραίτηση του πρωθυπουργού Μπαρτ Ντε Βέβερ και ζήτησε την άμεση επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για τον κρατικό προϋπολογισμό.

Ο Ντε Βέβερ είχε υποβάλει την παραίτησή του τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου, μετά την αποτυχία πολύμηνων συνομιλιών μεταξύ των πέντε κομμάτων της κυβερνητικής συμμαχίας. Το βασιλικό παλάτι ανακοίνωσε ότι οι πολιτικοί αρχηγοί δεσμεύθηκαν να επιδιώξουν συμφωνία και να προχωρήσουν σε αμοιβαίες παραχωρήσεις.

Ο πρωθυπουργός καλείται να ενημερώσει εκ νέου τον μονάρχη στις 16 Νοεμβρίου για την πρόοδο των συνομιλιών. Η παρέμβαση του βασιλιά δεν επιλύει τη δημοσιονομική διαφωνία. Προσφέρει πολιτικό χρόνο σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό που δυσκολεύεται να συμβιβάσει διαφορετικές οικονομικές προτεραιότητες. Και ο χρόνος είναι πλέον περιορισμένος.

Η κυβέρνηση πρέπει να συμφωνήσει σε ένα πολυετές πρόγραμμα προσαρμογής, ενώ η κατάρτιση του προϋπολογισμού του 2027 έχει ήδη επηρεαστεί από τις καθυστερήσεις.

Το δημοσιονομικό πρόβλημα των €10 δισ. 

Η καρδιά της πολιτικής κρίσης βρίσκεται σε ένα πακέτο δημοσιονομικών μέτρων ύψους περίπου €10 δισ. Η κυβέρνηση επιδιώκει να περιορίσει το διαρθρωτικό έλλειμμα, να αντισταθμίσει την αύξηση των δαπανών λόγω γήρανσης του πληθυσμού και να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη επιβάρυνση από τους τόκους του δημόσιου χρέους.

Σύμφωνα με ανάλυση της ING, ο στόχος είναι η εξασφάλιση επαναλαμβανόμενων δημοσιονομικών εξοικονομήσεων περίπου €10 δισ. σε ορίζοντα τριετίας, ώστε το έλλειμμα να μειωθεί από περίπου 5% του ΑΕΠ το 2026 προς το 4% το 2029.

Ακόμη και εάν το πρόγραμμα εφαρμοστεί πλήρως, το Βέλγιο δεν θα έχει εξαλείψει το δημοσιονομικό του έλλειμμα. Θα έχει απλώς επιβραδύνει την επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών του. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση.

Τα €10 δισ. ευρώ δεν αποτελούν ένα ταμειακό ποσό που πρέπει να συγκεντρωθεί άπαξ. Αφορούν την επιδιωκόμενη δημοσιονομική βελτίωση μέσω μέτρων με επαναλαμβανόμενη επίδραση. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς να βρεθούν προσωρινά έσοδα.

Είναι να μεταβληθεί μόνιμα η σχέση μεταξύ κρατικών εσόδων και δαπανών.

Το Βέλγιο συγκαταλέγεται στις πλέον υπερχρεωμένες οικονομίες της ευρωζώνης. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μόνο η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία εμφανίζουν υψηλότερο λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ το 2026.

Το σημαντικότερο, όμως, δεν είναι μόνο το ύψος του χρέους. Είναι ο συνδυασμός υψηλού χρέους και μεγάλου ετήσιου ελλείμματος. Μια χώρα μπορεί να διαχειρίζεται σχετικά αποτελεσματικά υψηλό δημόσιο χρέος όταν διαθέτει ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, χαμηλό κόστος χρηματοδότησης και σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα.

Όταν όμως το χρέος είναι ήδη υψηλό και το κράτος συνεχίζει να δανείζεται για να καλύπτει σημαντικές δημοσιονομικές ανάγκες, η σταθεροποίηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ γίνεται δυσκολότερη.

Το Βέλγιο βρίσκεται αντιμέτωπο ακριβώς με αυτή την πρόκληση.

Πέντε κόμματα, πέντε διαφορετικές προτεραιότητες

Η κυβέρνηση Ντε Βέβερ σχηματίστηκε τον Φεβρουάριο του 2025 και στηρίζεται σε μια συμμαχία πέντε κομμάτων, γνωστή ως συνασπισμός "Arizona". Η ονομασία προέρχεται από τα χρώματα των κομμάτων που συγκροτούν τη συμμαχία.

Η κυβερνητική συνεργασία συγκεντρώνει κόμματα που συμφωνούν στην ανάγκη δημοσιονομικής σταθεροποίησης, αλλά διαφωνούν έντονα για τα μέσα επίτευξής της. Το N-VA και το MR υποστηρίζουν μεγαλύτερη έμφαση στον περιορισμό των δημόσιων δαπανών, περιλαμβανομένων παρεμβάσεων στην υγεία και στις κοινωνικές παροχές.

Αντίθετα, το Vooruit και άλλοι κυβερνητικοί εταίροι ζητούν μεγαλύτερη συμβολή των υψηλότερων εισοδημάτων και του πλούτου στα δημόσια έσοδα. Οι διαφωνίες αυτές δεν είναι απλώς τεχνικές. Αντανακλούν διαφορετικές αντιλήψεις για τον ρόλο του κράτους, την αναδιανομή του εισοδήματος και την κατανομή των βαρών της προσαρμογής.

Η σύγκρουση για τον ΦΠΑ και τη φορολόγηση του πλούτου

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία τριβής υπήρξε η πρόταση του Ντε Βέβερ για οριζόντια αύξηση του ΦΠΑ. Σύμφωνα με την ING, η πρόταση θα μπορούσε να αποφέρει περίπου €4 δισ., καλύπτοντας σημαντικό μέρος της επιδιωκόμενης δημοσιονομικής προσαρμογής. Ωστόσο, το φιλελεύθερο MR αντιτάχθηκε στο μέτρο, οδηγώντας τον πρωθυπουργό στην απόσυρσή του.

Η απόφαση δημιούργησε νέο πρόβλημα: η κυβέρνηση έπρεπε πλέον να αναζητήσει ισοδύναμα μέτρα, ενώ οι εταίροι είχαν ήδη θέσει διαφορετικές κόκκινες γραμμές.

Οι σοσιαλδημοκράτες αντιτίθενται σε ορισμένες περικοπές κοινωνικών δαπανών και ζητούν μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση των υψηλών περιουσιών. Οι φιλελεύθεροι απορρίπτουν μέτρα που θεωρούν επιζήμια για την επιχειρηματικότητα και την οικονομική δραστηριότητα.

Η συζήτηση για τον ΦΠΑ έχει και σαφή αναδιανεμητική διάσταση.

Ένας οριζόντιος φόρος στην κατανάλωση μπορεί να επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα, ανάλογα με τις εξαιρέσεις και τη σύνθεση των δαπανών τους.

Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της αύξησης των έμμεσων φόρων επισημαίνουν ότι μπορούν να δημιουργήσουν σχετικά προβλέψιμα δημόσια έσοδα, χωρίς να αυξάνουν άμεσα τη φορολόγηση της εργασίας. Η φορολόγηση του πλούτου αντιμετωπίζει διαφορετικές δυσκολίες, όπως η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων, η μεταφορά κεφαλαίων και η φορολογική συμμόρφωση.

Η διαφωνία, συνεπώς, δεν αφορά μόνο το ποσό της προσαρμογής. Αφορά την οικονομική και κοινωνική κατανομή του κόστους της.

Οι αγορές ομολόγων στέλνουν προειδοποιητικό μήνυμα

Η πολιτική κρίση συμπίπτει με αισθητή αύξηση του κόστους δανεισμού του βελγικού Δημοσίου. Στις 5 Νοεμβρίου, η απόδοση του δεκαετούς κρατικού ομολόγου διαμορφωνόταν περίπου στο 4,25%, έναντι 3,48% τέσσερις μήνες νωρίτερα.

Η αύξηση των 77 μονάδων βάσης είναι σημαντική για μια οικονομία με υψηλό δημόσιο χρέος.

Το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού

Πίσω από την τρέχουσα πολιτική κρίση βρίσκεται μια μακροπρόθεσμη διαρθρωτική πρόκληση. Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τις ανάγκες χρηματοδότησης των συνταξιοδοτικών και υγειονομικών συστημάτων. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις καλούνται να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, να χρηματοδοτήσουν την ενεργειακή μετάβαση και να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών τους.

Οι ανάγκες αυτές ανταγωνίζονται μεταξύ τους για περιορισμένους δημοσιονομικούς πόρους. Στο Βέλγιο, η πρόκληση επιτείνεται από την περίπλοκη ομοσπονδιακή δομή της χώρας, με αρμοδιότητες και δαπάνες κατανεμημένες μεταξύ ομοσπονδιακού κράτους, περιφερειών και κοινοτήτων.

Έτσι, η δημοσιονομική προσαρμογή δεν απαιτεί μόνο συμφωνία μεταξύ πολιτικών κομμάτων. Απαιτεί και συντονισμό μεταξύ διαφορετικών επιπέδων διακυβέρνησης.

Γιατί η κρίση αφορά ολόκληρη την ευρωζώνη

Το Βέλγιο δεν είναι μια περιφερειακή ή οικονομικά απομονωμένη χώρα. Αποτελεί ιδρυτικό μέλος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, έδρα βασικών θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σημαντικό κρίκο της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η αδυναμία του να καταλήξει σε αξιόπιστο δημοσιονομικό πρόγραμμα έχει επομένως ευρύτερη σημασία.

Πρώτον, αναδεικνύει τις δυσκολίες εφαρμογής των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων σε κυβερνήσεις με ετερόκλητες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.

Δεύτερον, δείχνει ότι οι αυξανόμενες αμυντικές και κοινωνικές ανάγκες περιορίζουν τη δυνατότητα δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Τρίτον, δημιουργεί ανησυχίες για το ενδεχόμενο ταυτόχρονης αύξησης του κόστους δανεισμού σε περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.


Η περίπτωση της Γαλλίας είναι ιδιαίτερα σημαντική. Και οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν υψηλό δημόσιο χρέος, μεγάλα ελλείμματα και πολιτικές δυσκολίες στην υιοθέτηση μέτρων προσαρμογής.

Η ING επισημαίνει ότι, εάν το Βέλγιο αποτύχει να καταλήξει σε συμφωνία, θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπο με παρατεταμένη αβεβαιότητα ανάλογη με εκείνη που παρατηρείται στη Γαλλία.

Το βελγικό παράδοξο: Υψηλή πιστοληπτική αξιολόγηση, αλλά δημοσιονομικές αδυναμίες

Παρά τις δυσκολίες, το Βέλγιο εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά οικονομικά πλεονεκτήματα. Η οικονομία του είναι διαφοροποιημένη, διαθέτει ανεπτυγμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα και λειτουργεί στο πλαίσιο της ευρωζώνης.

Στις 26 Οκτωβρίου, η S&P διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας στο AA−, με σταθερές προοπτικές. Η απόφαση αντανακλά την οικονομική ανθεκτικότητα της χώρας, αλλά δεν σημαίνει ότι οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι έχουν εξαλειφθεί.

Η ING επισημαίνει ότι η διατήρηση της αξιολόγησης συνυπάρχει με σημαντικές αμφιβολίες για τη δυνατότητα περιορισμού του ελλείμματος και σταθεροποίησης του δημόσιου χρέους. Μια χώρα μπορεί να διαθέτει υψηλή πιστοληπτική αξιολόγηση και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει επιδεινούμενη δημοσιονομική δυναμική.

Οι αξιολογήσεις αποτυπώνουν τη συνολική ικανότητα και προθυμία εξυπηρέτησης του χρέους, όχι την απουσία οικονομικών προβλημάτων.

Η δημοσιονομική κρίση ως κρίση πολιτικών συμβιβασμών

Η απόφαση του βασιλιά Φιλίππου αποτρέπει, προς το παρόν, την κατάρρευση της βελγικής κυβέρνησης. Δεν επιλύει όμως το πρόβλημα που προκάλεσε την κρίση. Το Βέλγιο πρέπει να συμφωνήσει σε μέτρα που θα βελτιώσουν ουσιαστικά τα δημόσια οικονομικά του, σε μια περίοδο αυξημένων κοινωνικών απαιτήσεων, υψηλότερων επιτοκίων και σημαντικών ευρωπαϊκών προκλήσεων.

Οι κυβερνητικοί εταίροι δεν διαφωνούν τόσο για την ύπαρξη του δημοσιονομικού προβλήματος όσο για το ποιος πρέπει να επωμιστεί το κόστος αντιμετώπισής του. Αυτή είναι και η ευρύτερη σημασία της κρίσης. Σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, οι πολίτες ζητούν καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες, ισχυρότερη κοινωνική προστασία και μεγαλύτερη ασφάλεια.

Ταυτόχρονα, τα κράτη αντιμετωπίζουν υψηλό χρέος και αυξανόμενες δαπάνες εξυπηρέτησής του.
Η πολιτική δυσκολία έγκειται στη συμφιλίωση αυτών των απαιτήσεων.

Το Βέλγιο αποτελεί σήμερα μια χαρακτηριστική περίπτωση του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού διλήμματος: οι ανάγκες του κράτους αυξάνονται, αλλά η πολιτική συναίνεση για τη χρηματοδότησή τους γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Η 16η Νοεμβρίου θα αποτελέσει τον επόμενο κρίσιμο σταθμό για την κυβέρνηση Ντε Βέβερ. Το ουσιαστικό ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο εάν θα παραμείνει πρωθυπουργός. Είναι εάν το βελγικό πολιτικό σύστημα μπορεί να συμφωνήσει σε μια αξιόπιστη και κοινωνικά αποδεκτή δημοσιονομική στρατηγική.

Add comment

Comments

There are no comments yet.